Προσκυνήματα-Οδοιπορικά

Η μοναχική ζωή δείκτης τελειώσεως (3)

5 Νοεμβρίου 2010

Η μοναχική ζωή δείκτης τελειώσεως (3)

Συνέχεια από (2)

Η μοναχική κουρά χαρακτηρίζεται ως «δεύτερον βάπτισμα»(19). Το βάπτισμα όμως είναι ενιαίο και κοινό για όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Είναι η συμμετοχή στο θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. Η μοναχική κουρά δεν επαναλαμβάνει, αλλά ανανεώνει και συνειδητοποιεί το ένα βάπτισμα. Και οι υποσχέσεις που δίδονται κατά την κουρά δεν είναι στην ουσία τους διαφορετικές από αυτές που δίδονται κατά το βάπτισμα, έκτος βέβαια από την υπόσχεση της αγαμίας. Άλλωστε κουρά γίνεται και κατά το βάπτισμα.

Η μοναχική ζωή είναι δείκτης τελειώσεως. Στην τελείωση όμως καλείται ολόκληρη η Εκκλησία. Όλοι οι πιστοί, κοσμικοί και μοναχοί, καλούνται να τελειωθούν κατά το θείο πρότυπο: «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο Πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος έστιν»(20). Αλλά ενώ η μοναχική ζωή καταφάσκει στη ριζοσπαστικότητα της χριστιανικής ζωής, η κοσμική αρκείται στη συμβατική θεώρησή της. Έτσι η συμβατικότητα της ηθικής των κοσμικών Χριστιανών από τη μια πλευρά και η ριζοσπα στικότητα της ηθικής των μοναχών από την άλλη δημιουργούν μια διαλεκτική διαφοροποίηση, που προσλαμβάνει τη μορφή της διαλεκτικής αντιθέσεως.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αντιπαραθέτοντας τη μοναχική προς την κοσμική ζωή παρατη ρεί ότι τα κατορθώματα των κοσμικών είναι αποτυχίες για τους μοναχούς, όπως και τα κατορθώ ματα των μοναχών είναι αποτυχίες για τους κοσμικούς: «Τα των κοσμικών κατορθώματα πτώματα είσι των μοναχών και των μοναχών κατορθώματα πτώματα είσι των κοσμικών. Οίον, τα των κο σμικών κατορθώματα, πλούτός έστι και δόξα και δυναστεία και τρυφή και ευσαρκία και ευτεκνία και τα τούτων ακόλουθα, εις άπερ ελθών ο μοναχός απόλλυται. Τα δε του μονάχου κατορθώματα, ακτημοσύνη, αδοξία, αδυναμία, εγκράτεια, κακοπάθεια και τα τούτων ακόλουθα, εις άπερ ελθών ο φιλόκοσμος παρά πρόθεσιν πτώμα ηγείται μέγα· και κινδυνεύει πολλάκις και αγχόνη χρήσασθαι, τινές δε και εχρήσαντο»(21).

Βέβαια η αντιπαράθεση αυτή γίνεται ανάμεσα στον τέλειο μοναχό και τον εκκοσμικευμένο Χριστιανό. Αλλά και στη συνήθη εκκλησιαστική κατάσταση τα ίδια πράγματα είναι φυσικό να λειτουργούν διαφορετικά. Η διαφορά όμως αυτή δεν μπορεί να φθάνει στα άκρα. Έτσι π.χ. δεν μπορεί ο πλούτος ή η δόξα να χαρακτηρισθούν εξίσου καταστροφικά για τους μοναχούς και τους κοσμικούς. Στους μοναχούς αυτά είναι σε κάθε περίπτωση αρνητικά, γιατί έρχονται σε αντίθεση με τη μορφή ζωής που επέλεξαν. Στους κοσμικούς όμως μπορούν να λειτουργήσουν και θετικά, έστω και αν συνεπάγονται σοβαρούς κινδύνους. Η ύπαρξη της οικογένειας, όπως και της ευρύτερης κοσμικής κοινωνίας με τις ποικίλες ανάγκες και απαιτήσεις της, όχι μόνο δικαιολογούν, αλλά και επιβάλλουν μερικές φορές τη συγκέντρωση χρημάτων ή την ανάληψη αξιωμάτων. Αυτά που μπορούν να λειτουργήσουν και ενοποιητικά στην κοσμική κοινωνία ενεργούν διασπαστικά στη μοναστική. Ο τελικός ενοποιητικός παράγοντας είναι σε τελική ανάλυση ο ίδιος ο Χριστός.

