Προσκυνήματα-Οδοιπορικά

Και διηγώντας τα… ένα όνειρο, ένα χρέος, ένας πόθος, μια επιθυμία! (μέρος 1ο)

16 Σεπτεμβρίου 2010

Και διηγώντας τα… ένα όνειρο, ένα χρέος, ένας πόθος, μια επιθυμία! (μέρος 1ο)

Μητροπολίτου Προικοννήσου, Ιωσήφ

Ήταν ένα όνειρο παιδικό…Ήταν ένας πόθος που έλιωνε την καρδιά… Ήταν ένα χρέος ανεκπλήρωτο που βάραινε τη ψυχή… Ήταν μια επιθυμία που έπαιρνε τις διαστάσεις ενός έρωτα μανικού ανικανοποίητου… Να πάω στην Πόλη!.. Να προσκυνήσω στην Αγιά-Σοφιά, να φιλήσω το χέρι του Πατριάρχη μας, να φωτισθώ από το ταπεινό μα πάντα ολοφώτεινο Φανάρι, ν’ αφουγκραστώ από τα βάθη των αιώνων τους μυστικούς ψιθυρισμούς της πονεμένης Ρωμιοσύνης, να κλάψω πάνω στα σεβάσματά μας τα βεβηλωμένα, να μοιραστώ για λίγο με τους αδελφούς μας τους εκεί τις δάκρυνες ώρες τους…
Ευδόκησε κάποτε ο Παντεπόπτης να γίνει κατά την επιθυμία της καρδίας μου. Αξιώθηκα ν’ απολαύσω το ποθούμενο το καλοκαίρι του ’86, όταν φίλος πολυφίλητος μου παρουσίασε την ευκαιρία.
Νύχτα της Κυριακής, είκοσι εννιά του Θεριστή, Πέτρου και Παύλου των Πρωτόθρονων -και των Αγίων Πάντων, κατά συγκυρία- αντίκρισα του Κωνσταντίνου την Επτάλοφη· την Istanbul, όπως με πληροφόρησε μια πινακίδα. (Αναστεναγμός πρώτος…).
Οι πρώτοι Τούρκοι που γνωρίζω είναι ευγενικοί. Δέχομαι το πρώτο χειροφίλημα από έναν πιστό του Αλλάχ. Δεν θα είναι, και το τελευταίο. Ας αμείψει ο Θεός τον σεβασμό τους προς ένα ανάξιο λευίτη Του!…
Το πρωί της Δευτέρας μας βρίσκει στο Φανάρι. Τη συνοικία που τόσα έχει να πει στην καρδιά κάθε Ρωμιού. Η πύλη η κεντρική των Πατριαρχείων είναι κλειστή και καγκελόφρακτη. «Ταις του Σου Ιερομάρτυρος Γρηγορίου πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς…» (Αναστεναγμός δεύτερος…).
Ο Αϊ-Γιώργης μας καλοδέχεται. Γνώριμοι προ πολλού! Σε κάθε πόλη και σε κάθε χωριό μας, σε κάθε ρεματιά και κάθε ράχη, έχει εκκλησιά κ’ εικόνισμα, καντήλι και προσκυνητάρι. Μα τούτο εδώ είναι το σαλόνι του! Τούτη η εκκλησιά του είναι ο πάνσεπτος Πατριαρχικός Ναός της Βασιλεύουσας, που ειν’ ακόμα Βασιλεύουσα και λέγεται, γιατί και σήμερα ευρίσκεται εδώ και νήφει ο Νους της χριστιανικής οικουμένης. Γιατί αν τ’ Άγιον Όρος είναι η καρδιά της Ορθοδοξίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι ο νους της!
Ο θρόνος ο παλιός με το φυτευτό σιντέφι που στολίζει το ναό, φιλοξενεί την ιερά κορυφή της ανά τον κόσμο Ορθοδοξίας. Της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού.
