ΓενικάΟρθόδοξη πίστηΣυναξαριακές Μορφές

Σύντομον Ιστορικόν Καθαγιασμού του Αγίου Μύρου

4 Απριλίου 2012

Σύντομον Ιστορικόν Καθαγιασμού του Αγίου Μύρου

Ο Οικ. Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος κατά την έγχυσιν ελαίου εις τους λέβητας.

Εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, το Άγιον Μύρον καθαγιάζεται ίνα χρησιμεύσει εν τη τελέσει του μυστηρίου του Χρίσματος, ως ορατόν σημείον της μεταδόσεως των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος προς τους βαπτιζομένους.
Κατά τους πρώτους χρόνους του Χριστιανισμού, η μετάδοσις των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος προς τους βαπτιζομένους εγίνετο υπό των αγίων Αποστόλων, διά της «επιθέσεως των χειρών». «Ακούσαντες δε οι εν Ιεροσολύμοις Απόστολοι ότι δέδεκται η Σαμάρεια τον λόγον του Θεού, απέστειλαν προς αυτούς τον Πέτρον και Ιωάννην˙ οίτινες καταβάντες προσηύξαντο περί αυτών όπως λάβωσι Πνεύμα Άγιον˙ ούπω γαρ ην επ’ ουδενί αυτών επιπεπτωκός, μόνον δε βεβαπτισμένοι υπήρχον εις το όνομα του Κυρίου Ιησού. Τότε επετίθουν τας χείρας επ’ αυτούς, και ελάμβανον Πνεύμα Άγιον» (Πράξ. 8,14-17).
Όταν όμως αι ανά την οικουμένην Εκκλησίαι επληθύνσησαν και ο αριθμός των βαπτιζόμενων ηυξήθη σοβαρώς, ώστε να καθίσταται αδύνατος παρόμοια προς την εις Σαμάρειαν γενομένην αποστολήν, εισήχθη εν τη  Εκκλησία η δι’ αγίου Μύρου χρίσις, ήτις αντικατέστησε πλήρως την δι’ «επιθέσεως των χειρών» μετάδοσιν των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος προς τους βαπτιζομένους. Ο χρόνος καθ’ ον συνετελέσθη η αντικατάστασις αύτη δεν τυγχάνει γνωστός. Πάντως το πιθανώτερον είναι ότι η αντικατάστασις εγένετο κατ’ αυτήν ταύτην την αποστολικήν εποχήν. «Αντί γαρ της επιθέσεως των χειρών τούτο δέδοται υπό των Αποστόλων τοις εν Χριστώ βαπτιζομένοις» (Συμεών Θεσσαλονίκης).
Η χρήσις του αγίου Μύρου εν τη Εκκλησία εισήχθη κατά μίμησιν υφισταμένης σχετικής πράξεως εν τη Παλαιά Διαθήκη. «Και ελάλησε Κύριος προς Μωϋσήν λέγων και συ λάβε ηδύσματα το άνθος σμύρνης εκλεκτής πεντακόσιους σίκλους και κινναμώμου ευώδους το ήμισυ τούτου διακόσιους πεντήκοντα και καλάμου ευώδους διακόσιους πεντήκοντα και ίρεως πεντακόσιους σίκλους του αγίου και έλαιον εξ ελαίων ειν και ποιήσεις αυτό έλαιον χρίσμα άγιον, μύρον μυρεψικόν τέχνη μυρεψού˙ έλαιον χρίσμα άγιον έσται» (Έξ. 30, 22-25).


Οι αρχιερείς κατά την παραλαβήν των αργυρών ληκύθων.

