Ορθόδοξη πίστη

Βυζαντινές εικόνες της Παναγίας στη Ρωσία

12 Νοεμβρίου 2012


Η Παναγία του Σμολένσκ

Βυζαντινή εικόνα της Οδηγήτρια με την οποία – κατά την παράδοση – ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ’ ο Μονομάχος, ευλόγησε τους γάμους της κόρης του Πριγκίπισσας Αναστασίας με τον τότε Ηγεμόνα του Τσερνίκωφ και έπειτα Μεγ. Ηγεμόνα του Κιέβου Βζέβολοντ Α’ Γιαροσλάβιτς (1078 – 1093), το 1046. (Ο Βζέβολοντ ήταν τέταρτος γιος του Μεγ. Ηγεμόνα Γιαροσλάβου του Σοφού (1019 – 1054) και της Σουηδής Πριγκίπισσας Ειρήνης (αγ. Άννας, + 1050). Αργότερα, ο γιος του Βζέβολοντ και της Αναστασίας Βλαδίμηρος Β’ ο Μονομάχος, Μεγ. Ηγεμόνας του Κιέβου, κατέθεσε την εικόνα στον Καθεδρικό Ναό Κοιμ. Θεοτόκου στο Σμολένσκ, απ’ όπου πήρε το όνομά της.

Η Παναγία του Σμολένσκ συνδέθηκε με πολλές εθνικές περιπέτειες της Ρωσίας και σ’ αυτήν αποδόθηκαν κατά καιρούς σημαντικές νίκες των Ρώσων. Το 1239, η διάσωση του Σμολένσκ από τις ορδές των Τατάρων, έγινε μετά από θαυματουργική επέμβαση της Παναγίας. Κατά την παράδοση, όταν η στρατιά του Χαν Μπατού είχε στρατοπευδεύσει 16 μόλις μίλια από την πόλη και ετοίμαζε την επίθεσή της, μία υπερκόσμια φωνή από την εικόνα της Παναγίας διέταξε τον φύλακα του ναού να καλέσει τον ευσεβή πολεμιστή Μερκούριο. Η ίδια φωνή έδωσε στη συνέχεια εντολή στον Μερκούριο να σκοτώσει τον Τάταρο πολέμαρχο μέσα στη σκηνή του, αποκομίζοντας για τον εαυτό του τον μαρτυρικό στέφανο. Ο Μερκούριος πράγματι εκτέλεσε την Θεομητορική εντολή και έτσι ο εχθρός αποσύρθηκε.

Στις αρχές του 16ου αι. η εικόνα μεταφέρθηκε στη Μόσχα, πενήντα χρόνια όμως αργότερα ο λαός του Σμολένσκ ζήτησε δυναμικά την επιστροφή της. Η εικόνα πράγματι επιστράφηκε και στη θέση της, στον Καθεδρικό Ναό Ευαγγ. Θεοτόκου Κρεμλίνου, τοποθετήθηκε το πλέον γνωστό αντίγραφό της.

Στις αρχές του 17ου αι. ο Τσάρος Βασίλειος Δ’ Σουϊσκυ (1606 – 1610), τιμώντας την ένωση του Σμολένσκ με το Ρωσικό κράτος, ίδρυσε στη Μόσχα την Μονή Νοβοντεβίτσυ. Στο καθολικό της μονής αυτής που τιμάται στο όνομα της Παναγίας του Σμολένσκ, κατατέθηκε και σώζεται μέχρι σήμερα το αντίγραφο του Κρεμλίνου.

Το πρωτότυπο μεταφέρθηκε και πάλι στη Μόσχα το 1812, κατά την εισβολή των Γάλλων. Η καταστροφή του Ναπολέοντα στη Μάχη του Μποροντίνο αποδόθηκε και πάλι στη Θεομήτορα.

Η Παναγία του Σμολένσκ τιμάται την 28η Ιουλίου. Τα πλέον γνωστά αντίγραφά της είναι εκείνα του Ούστιουγκ (1290), του Ιγκρίτς (1624), του Γιαροσλάβ (1642), του Σουϊσκ (1654), της Κοστρόμας (1672), της Λαύρας του αγ. Σεργίου (1730), του Σουπράζλ Πολωνίας (16ος αι.) και τα λεγόμενα «του Χριστοφόρου» (16ος αι.) και «του Νότου».

Η Τσεστοχόβα της Πολωνίας

Είναι ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος η λεπτομέρεια, ότι το πιο σημαντικό θρησκευτικό κειμήλιο της Παπικής Πολωνίας, η λεγόμενη «Μαύρη Μαντόνα» η Τσεστοχόβα, είναι μία αρχαία Βυζαντινή εικόνα της Παναγίας.