Η χριστιανική ζωή δεν στηρίζεται μόνο στην ανθρώπινη προσπάθεια αλλά πρωτίστως στη χάρη του Θεού. Ειδικώτερα η άσκηση με όλες τις μορφές και σε όλες τις βαθμίδες της δεν αποβλέπει σε τίποτε άλλο, παρά στην προετοιμασία του ανθρώπου να συντονίσει το θέλημα του με το θέλημα του Θεού και να δεχθεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο συντονισμός αυτός φθάνει στην υψηλότερη έκφραση και τελειότητά του με την προσευχή. «Η αληθινή προσευχή εισάγει ημάς εις το Θείον Είναι διά της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος»(22). Αυτή οδηγεί τον άνθρωπο στο αρχέτυπό του και τον καθιστά αληθινό πρόσωπο, όμοιο με το Δημιουργό του.

Η χάρη της χριστιανικής ζωής δεν βρίσκεται στα εξωτερικά σχήματά της. Δεν βρίσκεται στην άσκηση, τη νηστεία, την αγρυπνία, την κακοπάθεια. Όταν μάλιστα αυτά αυτονομούνται και θεωρούνται καθεαυτό, γίνονται αποκρουστικά. Και ο αποκρουστικός χαρακτήρας δεν περιορίζεται πιά στην εξωτερική μορφή τους, αλλά εισχωρεί και στο εσωτερικό περιεχόμενο τους. Δεν γίνονται αποκρουστικά μόνο γιατί παρουσιάζονται εξωτερικά ως άρνηση της ζωής, περιφρόνηση των υλικών αγαθών η αυτοεγκατάλειψη, αλλά και γιατί νεκρώνουν το πνεύμα, στηρίζουν τον εγωϊσμό και καλλιεργούν την αυτοδικαίωση.

Η χριστιανική ζωή δεν είναι άρνηση αλλά θέση. Δεν είναι θάνατος αλλά ζωή. Και δεν είναι απλώς θέση και ζωή, αλλά η μόνη αληθινή θέση και η μόνη αληθινή ζωή. Είναι η μόνη αληθινή θέση, γιατί προ χωρεί πέρα από κάθε δυνατότητα αρνήσεως. Και είναι η μόνη αληθινή ζωή, γιατί αφήνει πίσω της το θάνατο. Η αρνητική μορφή, που παρουσιάζει η χριστιανική ζωή στα εξωτερικά σχήματα της, οφείλε ται ακριβώς στην επιδίωξη της να τοποθετηθεί πέρα από κάθε ανθρώπινη διάψευση. Επειδή δεν υπάρ χει καμία ανθρώπινη θέση που δεν καταλήγει στην άρνηση, επειδή δεν υπάρχει καμμία εγκόσμια ζωή που δεν καταλήγει στο θάνατο, γι΄ αυτό η Εκκλησία δημιουργεί τη θέση της και φανερώνει τη ζωή της μετά την αποδοχή κάθε ανθρώπινης αρνήσεως και την κατάφαση σε κάθε μορφή εγκόσμιου θανάτου.