Τ’ ανάψαμε κερί του Καβαλάρη. Κερί που τόφτιαξαν οι μέλισσες του τόπου μας απ’ τ’ άνθια της Λεβεντογέννας, και τόπλασαν στα χέρια τους παρθένες ευσεβείς, κόρες αμόλευτες της Κρήτης -από τις λίγες που έχουν πια απομείνει…
Στο εικόνισμά του αποθέσαμε ευλαβικό ασπασμό και τούπαμε, και τον παρακαλέσαμε, να σταθεί ως το τέλος «των πτωχών» Ρωμιών της Πόλης «υπερασπιστής», αν η ανεξιχνίαστη θεία Βουλή δεν του επιτρέπει να γίνει ακόμα μια φορά «των αιχμαλώτων ελευθερωτής», εξαιτίας των αμαρτιών μας…
Πίσω από το θρόνο τον Πατριαρχικό κλίναμε τα γόνατα μπρος σε σεβάσματα πανίερα. Την εικόνα της Παναγίας της Παμμακάριστου «πούχει στα μάτια Της ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης». Τον Κίονα της Φραγγελώσεως, όπου ο Σαρκωμένος Λόγος του Θεού υπέμεινε αγόγγυστα απ’ των πλασμάτων Του τα χέρια την ατιμωτική και πολυώδυνη μαστίγωση. Τις τρεις λάρνακες με τα πανσεβάσμια λείψανα της Αγίας Σολομονής, της Αγίας Θεοφανούς και της μεγαλομάρτυρος και πανευφήμου Ευφημίας. Της Αγίας που εκύρωσε την Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο, και στήριξε, και τράνωσε την πίστη των Ορθοδόξων…. Το πιστεύω βαθειά: Όσο στο χώρο τούτο θα βρίσκονται τα άγια αυτά σεβάσματα, όσο η παρουσία τους θα ευλογεί τη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν Αυτής» (Ματθ. 16: 18). Θ’ αρχίσω να φοβάμαι μόνο αν αποκάμουν κάποτε κάτω από το βάρος τόσων δάκρυνων ημερών και τόσων θρηνητικών νυκτών και ειπούν: «εγείρε¬σθε, άγωμεν εντεύθεν (Ιωάν. 14: 31), αλλού να ψάξουμε να βρούμε φανοστάτη για το Φανάρι της Ορθοδοξίας και της Ρωμιοσύνης!…». Μα και τότε έχω τα θάρρη μου στον Αϊ-Γιώργη που είναι παλληκάρι και θα σταθεί-όπως του το ζητήσαμε στην προσευχή μας- λεβέντικα στο μετερίζι του και θα ζητήσει από τον Κύριο ν’ αλλάξει τη βουλή Του, το δάκρυ μας να μη γενεί αθάνατο…
Απ’ τό Φανάρι οδηγήσαμε τα βήματά μας στο Φερίκιοϋ. Ειν’ ο Ναός των Δώδεκα Αποστόλων εδώ, και το ημερολόγιο σημειώνει 30 Ιουνίου!… Πανηγύρι… Τρισαρχιερατική Θεία Λειτουργία με τον Μέγα Πρωτοσύγκελο Μητροπολίτη Μελιτηνής Ιωακείμ επικεφαλής, και τους Μητροπολίτες Φιλαδέλφειας Βαρθολομαίο(τον σημερινό Πατριάρχη) και Σεβαστείας Θεόκλητο συνιερουργούντες. Χαιρόμαστε την πατριαρχική τάξη και την εκκλησιαστική ευκοσμία -την αρχοντιά κ’ ιεροπρέπεια των Αρχιερέων και τα παραδοσιακά βυζαντινά μέλη του Άρχοντος Πρωτοψάλτη· το μεστό και χυμώδες κήρυγμα απ’ άμβωνος νεαρού Διακόνου, και των Εφόρων κι Επιτρόπων του Ναού τις ανύσταχτες φροντίδες για να γίνουν «τα πάντα ευσχημόνως και καλώς και κατά τάξιν», καθώς ταιριάζει στης Κωνσταντινούπολης την ευσεβή κι αρχοντική παράδοση, στου Γένους την αξιοπρέπεια, στο αιδέσιμο της ημέρας…
Στην Παναγιά του Μπαλουκλή το επόμενο προσκύνημα. Στο Μοναστήρι το ιερό των θρύλων και των παραδόσεων. Εκεί που της Ζωοδόχου Πηγής τ’ αστείρευτο αγίασμα δροσίζει πάντοτε ψυχές και ενεργεί «τεράστια»(θαύματα) και σκορπά ιάματα και δαψιλεύει χάριτες απ’ της Ουράνιας Δροσομάννας την αγία Χάρη… Ήπιαμε νάμα ιερό και ραντιστήκαμε και νιώσαμε θεόψυχά μας το χάδι Της το δροσοπάροχο, μετάληψη ουράνια και ευλογία θεία! Μα εδώ είχαμε κι ένα χρέος. Εδώ αναπαύονται τα ιερά σκηνώματα των Πατριαρχών! Κάτω απ’ της Μητέρας του Ευλογητού τη σκέπη, σπαρμένα μέσ’ στης μάνας γης τη χωματένια αγκάλη, τα χαριτέμφορα σεβάσμια λείψανα Αθηναγόρου, Μαξίμου. Βενιαμίν. Φωτίου, Βασιλείου, Ιωα¬κείμ… των