ΓενικάΘεολογία και ΖωήΟρθόδοξη πίστη

Η Θεσσαλονίκη οι θησαυροί και τα μνημεία της Φώτη Κόντογλου

31 Οκτωβρίου 2014

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Τα πιο αρχαία μνημεία της βυζαντινής τέχνης που έχουμε στην Ελλάδα, βρίσκουνται στη Θεσσαλονίκη.

Στα χρόνια της βασιλείας των Βυζαντινών, η Θεσσαλονίκη ήτανε η δεύτερη Κωνσταντινούπολη. Μα κι από τα χρόνια των Ρωμαίων ήτανε πολύ τιμημένη, κι από τότε στέκεται ακόμα η αψίδα του Γαλερίου. Φαίνεται πως αυτού του ίδιου αυτοκράτορα μαυσωλείο ήτανε κι η παράξενη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, που θέλουνε να τη δώσουνε οι δικοί μας στους Τούρκους για να την κάνουνε τζαμί! Αυτό το σεβάσμιο χτίριο στέκεται χίλια εξακόσα πενήντα εφτά χρόνια.

Ο Άγιος Γεώργιος της Θεσσαλονίκης έχει στρογγυλό σκέδιο. Στο κάτω μέρος τον ζώνει ένας φαρδύτερος τοίχος, ένα είδος στοά, χωρίς παράθυρα. Παράθυρα έχει κάτι μικρά στο απάνω μέρος, λίγο παρακάτω από τη σκεπή. Από μέσα έχει οχτώ χιβάδες ανοιγμένες μέσα στον χοντρό τοίχο, που μοιάζουνε μ’ εκκλησάκια. Τον καιρό που έγινε εκκλησία, χτίσανε κατά το ανατολικό μέρος ένα Άγιο Βήμα με τη χιβάδα, όπως συνηθίζεται στις εκκλησιές μας. Αυτό το αυστηρό και σκυθρωπό χτίριο από μέσα δεν έχει άλλο στολίδι, παρεκτός από μια ζώνη από ψηφιδωτά, που είναι κι αυτά αυστηρά και μονότονα, κι έχουνε ρωμαϊκόν χαραχτήρα, μ’ όλο που παριστάνουνε αγίους. Στέκουνται όρθιοι με τα χέρια ανοιχτά σε στάση δεήσεως, ντυμένοι φαρδιά ρωμαϊκά κι ανατολίτικα ρούχα. Από πάνω από τον καθέναν είναι γραμμένο τ’ όνομά του κι η ημερομηνία που εορτάζεται. Αυτοί οι άγιοι είναι μικροί και χάνουνται μπροστά στα υψηλά χτίρια που ορθώνουνται από πίσω τους, χτίρια πολύπλοκα, σαν εκείνα που είναι ζωγραφισμένα στην Πομπηία, χτίρια ρωμαϊκά κι ανατολίτικα μαζί, από εκείνα τα παράξενα που σώζουνται στη Συρία, στην Παλμύρα, στην Πέτρα της Αραβίας κι αλλού. Όλη η ζώνη είναι χωρισμένη σε οχτώ χωρίσματα, και στο κάθε χώρισμα παριστάνεται ένα χτίριο, που έχει στη μέση μια μεγάλη πόρτα η χιβάδα και στα πλάγια άλλα όμοια χτίρια με αετώματα, με κολόνες, με θυρίδες. Από πάνω έχει άλλο ένα πάτωμα με παρόμοια χτίρια, όλα καταστολισμένα και πλουμισμένα με λογής-λογής χρυσά κεντίδια και με χτυπητά χρώματα. Μέσα σ’ αυτό το μπέρδεμα της αρχιτεκτονικής, οι άγιοι δεν φαίνουνται καλά-καλά. […]

Μια φορά που πήγαμε ώς τη Θεσσαλονίκη, μπορούμε νάρίξουμε μια ματιά και σε κάποιες άλλες από τίς αρχαίεςεκκλησιές που βρίσκουνται σ’ αυτή τη θρησκευτική πολιτεία.