Η δυναμική της χριστιανικής ζωής βρίσκεται στην ελπίδα της αναστάσεως. Και ο σκοπός της ασκήσεως είναι η μετοχή στην ανάσταση. Η μοναχική ζωή, ως αγγελική ή ουράνια ζωή που βιώνεται μέσα στην ιστορία, αποτελεί πρόληψη και πρόγευση της αιώνιας ζωής, που διαβρώνει τη θνητότητα. Δεν αποβλέπει στην απέκδυση του ανθρώπινου στοιχείου, αλλά στην επένδυση της αφθαρσίας και της αθανασίας· «και γαρ οι όντες εν τω σκήνει στενάζομεν βαρούμενοι εφ΄ ου θέλομεν εκδύσασθαι, αλλ΄ επενδύσασθαι, ίνα καταποθή το θνητόν υπό της ζωής»(23).

Υπάρχει ο στεναγμός που προκαλεί η παρουσία της αμαρτίας. Παραμένει η οδύνη για την απελευθέρωση από τα πάθη και την ανάκτηση της καθαρότητας της καρδιάς. Αυτά επιβάλλουν την άσκηση. Και αυτά έχουν οπωσδήποτε αρνητική μορφή, γιατί αποσκοπούν στο γκρέμισμα. Είναι κοπιαστικά και επώδυνα, γιατί συνδέονται με καταστάσεις και συνήθειες που έγιναν δεύτερη φύση μας. Με αυτό όμως το γκρέμισμα, με αυτή την αυτοκάθαρση ελευθερώνει ο άνθρωπος το έδαφος, για να φανερωθεί και να ενεργήσει η χάρη του Θεού. Αν δεν καθαρίσει η καρδιά, δεν φανερώνεται ο Θεός.

Οι μοναχοί «φυλάσσουν τον τόπον». Επιλέγουν τον αυτοπεριορισμό μέσα στο χώρο και καλλιεργούν εκεί την πνευματική ελευθερία που πρόσφερε ο Χριστός. Καθηλώνονται στην περιοχή του θανάτου, για να ζήσουν εντονώτερα την προσδοκία της καινής ζωής. Συμφιλιώνονται με το χώρο, όπου αφανίζεται ο άνθρωπος που φθείρεται μέσα στο χρόνο, τον αισθάνονται ως σώμα τους, τον μεταμορφώνουν σε Εκκλησία και τον προσανατολίζουν στη βασιλεία του Θεού.

Η πορεία του μοναχού προς την τελείωση γίνεται κατά στάδια και συνδέεται με διαδοχικές αποταγές, που συνοψίζονται σε τρεις. Η πρώτη αποταγή πραγματοποιείται με την πλήρη εγκατάλειψη του κόσμου. Αυτή δεν περιορίζεται στα πράγματα του κόσμου, αλλά περιλαμβάνει και τους ανθρώπους και τους γονείς. Η δεύτερη αποταγή συνίσταται στην εκγατάλειψη του ατομικού θελήματος, ενώ η τρίτη στην απελευθέρωση από την κενοδοξία, που ταυτίζεται με την απελευθέρωση από την εξουσία του κόσμου(24).

Οι διαδοχικές αυτές αποταγές δεν έχουν αρνητικό αλλά θετικό νόημα. Γίνονται για την πλήρη διάνοιξη του ανθρώπου και την τελείωσή του ως προσώπου «κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν» Θεού. Όταν ο άνθρωπος αποδεσμεύεται από τον κόσμο και από τον εαυτό του, ευρύνεται απεριόριστα. Γίνεται αληθινό πρόσωπο, που «συγχωρεί» μέσα του ολόκληρη την ανθρωπότητα κατά το πρότυπο του Χριστού. Γι΄ αυτό άλλωστε και σε ηθικό επίπεδο ο Χριστιανός καλείται να αγαπά όλους τους ανθρώπους, ακόμα και τους εχθρούς του. Τότε έρχεται και σκηνώνει μέσα του και ο ίδιος ο Θεός, οπότε ο άνθρωπος αποκτά το πλήρωμα του θεανθρώπινου είναι(25). Εδώ βρίσκεται το μεγαλείο του ανθρώπινου προσώπου, και αυτό ερμηνεύει τους υπεράνθρωπους αγώνες που απαιτούνται για την τελείωσή του.

