Θεολογία και Ζωή

Οι ιδεολόγοι μπορεί να μην απατούν, αλλά ενδέχεται να απατώνται!

21 Μαΐου 2010

Μπορούμε να εμπιστευθούμε τους μάρτυρες;

Είναι πράγματι καταιγιστικές οι μαρτυρίες της Αναστάσεως. Αλλά μπορούμε να εμπιστευθούμε τους μάρτυρες; Είναι αξιόπιστοι και αληθινοί; Η αξιοπιστία τους ελέγχεται από την πρώτη στιγμή που καταθέτουν τη μαρτυρία τους. Μιλούν πρώτη φορά για την ανάσταση του Χριστού στον ίδιο τόπο όπου συνέβησαν τα γεγονότα και ενώ είχε περάσει ελάχιστος χρόνος από τη διεξαγωγή τους, μόλις 50 μέρες μετά την Ανάσταση.

Ασφαλώς, όταν κάποιος μιλά π.χ. στη Θεσσαλονίκη και υποστηρίζει ότι αναστήθηκε ένας νεκρός προ 50 ή 100 ετών στην Ιαπωνία, αφήνει αρκετά περιθώρια αμφισβήτησης. Στην περίπτωση όμως των αποστόλων το πράγμα είναι εντελώς διαφορετικό. Μιλούν για την ανάσταση του Χριστού μέσα στην πόλη που έγινε η σταύρωσή του, στα Ιεροσόλυμα, και απευθύνονται σ’ αυτούς τους ίδιους τους σταυρωτές, στους αρχιερείς και στους φαρισαίους και στα πλήθη που συνήργησαν στη σταύρωση. Μιλούν «μετά παρρησίας» (Πραξ. 4,31) και «μεγάλη δυνάμει απεδίδουν το μαρτύριον της αναστάσεως» (Πραξ. 4,33), διότι, όπως παρατηρεί ο άγιος Χρυσόστομος, καταθέτουν μία χειροπιαστή μαρτυρία. «Καθάπερ εγχειρισθέντας αυτούς τούτο δείκνυσιν, ή και ως περί οφλήματος λέγει· τουτέστι, το μαρτύριον της βασιλείας μετά παρρησίας πάσιν απεδίδουν» (Εις Πράξεις 11,1- ΕΠΕ 15,320).

Μόλις πενήντα μέρες μετά την Ανάσταση και δέκα μέρες μετά την Ανάληψη, την τελευταία εμφάνιση, ο απόστολος Πέτρος απευθυνόμενος στους Ισραηλίτες των Ιεροσολύμων τους ελέγχει με θάρρος και παρρησία ως σταυρωτές του Χριστού. Τονίζει κατ’ επανάληψη: Αυτός, τον οποίο σεις σταυρώσατε, αναστήθηκε και εμφανίσθηκε μετά την Ανάστασή του· τον είδαμε τόσοι άνθρωποι! Αναστήθηκε, όπως το προφήτευσαν οι προφήτες.

Κάθε απάτη και ανακρίβεια θα μπορούσε άνετα να επισημανθεί. Αν δηλαδή ο Χριστός δεν είχε αναστηθεί, αλλά ήταν νεκρός στο μνήμα, είχαν κάθε λόγο οι αρχιερείς -είχαν δε και τον τρόπο- να βγάλουν στην επιφάνεια το νεκρό σώμα του Κυρίου και να διαψεύσουν το κήρυγμα της Αναστάσεως. Δεν συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο και οι ακροατές του κηρύγματος κατά χιλιάδες πιστεύουν στη μαρτυρία των αποστόλων. Και μάλιστα αυτή η μαρτυρία δεν περιορίζεται μόνο σε αδιάσειστα και αδιάψευστα επιχειρήματα, αλλά επιβεβαιώνεται και ενισχύεται από πρωτοφανή σημεία: ο «χωλός εκ κοιλίας μητρός αυτού», που «εν τω ονόματι Ιησού Χριστού» θεραπεύεται (Πραξ. 3,1-10), ο παράλυτος Αινέας, που μετά από οκταετή ακινησία σηκώνεται και πάλι στα πόδια του (Πραξ. 9, 33-35), διότι ο Ιησούς Χριστός του χαρίζει την υγεία, η νεκρή Ταβιθά που επιστρέφει στη ζωή (Πραξ. 9,40),  είναι μερικά από τα περιστατικά που δεν επιβεβαιώνουν απλώς την ανάσταση του Ιησού Χριστού, αλλά συνιστούν αυτή την ίδια την παρουσία του Αναστημένου μπροστά στα μάτια εχθρών και φίλων.

Την ειλικρίνεια και τιμιότητα των μαρτύρων της Αναστάσεως εγγυάται επίσης το γεγονός ότι θυσιάζονται για τη μαρτυρία τους. Δεν μπορεί να λέει ψέματα ένας άνθρωπος παρά μόνο για να κερδίσει κάτι, όχι για να χάσει τη ζωή του. «Πιστεύω», γράφει ένας μεγάλος επιστήμονας των θετικών επιστημών, «τους μάρτυρες που βεβαιώνουν τη μαρτυρία τους με μαρτύριο». Αλλά, θα πει κάποιος, υπάρχουν και άλλοι ιδεολόγοι, που θυσιάζονται για τις ιδέες τις οποίες πιστεύουν. Υφίσταται όμως μία βασική διαφορά. Οι άλλοι θυσιάζονται για ιδέες, για θεωρίες, ενώ οι μάρτυρες της Αναστάσεως θυσιάζονται για ένα πρόσωπο, τον Ιησού Χριστό, και για ένα γεγονός, την Ανάστασή του. Η θυσία τους σφραγίζει μία κατάθεση που δεν είναι θέμα κρίσεως ή αντιλήψεως αλλά θέμα αισθήσεων. Οι ιδεολόγοι μπορεί να μην απατούν, αλλά ενδέχεται να απατώνται, διότι η μαρτυρία τους είναι θέμα κρίσεως ή πεποιθήσεως, ιδεολογίας. Οι μάρτυρες γεγονότων δεν μπορεί να απατώνται. Είναι δε πολύ σπουδαίο το γεγονός ότι οι άνθρωποι που με τις ίδιες τις αισθήσεις τους είχαν βεβαιωθεί για την Ανάσταση, μαρτυρούν με το αίμα τους για την αλήθεια της. Αν, παρατηρεί ο άγιος Χρυσόστομος, οι διωγμοί των χριστιανών δεν άρχιζαν ήδη από τον πρώτο αι. μ.Χ., αλλά μερικούς αιώνες αργότερα, θα είχαμε λόγους να αμφιβάλλουμε για την ανάσταση του Χριστού.

(Στέργιου Ν. Σάκκου, «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος»)