Πρώτη και καλύτερη είναι ο Άγιος Δημήτριος, που κάηκεμόλις πήραμε τη Θεσσαλονίκη, και χρειαστήκανε πολλάχρόνια ώς να τόν ξαναχτίσουνε όπως ήτανε, χωρίς νάπαραμορφωθεί καθόλου· μοναχά, αντί για τήν ξύλινησκεπή που είχε, τήν κάνανε από τσιμέντο, μα τόσοεπιτυχημένα, που δέν παραλλάζει από ξύλο. Κατά καλή τύχη, η φωτιά δεν πείραξε τις θαυμαστές ψηφιδωτές εικόνες, κι έτσι στολίζουνε πάλι τον ναό, που αληθινά ξαναζωντάνεψε σαν τον φοίνικα από τη στάχτη του.

 

Άλλη επίσημη αρχαία εκκλησία είναι η Αγία Σοφία,στολισμένη κι αυτή με ψηφιδωτά που σκεπάζουνε τόντρούλο της. Δέν παριστάνουνε τόν Παντοκράτοραδορυφορούμενον από τίς αρχαγγελικές δυνάμεις κι απότούς προφήτες, όπως είναι το πιο συνηθισμένο, αλλά τήνΑνάληψη. Σε πολλές αρχαίες εκκλησίες συνηθίζανε νάβάζουνε στόν τρούλο αυτή τήν «υπόθεσιν», δηλαδή τήνΑνάληψη, γιατί έρχεται πολύ καλά στο σκέδιό του.

Στο κέντρο παριστάνεται πάλι ο Χριστός, αλλά όχι έως τόστήθος, όπως ο Παντοκράτωρ, αλλά ολόσωμος, μέσα σ’έναν φωτεινόν κύκλο, τη «δόξα». Με το δεξί χέρι ευλογά,και με το άλλο βαστά τυλιγμένο χαρτί. Το σχήμα του είναι κοντόφαρδο, με μεγάλο ανατολίτικο κεφάλι, αυστηρά και μεγάλα μάτια, κοντά πόδια. Δυό άγγελοι σηκώνουνε τον Κύριο πετώντας κάτω από τα πόδια του, με σώματα μακριά και λυγερά, ολότελα διαφορετικά από του Χριστού, που είναι σαν μαζεμένος. Γύρω, επάνω στο λεγόμενο «τύμπανον», δηλαδή στο στεφανωτό μέρος του τρούλου που βάζουνε τα παράθυρα (η Αγία Σοφία δεν έχει παράθυρα), στέκουνται οι Δώδεκα Απόστολοι έχοντας στη μέση την Παναγία, που τη δορυφορούνε δυό άγγελοι. Η Παναγία στέκεται ίσια-ίσια κάτω από τα πόδια του Χριστού, κι έχει τα χέρια της ανοιχτά, κοιτάζοντας προς τ’ απάνω. Από τους δυό αγγέλους ο ένας δείχνει τον Χριστό που ανεβαίνει στον ουρανό, κι ο άλλος ευλογά. Ανάμεσα στους αποστόλους είναι κι οι τέσσερες Ευαγγελισταί και βαστάνε τα Ευαγγέλια. Άλλος κοιτάζει κατά τον ουρανό κάνοντας ίσκιο με το χέρι του, άλλος δείχνει τον δάσκαλό του που φεύγει από τη γη. Οι περισσότεροι έχουν γυρισμένο το κεφάλι τους προς τ’ απάνω. Μοναχά ο ένας στέκεται σκυφτός, με το χέρι στο πρόσωπό του, και κοιτάζει χάμω σαν να κλαίγει, γιατί αποχωρίζεται τον γλυκό του διδάσκαλο. Τα σώματά τους είναι όλα υψηλά, λιγνόβεργα σαν τα κυπαρίσσια που είναι ζωγραφισμένα ανάμεσά τους, χωρίζοντας τον έναν από τον άλλον, και που μ’ αυτά θέλησε ο τεχνίτης να παραστήσει τα ελαιόδεντρα απάνω στο Όρος των Ελαιών. Όλοι είναι ντυμένοι με άσπρα ρούχα, κι οι δίπλες τους είναι γραμμένες με ελαφρά χρωματιστά ισκιώματα, που σκεδιάζουνε τα σώματα που είναι τυλιγμένα μ’ αυτά. Μοναχά οι διπλές λουρίδες που τα στολίζουνε είναι γραμμένες με ζωηρά χρώματα απάνω στ’ άσπρα ρούχα. Η γης είναι όλο βράχους που πετιούνται στρογγυλοί κάτω από τα πόδια των αποστόλων, κι από τους αρμούς ξεφυτρώνουνε τα δέντρα ίσια σαν κολόνες κι έχοντας στην κορφή τους από μια φούντα χρυσά φύλλα.