Η μοναχική ζωή είναι πορεία διαρκούς πνευματικής ανόδου. Ενώ ο κόσμος προχωρεί σε οριζόντια πορεία, και οι πιστοί με τις δεσμεύσεις και τους περισπασμούς του κόσμου προσπαθούν κατά την πορεία αυτή να κρατηθούν στα θεσμικά όρια της εκκλησιαστικής παραδόσεως, ο μοναχισμός στρέφεται προς άλλη κατεύθυνση, την κατακόρυφη. Παραμερίζει τη συμβατικότητα και ζητεί το απόλυτο. Πραγματοποιεί κίνηση απογείωσεως ή εξόδου από τον κόσμο με άμεσο σκοπό τη βασιλεία του Θεού. Αυτή άλλωστε αποτελεί και το σκοπό της Εκκλησίας.

Στην παράδοση της Εκκλησίας η πορεία αυτή συμβολίζεται με κλίμακα που οδηγεί στον ουρανό. Όλοι δεν κατορθώνουν να φθάσουν ως την κορυφή της πνευματικής αυτής κλίμακας. Αρκετοί βρίσκονται στις πρώτες βαθμίδες της. Άλλοι ανεβαίνουν ψηλότερα. Υπάρχουν τέλος κι εκείνοι που πέφτουν από κάποια χαμηλότερη ή ψηλότερη βαθμίδα. Το σημαντικώτερο εδώ δεν είναι η βαθμίδα στην οποία κάποιος βρίσκεται, αλλά η προσπάθεια του για διαρκή άνοδο. Και το αξιοσημείωτο είναι ότι η άνοδος αυτή γίνεται με τη διαρκώς αυξανόμενη ταπείνωση, δηλαδή με διαρκώς αυξανόμενη κάθοδο. «Κράτα το νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι», ήταν ο λόγος του Θεού προς τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη. Όταν ο άνθρωπος κατεβαίνει στον άδη της εσωτερικής του πάλης έχοντας μέσα του το Θεό, τότε ανυψώνεται και βρίσκει την πληρότητα(26).

Στην κορυφή της πνευματικής κλίμακας βρίσκονται οι «μωροί δια Χριστόν», όπως χαρακτηρίζει ο Απόστολος Παύλος τον εαυτό του και τους λοιπούς Αποστόλους(27), ή «οι δια Χριστόν σαλοί», που «κάνουν τον τρελλό για την αγάπη του Χριστού και κοροϊδεύουν όλη τη ματαιότητα του κόσμου»(28). Η αναζήτηση της ανθρώπινης δόξας, λέει ο Χριστός, εμποδίζει την πίστη στο Θεό(29). Μόνο όταν αποβάλει ο άνθρωπος την κενοδοξία, μπορεί να νικήσει τον κόσμο και να προσηλωθεί στο Θεό(30).

Στους βίους των μοναχών βλέπει ο Χριστιανός παραδείγματα ανθρώπων, που έλαβαν στα σοβαρά τη χριστιανική πίστη και αυτοδεσμεύθηκαν στην πορεία που καλεί ο Χριστός κάθε άνθρωπο. Δεν έφθασαν όλοι στην τελείωση. Όλοι όμως προσπάθησαν και ανέβηκαν ως κάποια βαθμίδα. Δεν είχαν όλοι τα ίδια τάλαντα. Όλοι όμως εργάστηκαν ως δούλοι αγαθοί και πιστοί. Το παράδειγμα τους δεν προβάλλεται πάντοτε για αντιγραφική μίμηση, ιδιαίτερα εκ μέρους των κοσμικών. Αποτελεί όμως πολύτιμο δείκτη για την πορεία προς την τελείωση, που είναι κοινή για όλους και κορυφώνεται στην τελειότητα του Θεού.