Περί του αγίου Μύρου, εν τη διαδρομή των αιώνων, απαντώσι και αι ονομασίαι «έλαιον ευχαριστίας», «έλαιον χρίσεως», «χρίσμα», «χρίσμα ευχαριστίας», «χρίσμα επουράνιον», «μυστικόν χρίσμα», «μύρον», «Θείον μύρον», «μύρον μυστικόν», «μέγα μύρον», «άγιον και μέγα μύρον». Σήμερον, γενικώς χρησιμοποιείται ο όρος «Άγιον Μύρον».
Το Άγιον Μύρον ετοιμάζεται εξ ελαίου και άλλων ευωδών ουσιών, τα οποία συμβολίζουσι τα ποικίλα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, ων δέκτης καθίσταται ο χριόμενος χριστιανός. Η παλαιοτέρα συγκεκριμένη είδησις «περί της ύλης του μύρου» και ο αρχαιότερος κατάλογος των προς παρασκευήν και έψησιν τούτου χρησιμοποιουμένων συστατικών, όστις διασώζεται μέχρις ημών, ανάγεται εις τον Η’ αιώνα. Εν τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω υφίσταται επίσημος «Κατάλογος των ειδών των αρωμάτων, εξ ων συντίθεται το Άγιον Μύρον», όστις αριθμεί 57 είδη.
Πληροφορίαι περί του τρόπου καθαγιασμού του Αγίου Μύρου κατά τους πρώτους αιώνας του Χριστιανισμού ελλείπουσι παντελώς. Η παλαιοτέρα σχετική πληροφορία αναφέρεται εις την Αποστολικήν Παράδοσιν του Ιππολύτου. Νεώτεροι διατάξεις περί καθαγιασμού του Αγίου Μύρου περιελήφθησαν εν τω εν χρήσει εντύπω Μεγάλω Ευχολογίω και εν τω Ευχολογίω του Γκόαρ. Εν τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω κατά τον ΙΘ’ αιώνα και αρχάς του εικοστού αιώνος, κατεβλήθησαν ιδιαίτεροι προσπάθειαι προς αναθεώρησιν της άχρι τότε εν χρήσει Τάξεως και Ακολουθίας καθαγιασμού του Αγίου Μύρου και ανασύνταξιν νέας τοιαύτης. Σχετικαί Ακολουθίαι εξεδόθησαν τύποις κατά τα έτη 1890,1912 και 1960.
Συμφώνως προς την ακολουθούμενην εν τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω τυπικήν διάταξιν παρασκευής και καθαγιασμού του Αγίου Μύρου, την Κυριακήν των Βαΐων, ο Πατριάρχης, μετά την δοξολογίαν, ευλογεί τον Άρχοντα Μυρεψόν και τους συνεργήσοντας εν τη εψήσει του Αγίου Μύρου, φέροντας λευκούς ποδήρεις χιτώνας, και επιτίθησι τω Άρχοντι Μυρεψώ το εκ μετάξης λέντιον.
Την Αγίαν και Μεγάλην Δευτέραν, μετά την Θείαν Λειτουργίαν των Προηγιασμένων, ο Πατριάρχης προσέρχεται εις το παρά τον Πάνσεπτον Πατριαρχικόν Ναόν του αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου καταλλήλως ηυπρεπισμένον Κουβούκλιον, ένθα οι προς έψησιν του Αγίου Μύρου λέβητες, και ευλογεί την έναρξιν του κύκλου των επί καθαγιασμώ του Αγίου Μύρου ιερών τελετών, διά τελέσεως αγιασμού. Ακολούθως ραντίζει διά του ηγιασμένου ύδατος τα παρασκευασθέντα υλικά, τα προς χρήσιν σκεύη και τους λέβητας, είτα δε, κρατών ανημμένην λαμπάδα, άπτει τα υφ’ έκαστον λέβητα τεδειμένα τεμάχια παλαιών ιερών εικόνων μετά φρυγάνων μεμιγμένα. Εν συνεχεία ο Πατριάρχης αναγινώσκει κεφάλαια τινά εκ του ιερού Ευαγγελίου. Η ανάγνωσις περικοπών εκ της Καινής Διαθήκης συνεχίζεται υπό των παρισταμένων αγίων Αρχιερέων, Κληρικών της Πατριαρχικής Αυλής και άλλων Κληρικών. Η τάξις αύτη των αναγνωσμάτων εξακολουθεί καθ’ όλην την ημέραν της Μ. Δευτέρας, Μ. Τρίτης και Μ. Τετάρτης.
Την Αγίαν και Μεγάλην Τρίτην, μετά την Θείαν Λειτουργίαν των Προηγιασμένων, ο Πατριάρχης προσέρχεται και αύθις εις το ιερόν Κουβούκλιον, ένθα ψάλλεται ο Μικρός Παρακλητικός Κανών της Θεοτόκου και μνημονεύει πάντων εν γένει των υπέρ της παρασκευής του Αγίου Μύρου εις είδη, χρήμα και εργασίαν εισενεγκόντων.
Την Αγίαν και Μεγάλην Τετάρτην, μετά την Θείαν Λειτουργίαν των Προηγιασμένων, ο Πατριάρχης προσέρχεται και πάλιν εις το ιερόν Κουβούκλιον και, μετά μικράν ιεροτελεστίαν, εμβάλλει εις τους λέβητας το ροδέλαιον και τον μόσχον και τα υπόλοιπα ευώδη έλαια. Εντός της ημέρας συντελείται η έψησις του Αγίου Μύρου και προπαρασκευή πάντων των σχετικών.