πανίερων του Χριστού Αρχιθυτών και αιδεσίμων Εθναρχών του Γένους των Γραικών του πολυτλήμονος(=πονεμένου), προσδοκούν ανάσταση νεκρών, κατά την ημέρα του Κυρίου τη μεγάλη και επιφανή… Κάμψαμε τα γόνατα εμπρός στις θήκες τις Πρωθιεραρχικές και ζητήσαμε ευχή από τους Πατριάρχες και ευλογία για την τέλεση του Τρισάγιου. Φόρεσα το πετραχήλι του Μοναστηριού κι έβαλα «Ευλογητός» εμπρός στον τάφο που καλύπτει τη δρυ την υψικάρηνο της Νέας Ρώμης, τον Πατριάρχη Αθηναγόρα, τον από Κερκύρας και Αμερικής. «Έτι δεόμεθα υπέρ μακαρίας μνήμης και αιωνίου αναπαύσεως των αοιδίμων Πατριαρχών Αθηναγόρου, Μαξίμου, Βενιαμίν…

Πατέρων και Εθναρχών ημών γενομένων…». Φράση και κόμπος στο λαιμό! Τροπάριο και αναφιλητό! Δέηση και συγκλονισμός ψυχής! Δεν γίνεται αλλιώς!… Στο νου την ώρα τούτη ήρθανε τα λόγια εκείνα του Αθηναγόρα, τα γεμάτα κουράγιο και αξιοπρέπεια: «Και διηγώντας τα να μην κλαις!…». Όμως, ποιός από μας έχει τη δύναμή σου την πνευματική, μεγάλε Πατριάρχη; Δεν το μπορούμε! Βλέπουμε γύρω, ακούμε τους ψιθυρισμούς του παρελθόντος, παρατηρούμε την κλεψύδρα της ιστορίας ν’ αδειάζει καθημερινά και κλαίμε, κλαίμε!… Συγχώρεσέ μας, Γέροντα, την αδυναμία!…
Την πρώτη τ’ Αλωνάρη και πάλι στο Πατριαρχείο. Μας περιμένει ο Πατριάρχης τούτη τη φορά! Θα τον ιδούμε λίγο πριν τη συνεδρία της Αγίας και Ιεράς Συνόδου. Φθάνουμε στον Πατριαρχικό Ναό την ώρα του πρωτομηνιάτικου Αγιασμού. Λευίτης πολιός κι αξιοσέβαστος τέλει «πραεία τη φωνή» την τελετή και έχει την ευγένεια να μνημονεύσει και των ταπεινών μας ονομάτων. Νιώθουμε αγάπης ζεστασιά να μας τυλίγει…
Την Πατριαρχική Αυλή χαρακτηρίζει η ευγένεια, η λεπτότητα, η αρχοντιά. Μια ευγένεια, μια λεπτότητα και μια αρχοντιά πηγαία, ανεπιτήδευτη, καρδιακή. Αισθάνεσαι οικείος μέσα στο Πατριαρχείο. Νιώθεις άνετα, ζεστά, όπως στα Μοναστήρια τα κοινόβια της Ορθοδοξίας μας και μάλιστα τα του Αγίου Όρους. Όπως εκεί, έτσι κι εδώ αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι στο σπίτι σου. Και είναι σπίτι σου αληθινά, αφού ο Πατριάρχης είναι ο Πατέρας σου· αφού οι άγιοι Μητροπολίτες και οι άλλοι Πατριαρχικοί, από τον Μέγα Πρωτοσύγκελο και τον λόγιο Διευθυντή του ιδιαιτέρου Πατριαρχικού Γραφείου, ως τον Μέγα Αρχιδιάκονο και τον Δευτερεύοντα, μέχρι τον τελευταίο Κληρικό του Φαναριού, όλοι σου συμπεριφέρονται σαν αδελφοί ομαίμονες και αμιλλώνται ποιός να δείξει περισσότερη αγάπη· μια αγάπη ανεπιτήδευτη που σε σκλαβώνει!…
Όρθιος, πίσω από το απέριττο γραφείο του, στέκει ο Δημήτριος!.. Ο Πρώτος της Ορθοδοξίας, ο ύπατος του Γένους! Ο Πατριάρχης της σεμνότητας και της υψοποιού ταπείνωσης. Ο Πατριάρχης της αθόρυβης αρετής, της μυστικής πνευματικής εργασίας. Ο «μυσταγωγός φωτεινής ζωής, ατελείωτης!». Ο άνδρας πούχει στο πρόσωπο ανάγλυφη την έγνοια της ανά τον κόσμο Ορθοδοξίας και την αγωνία της Ρωμηοσύνης. Ο Πρωτεπίσκοπος που έχει καθημερινή του «επισύσταση τη μέριμνα πασών των Εκκλησιών». Ο Πατριάρχης που -το αντιλαμβάνεσαι εύκολα! κάθεται ανάλαφρα, διακριτικά, στον Πατριαρχικό του θρόνο, γιατί το βλέμμα του είναι σταθερά προσηλωμένο περισσότερο στην Άνω Πόλη, «την τους θεμέλιους έχουσαν πόλιν, ης τεχνίτης και δημιουργός ο Θεός» (Εβρ. 11: 10), την Άνω Ιερουσαλήμ, την ελευθέρα, παρά στην Πόλη που ψευδώνυμα καλείται Ισταμπούλ· γιατί «τα ώτα του είναι ευήκοα» στην ειρηναία μελωδία του Χριστού κι όχι στους πλανερούς ψιθυρισμούς του κόσμου τούτου!