Δεν είναι γνωστή η εποχή, ούτε οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η εικόνα έφθασε από το Βυζάντιο στην Ηγεμονία της Γαλικίας, για μεγάλο πάντως διάστημα ήταν κατατεθειμένη στο ναό του φρουρίου του Μπελτζ, στην περιοχή του Χολμ της Δυτικής Ρωσίας, όπου την τιμούσαν σαν ιδιαίτερα θαυματουργή. Όταν στα μέσα του 14ου αι. ο Πολωνός Βασιλιάς Καζιμίρ προσάρτησε την Γαλικία στο κράτος του και άρχισαν οι επιγαμίες μεταξύ των Ηγεμονικών Οίκων των δύο χωρών, η εικόνα μεταφέρθηκε στην Πολωνία από μία Ρωσίδα Πριγκίπισσα και κατατέθηκε στην περίφημη Θεομητορική Μονή του Λαμπρού Όρους («Γιάσνα Γκόρα»), όπου και σήμερα φυλάσσεται.

Η εικόνα έγινε γνωστή στον Ρωμαιοκαθολικό κόσμο τον 17ο αι., κατά την εισβολή των Σουηδών στην Πολωνία. Τότε, κατά την πολιορκία της Μονής του Λαμπρού Όρους από σημαντικές δυνάμεις των Σουηδού Βασιλιά Καρόλου 10ου , ο Ηγούμενος με τους μοναχούς και ελάχιστους στρατιώτες, κατάφερε να αποκρούσει τους εισβολείς και να ανατρέψει την πορεία του πολέμου. Η νίκη αυτή, το έτος 1656, αποδόθηκε στην προστασία της Θεοτόκου και οι βαθύτατα θρησκευόμενοι Πολωνοί με επικεφαλής τον Βασιλιά τους Ιωάννη, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, ανακήρυξαν την Θεοτόκο Βασίλισσα της Πολωνίας.

Η Παναγία της Τσεστοχόβας τιμάται την 6η Μαρτίου και την 27η Αυγούστου.

Η Παναγία του Κόνεβιτς

Βυζαντινή εικόνα, μεταφέρθηκε στη Ρωσία από το Άγιον Όρος Άθω το 1393, από τον οσ. Αρσένιο του Βαλαάμ. Ο Όσιος είχε λάβει την εικόνα ευλογία από τον Γέροντά του Μοναχό Ιωάννη, όταν αποφάσισε να γυρίσει στην πατρίδα του και να ιδρύσει μονή προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου. Κατά την επιστροφή του στη Ρωσία και ενώ έπλεε στη Λίμνη Λαντόγκα, αναζητώντας τόπο κατάλληλο για ίδρυση μονής, ο οσ. Αρσένιος οδηγήθηκε από θύελλα στο νησί Κόνεβιτς. Ερμηνεύοντας το γεγονός σαν έκφραση του θελήματος του Θεού, εγκαταστάθηκε εκεί και ύψωσε ένα ξύλινο παρεκκλήσιο προς τιμήν της Θεοτόκου – όπου κατέθεσε την εικόνα – και ένα κελλί για τον εαυτό του.

Δια μέσου των αιώνων, πολλά θαύματα (κυρίως θεραπείες ασθενών), καταχωρήθηκαν στο Χρονικό της Μονής που δημιουργήθηκε γύρω από τον αρχικό ναϊσκο του οσ. Αρσενίου. Ανάμεσα στα πρώτα μαρτυρείται η εκδίωξη από τον Όσιο πονηρών πνευμάτων που κατοικούσαν σε μεγάλο βράχο του νησιού, τόπο λατρείας των παγανιστών Καρελίων κατοίκων της περιοχής.

Η εικόνα σήμερα φυλάσσεται στη Νέα Μονή Βαλαάμ στη Φινλανδία και τιμάται την 10η Ιουλίου.

Βιβλιογραφία:Dr. Anne Jaasking, “The Icon of the Virgin of Konevitsa”, 1971V. Purmongin, “Orthodoxy in Finland – past and present”, 1984.

Η Παναγία του Ποτσάεφ

Βυζαντινή εικόνα, μεταφέρθηκε τον 16ο αι. από Έλληνα Μητροπολίτη που περιόδευε στη Ρωσία χάριν ελεημοσυνών και το 1559 την άφησε ευλογία στην Άννα Γκοϊσκαγια, την ευσεβή γυναίκα που τον φιλοξένησε. Όταν το 1597 ο αδελφός της Άννας Φίλιππος θεραπεύθηκε θαυματουργικά από την Υπεραγία Θεοτόκο, η οικογένεια έκρινε σκόπιμο να δωρήσει την εικόνα στην παρακείμενη Λαύρα του Ποτσάεφ.