Σε κείνον που βλέπει την Παναγία, τους αγγέλους και τους αποστόλους, στεκόμενος στο ίσιο που πατάνε, φαίνουνται τα σώματα πολύ μακρόστενα, μάλιστα από τη μέση και κάτω είναι παρά φύση τραβηγμένα. Η κοιλιά και τα πόδια είναι περισσότερο από τέσσερες φορές όσο είναι το στήθος. Της Παναγίας η μέση είναι λίγο παρακάτω από τον λαιμό της, τα χέρια της κοντά σαν σακάτικα. Το ίδιο και στ’ άλλα πρόσωπα. Μα σαν κοιτάζει ο προσκυνητής από κάτω, θα βλέπει τα σώματα με τις κανονικές αναλογίες. Ο τεχνίτης τα δούλεψε έτσι ξέροντας πως, αν τα σκεδίαζε κανονικά εκεί ψηλά που βρίσκουνται, από κάτω θα φαινόντανε κοντοπόδαρα, επειδής ο τοίχος είναι γυριστός στο απάνω μέρος και δείχνει μακρύ το σώμα από το στήθος κι απάνω, ενώ η κοιλιά και τα πόδια κονταίνουνε, επειδή στο κάτω μέρος ο τοίχος κατεβαίνει ίσιος, και το μάτι ξεγελιέται. Ο ίδιος ο τεχνίτης έκανε τον Χριστό κοντοπόδαρον γιατί είναι στη μέση του τρούλου, που ανοίγει η ματιά και μακραίνουνε τα σχήματα.

Αυτά κι άλλα πρέπει να τα ’χουνε στόν νου τους κάποιοιπού κάνουνε τόν προφέσορα και κατηγορούνε τούςΒυζαντινούς τεχνίτες, πρίν ακόμα πάρουνε είδηση πώςδουλεύανε αυτοί οι μαστόροι, που ήτανε οι πιο δυνατοίσκεδιαστές. Γιατί σκέδιο δεν είναι το να ζωγραφίζει κανένας φυσικά, αλλά μαστορικά. «Ο νοών νοείτω».

Στις εκκλησιές της Θεσσαλονίκης, εκτός από τα ψηφιδωτά,υπάρχουνε και πολλές τοιχογραφίες, δηλαδή εικόνεςζωγραφισμένες με ασβεστοχρώματα. Οι περισσότερεςείναι ζωγραφισμένες κατά το σύστημα που το λένε οιαρχαιολόγοι «ελληνιστικό», δηλαδή με πολλά και ζωηράχρώματα, με ροδαλά πρόσωπα, με σώματα γερά καίπολλές φορές βαριά, κι όχι με λίγα χωματένια χρώματα, μέλεπτά κι ασκητικά κορμιά, με πρόσωπα ηλιοκαμένα,γεμάτα μυστήριο. Σ’ αυτή τήν τέχνη έχει δουλέψει «ο εκΘεσσαλονίκης λάμψας πανήλιος ο Πανσέληνος, όστιςλάμπων ποτε εις τήν ζωγραφικήν επιστήμην ωσάν άλλοςήλιος και χρυσολαμπροκίνητος σελήνη, υπερηκόντισε καίκατεκάλυψε με τήν θαυμαστήν τέχνην του όλους τούςπαλαιούς και νέους ζωγράφους».

Η Θεσσαλονίκη έβγαλε πλήθος φημισμένους ζωγράφουςαπό τόν καιρό τών αρχαίων Ελλήνων ώς το πάρσιμό τηςαπό τούς Τούρκους. Η Αθήνα γέννησε τους πιο ξακουσμένους γλύπτες. Η Θεσσαλονίκη έβγαλε τους πιο λαμπρούς ζωγράφους.

 

Τι μας λείπει και πάμε στα Παρίσια και στ’ άλλα μέρη της Ευρώπης για να μάθουμε τέχνη, χωρίς να μαθαίνουμε τίποτα; Να δούμε πότε θ’ ανακαλύψουμε εμείς οι Έλληνες την Ελλάδα, όπως ανακάλυψε την Αμερική ο Κολόμβος!

 

ΠΗΓΗ : Φώτη Κόντογλου, Η πονεμένη ρωμιοσύνη, εκδ. Άγκυρα

 

Πηγή: tribonio.blogspot.gr