Ο αγιορείτικος μοναχισμός με την άσκηση και την προσευχή διατηρεί ανοικτούς τους απεριόριστους ορίζοντες για την τελείωση και την αληθινή καταξίωση του ανθρώπου. Η αθωνική πολιτεία ως πρότυπο χριστιανικής κοινωνίας πλουτίζει τη ζωή των πιστών και ενισχύει τους πνευματικούς αγώνες τους. Η παρουσία της ως «πόλεως επάνω όρους κειμένης» έχει κεφαλαιώδη σπουδαιότητα για την Εκκλησία και για ολόκληρο τον κόσμο. Ιδιαίτερα η σύγχρονη μετανεωτερική κοινωνία, που ζει μέσα στο σώμα της τη διάσπαση και τη σύγχυση, μπορεί να βρει στο Άγιον Όρος το πνεύμα και τις δυνάμεις, που οδηγούν στην ενότητα και την απόκτηση του νοήματος της ανθρώπινης ζωής.

Βιβλιογραφία

1 Μαξίμου Ομολογητού, Μυσταγωγία 1, PG 91.665C

2 Βλ. Εφ. 5,32.

3 Πρεσβεία 33. Πρβλ. και Ιουστίνου, Απολογία 1,15,6.

4 Μάρ. 8,34.

5 Ματθ. 10,37.

6 «Έκαστος ίδιον έχει χάρισμα εκ Θεού, ος μεν ούτως ος δε ούτως». Α΄Κορ. 7,7.

7 Προς πιστόν πατέρα 3,14, PG 47,372-74.

8 Ό.π. 373.

9 «Έχοντες διατροφάς και σκεπάσματα, τούτοις αρκεσθησόμεθα». Α΄ Τιμ. 6,8.

10 Εβρ. 13,14.

11 Βλ. Όροι κατά πλάτος 6, PG 31, 925Α.

12 Κατηχήσεις 7,28, έκδ. Α΄. Wegner, «Sources Chretiennes», τόμ. 50, Paris 1970, σ.243.

13 Κατηχήσεις 5,122-5, έκδ. Β΄. Krivocheine, «Sources Chretiennes», τόμ. 104, Paris 1964, σ.374.

14 Κατηχήσεις 5,122-5, έκδ. Β΄. Krivocheine, «Sources Chretiennes», τόμ. 96, Paris 1963, σ.386.

15 Ομιλία 15, PG 151J80BC.

16 Βλ. Περί της εν Χριστώ ζωής 6, PG 150,660Α.

17 Βλ. Επιστολή 53, PG 99,1264CD.

18 Ματθ. 20,30.

19 Βλ. Ακολουθία μεγάλου σχήματος. Μέγα ευχολόγιον, Αθήναι 1970, σελ. 208.

20 Ματθ. 5,48.

21 Μαξίμου Όμολογητού, Κεφάλαια περί αγάπης 3,85, PG 90J044A.

22 Αρχιμ. Σωφρονίου, Άσκησις και θεωρία, Έσσεξ Αγγλίας 1996, σελ. 26.

23 Β΄ Κορ. 5,4.

24 Βλ. Κλίμαξ 2, PG 88, 657Α. Συγκριτική παρουσίαση της πατερικής παραδόσεως για τα τρία στάδια της αποταγής βλέπε στο βιβλίο του Αρχιμ. Σωφρονίου, Άσκησις και θεωρία, σελ. 26 κ.ε.

25 Βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς έστι, Έσσεξ Αγγλίας 1996, σελ. 389.

26 Βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ Αγγλίας 1995, σελ. 572, Πρβλ. και Άσκησις και Θεωρία, σελ. 42.

27 Α΄ Κορ. 4,10.

28 Γέροντος Παϊσίου, Επιστολές, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1994, σελ. 235.

29 Ιω. 5,44.

30 Βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, Άσκησις και Θεωρία, σελ. 33-34.

πηγή: Χαρίτων Μοναχός, Ματιές στον Άθω – Images of Athos, σελ.:11-21, έκδοσις γ΄, Άγιον Όρος 2007, ISBN: 960-7735-04-8