Την Αγίαν και Μεγάλην Πέμπτην, μετά την απόλυσιν του Όρθρου εν τω Πατριαρχικώ Παρεκκλησίω του αγίου Αποστόλου Ανδρέου, και μετά την αμφίεσιν του Πατριάρχου και των αγίων Αρχιερέων, άρχεται, εν λιτανεία, ηχούντων των κωδώνων, η προς τον Πάνσεπτον Πατριαρχικόν Ναόν κάθοδος εκ του Πατριαρχικού Οίκου. Κατά την κάθοδον ο Πατριάρχης κρατεί την μικράν Μυροθήκην, ο Α’ τη τάξει των αγίων Αρχιερέων αλάβαστρον περιέχον προηγιασμένον Μύρον (ήτοι άγιον Μύρον εκ προγενεστέρου καθαγιασμού), ο Β’ τη τάξει των αγίων Αρχιερέων αλάβαστρον περιέχον μήπω αγιασθέν Μύρον, οι λοιποί Αρχιερείς μικρά αργυρά δοχεία, περιέχοντα Μύρον εκ του προς καθαγιασμόν παρασκευασθέντος, εικοσιτέσσαρες δε Αρχιμανδρίται κρατούντες, ένθεν και ένθεν, τα δώδεκα μεγάλα αργυρά δοχεία, περιέχοντα το προς καθαγιασμόν Μύρον. Περί το πέρας της Θείας Λειτουργίας, και μετά την εκφώνησιν «Και έσται τα ελέη του Μεγάλου Θεού», του Μ. Αρχιδιακόνου εκφωνούντος το «Πρόσχωμεν», εν γονυκλισία του συμπροσευχομένου λαού, ο Πατριάρχης καθαγιάζει το Άγιον Μύρον, κατά την επί τούτω Τυπικήν Διάταξιν. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, κατά την αυτήν τάξιν της καθόδου εκ του Πατριαρχικού Παρεκκλησίου εις τον Πατριαρχικόν Ναόν, μεταφέρεται το καθαγιασθέν άγιον Μύρον εκ του ιερού Ναού εις το Πατριαρχικόν Μυροφυλάκιον, ένθα αποτίθενται τα αλάβαστρα και τα δοχεία τα περιέχοντα το Άγιον Μύρον και γίνεται η απόλυσις της Θείας Λειτουργίας.


Μεγάλη Πέμπτη – Το Παρεκκλήσιον του Αγίου Ανδρέου με τους αργυρούς αμφορείς και τα άμφια του Οικ. Πατριάρχου. (1982)