Η τρίτη κατά σειρά Λαύρα της Ρωσικής Εκκλησίας (προηγούνται εκείνες των Σπηλαίων του Κιέβου και της Αγίας Τριάδος – αγ. Σεργίου και έπεται εκείνη του αγ. Αλεξάνδρου Νέβσκι στην Αγία Πετρούπολη), βρίσκεται στη Βολυνία της σημερινής δοτικής Ουκρανίας. Στην περιοχή αυτή τον 10ο αι. ο Μέγας Βλαδίμηρος ίδρυσε την Επισκοπή Βλαδιμήρ Βολυνίας και έκτισε στην πόλη τον Καθεδρικό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ο μικρός λόφος του Ποτσάεφ αναδείχθηκε πολύ νωρίς μοναστικό κέντρο στην περιοχή, επειδή στα πολλά σπήλαιά του έζησαν κατά καιρούς πολλοί ασκητές. Τον 13ο αι. με την εισβολή των Τατάρων και την καταστροφή των μοναστικών κέντρων του Κιέβου, πολλοί μοναχοί της Λαύρας των Σπηλαίων βρήκαν καταφύγιο στα σπήλαια του Ποτσάεβ. Τότε τοποθετείται χρονικά και η εμφάνιση της Υπεραγίας Θεοτόκου σε δύο ερημίτες, στο βράχο όπου και σήμερα σώζεται το αποτύπωμα του ποδός Της! Πρόκειται για το μεγαλύτερο Θεομητορικό σέβασμα της Ρωσικής Ορθοδοξίας. Το αγίασμα που με τρόπο θαυμαστό ρέει από την άνυδρη πέτρα, έχει κατά καιρούς επιτελέσει εξαίσια θαύματα. Το 1832 μαρτυρείται θεραπεία τυφλού κοριτσιού που έφθασε στη Λαύρα μετά από πορεία 100 περίπου μιλίων! Σε παλαιότερη εποχή μαρτυρείται η περίπτωση αδελφού της Λαύρας ο οποίος είχε αιχμαλωτιστεί από τους Τατάρους και βρέθηκε με τρόπο θαυμαστό μέσα στο Καθολικό, κατά την εορτή της Κοιμήσεως.

Η Λαύρα του Ποτσάεφ έγινε μεγάλο ιεραποστολικό κέντρο στις ημέρες του Ηγουμένου της οσ. Ιώβ (+ 1651), μετά την ενωτική «Σύνοδο» της Βρέστης (1596), με την οποία δημιουργήθηκε η Ουνία.

Ο οσ. Ιώβ μόνασε σε ηλικία 12 ετών και το 1597 αναδείχθηκε Ηγούμενος της Λαύρας. Με το τεράστιο για την εποχή του ιεραποστολικό και εκδοτικό του έργο, στήριξε την Ορθοδοξία στην Βολυνία (την μεγάλη γεωγραφική περιοχή της δυτικής Ουκρανίας, η οποία διεκδικήθηκε τόσο από τους Ορθοδόξους Ρώσους, όσο και από τους Παπικούς Πολωνούς). Κοιμήθηκε ειρηνικά το 1651. Η αγιότητα του διακηρύχθηκε Συνοδικά το 1660, οπότε μάλλον ανακομίσθηκε το αδιάφθορο Λείψανό του, το οποίο σήμερα φυλάσσεται στην Λαύρα . (Α. Μοσκώφ, «Όσιος Ιώβ του Ποτσάεφ»· Περιοδικό «Orthodox Russia», τ. 1990). Η μνήμη του είναι ευρύτατα διαδεδομένη και τιμάται την 6η Μαΐου, την 28η Αυγούστου και την 10η και 28η Οκτωβρίου.

Η Λαύρα παρέμεινε κέντρο αγωνιζομένης Ορθοδοξίας στην ευαίσθητη αυτή περιοχή μέχρι το 1720, οπότε την κατέλαβαν οι Ουνίτες. Μετά την Επανάσταση του 1917 οι μοναχοί της γνώρισαν διωγμούς, εφορίες και φυλακίσεις και η προσέλευση προσκυνητών είχε απαγορευθεί. Έμεινε όμως πάντοτε ανοικτή, καταφύγιο του δοκιμαζόμενου Ορθοδόξου λαού.

Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος (1989), άρχισε η αστήλωση της Λαύρας (έχει λαμπρά και εκτεταμένα κτίρια, δύο Καθεδρικούς Ναούς – της Κοιμήσεως και της Αγίας Τριάδος, ο πρώτος σε ρυθμό μπαρόκ, κατάλοιπο της ουνιτικής κατοχής – κ.α.), ενώ η αδελφότητα ενισχύθηκε με την προσέλευση δεκάδων νέων μοναχών.

Η εικόνα του Ποτσάεφ είναι μικρών διαστάσεων και εικονίζει την Θεοτόκο βρεφοκρατούσα. Γύρω από την Θεοτόκο εικονίζονται επτά Άγιοι, προσθήκη πιθανώς των προστατών της οικογενείας που πρώτη δέχθηκε την ευλογία της. Ένα από τα περισσότερο γνωστά αντίγραφά της φυλάσσεται στη Ρωσική Μονή Αγίας Τριάδος Τζόρντανβιλ Νέας Υόρκης.

Τιμάται την 23η Ιουλίου και την 8η Σεπτεμβρίου.

Αρχική δημοσίευση στο Περιοδικό «Ορθόδοξη Μαρτυρία» Λευκωσίας (φ. 51/1997, σελ. 95 – 98), με τον τίτλο «Βυζαντινές Εικόνες που τιμήθηκαν στη Ρωσία».

Πηγή:e-theotokario.blogspot.it