Προβαίνει λίγα βήματα ο προσκυνητός κι ανοίγει την αγκάλη του σε πατρικό εναγκαλισμό Χριστού αγάπης, και δίδει με σεμνότητα φίλημα άγιο, ειρήνης ασπασμό! Και μόνο για τούτη τη στιγμή αξίζει το προσκύνημα στην Πόλη! Να πας και να βρεθείς για λίγα δευτερόλεπτα στους άγιους Πατριαρχικούς κόλπους, όπως ο Θεολόγος κάποτε στο στήθος του Κυρίου, και να μουσκέψεις το ράσο του Πατέρα σου με δάκρυα ευλάβειας και αγάπης υιικής! Να προσκυνήσεις την αγία δεξιά που πηδαλιουχεί το Σκάφος της Ορθοδοξίας. Και να δεχθείς το άγιο φίλημα του πνευματέμφορου Πρωθιεράρχη, δώρο ζωής ατίμητο και ευλογία αληθινά ξεχωριστή!
-Ναι, Παναγιότατε! Μαζί με τον Ιγνάτιο τον θεοφόρο. έτσι σε βλέπουμε. Είσαι η κιθάρα η μουσουργική του Πνεύματος! Κι εμείς οι ταπεινοί διάκονοι της Εκκλησίας, «οι εγγύς και οι μακράν» σου, είμαστε οι χορδές, που μένοντας αρμονικά συνδεδεμένες στην κιθάρα, συνδεόμενοι μαζί της «τω συνδέσμω της ειρήνης», θα δίδουμε στον Μουσουργό Παράκλητο τη δυνατότητα να άδει στον κόσμο πούχει απελπισθεί απ’ τα βραχνά τραγούδια του θανάτου, το παναρμόνιο μέλος: «Ιησούς Χριστός – Θεός και Άνθρωπος ειρήνης, αγάπης, κατανόησης, χαράς, καταλλαγής. δικαιοσύνης, αιώνιας ζωής και σωτηρίας!».
Το ξέρουμε πως η Μεγάλη Εκκλησία βρίσκεται και στις μέρες μας «επί ξυρού ακμής». Πως η οιάκιση(ο χειρισμός του τιμονιού) της νοητής ολκάδας(σκάφους) είναι σταυρός βαρύς. Πως το Πατριαρχείο και ο Πατριάρχης είναι πάντα, όπως ο λόγος του Σταυρού, «Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρία» (Α’ Κορ. 1: 23). Πως πολλοί δυσκολεύονται να εννοήσουν τον ρόλο του και να κατανοήσουν τη γραμμή πλεύσεως του. Πως βάσκανα βλέμματα το εποφθαλμιούν και γλώσσες πολλές το σαϊτεύουν. Τα ξέρουμε όλα αυτά και συμπάσχουμε μαζί σας, γιατί και ο θεσμός μας είναι σεβαστός και τα πρόσωπα προσφιλή. Γιατί θεωρούμε και το σκάφος οικείο και το πλήρωμα όμαιμο και τον κυβερνήτη αξιόθεο!…
Δεν έχουμε αυταπάτες ούτε μας είναι οικεία η κολακεία. Δεν ωραιοποιούμε τίποτε. Και το Φανάρι ως ανθρώπινο, και οι του Φαναριού ως άνθρωποι, αναμφίβολα «περίκεινται ασθένειαν» (Εβρ. 5: 2). Ο αλάθητος γεννήθηκε 1986 χρόνια πριν!… Όμως, εδώ είναι το μεγαλείο του Πατριαρχείου! «Στην ταπείνωσή του και την ασθένειά του», έχει την ευαγγελική δύναμη να μεταμορφώνει εν Χριστώ πρόσωπα και ιδέες και να τα μεταποιεί σε «φως Χριστού» που «φαίνει πάσι». Έχει τη δύναμη και την ευλογία ν’ αλατίζει όλο τον χριστιανικό κόσμο, κι ακόμα, να νοστιμίζει κι αυτόν τον έκτος Χριστού, μέσα στον οποίο οι ιστορικές συνθήκες το υποχρεώνουν να διαβιώνει και να πολιτεύεται! Κι αυτό γιατί ξέρει ν’ αναδέχεται την πτώχεια και την ταπείνωση του Ιησού και να μαθητεύει συνετά στα ματωμένα πόδια της σταυρωμένης Αλήθειας!