Ο καθαγιασμός του Αγίου Μύρου τελείται μόνον υπό των επισκόπων, ουχί δε υπό των πρεσβυτέρων. Η εν προκειμένω παράδοσις εν τη Εκκλησία είναι σταθερά και ομόφωνος. Προϊόντος όμως του χρόνου, ενώ η παράδοσις αύτη, ως προς τους πρεσβυτέρους παραμένει αμετακίνητος, μεταβάλλεται ως προς τους επισκόπους, το δε κοινόν πάντων των επισκόπων δικαίωμα περιέρχεται σταδιακώς εις τους επισκόπους επισημότερων τινών Εκκλησιών, εις τους Πατριάρχας, τέλος δε μόνον εις τον Οικουμενικόν Πατριάρχην. Άλλαις λέξεσιν, ενώ έκαστος επίσκοπος δικαιούται ίνα καθαγιάζη το άγιον Μύρον αρχιερατικώ δικαίω, δεν δικαιούται όπως πράττη τούτο εκκλησιαστικώ δικαίω. Φαίνεται ότι τρία είναι τα κυριώτερα αίτια, τα οποία συνετέλεσαν εις τον περιορισμόν του δικαιώματος του καθαγιάζειν το Άγιον Μύρον, κατ’ αρχάς μεν εις τους Πρώτους εκάστης εκκλησιαστικής περιφερείας, εν συνεχεία δε εις τον Οίκουμενικόν Πατριάρχην: α) η σπάνις των ειδών και η δυσχέρεια όπως παρασκευάζη έκαστος επίσκοπος το Άγιον Μύρον, β) Η ολονέν αύξουσα έξαρσις του Πρώτου ή Προκαθημένου έκαστης ευρυτέρας εκκλησιαστικής περιφερείας, και γ) Η ιδιάζουσα θέσις, ην εν τη παρόδω των αιώνων το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ελάμβανεν έναντι των Πατριαρχείων της Ανατολής και ο μητρικός δεσμός της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως προς τας επί μέρους Εκκλησίας των λαών εκείνων, οι οποίοι εδέχθησαν την χριστιανικών πίστιν παρά των ιεραποστόλων αυτής.
Εν τη πραγματικότητι, η τοιαύτη συγκέντρωσις του δικαιώματος του καθαγιάζειν το Άγιον Μύρον εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον δεν έχει την έννοιαν εξαρτήσεως και υποταγής των επί μέρους Εκκλησιών, αλλ’ αποτελεί απτόν και ορατόν σημείον ενότητος και δεσμού των κατά τόπους Πατριαρχείων κάί Αυτοκεφάλων Εκκλησιών προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, σημείον όπερ τυγχάνει απαραίτητον, ουχί προς έξαρσιν της θέσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν τη Ορθοδοξία, αλλά προς ύπαρξιν αισθητού τινος σημείου ενότητος του συγκροτήματος των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών. Πάντως, εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, Άγιον Μύρον καθαγιάζουσιν σήμερον, πλην του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και τα Πατριαρχεία Μόσχας, Βελιγραδίου και Βουκουρεστίου, ίσως δε και άλλαι τινές Ορθόδοξοι Εκκλησίαι.
Ως και εν αρχή ελέχθη, το ΄Αγιον Μύρον χρησιμεύει πρωτίστως και κυρίως εν τη τελέσει του μυστηρίου του Χρίσματος, το οποίον παρέχεται ευθύς μετά το μυστήριον του Βαπτίσματος, αποτελεί όμως ίδιον, διακεκριμένον από του Βαπτίσματος μυστήριον. Διά του μυστηρίου του Χρίσματος, κατά την διδασκαλίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, μεταδίδονται τοις βαπτιζομένοις αι δωρεαί και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, προς ενίσχυσιν αυτών εν τη κατά Χριστόν ζωή, εις ην εμυήθησαν διά του Βαπτίσματος, και προς καθοπλισμόν αυτών εις τους κατά της αμαρτίας και των προσβολών του πονηρού αγώνας, ίνα αυξηθώσιν «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. 4,13).
Το Άγιον Μύρον χρησιμοποιείται επίσης διά την χρίσιν των ετεροδόξων και πεπτωκότων, προσερχόμενων εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, εν τοις εγκαινίοις των ιερών Ναών και διά την καθιέρωσιν των αγίων Τραπεζών, την καθιέρωσιν των ιερών αντιμηνσίων, και δι’ ετέρας τινάς ιεροτελεστικάς περιπτώσεις. Άλλοτε εχρησιμοποιείτο και διά την χρήσιν των Ορδοδόξων Βασιλέων, κατά την στέψιν αυτών.

Πηγή: Μητροπολίτου Προύσης και Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Χάλκης κ. Ελπιδοφόρου, Ημερολόγιο 2012, Έκδοσις Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Χάλκης