Θαύματα και θαυμαστά γεγονόταΘεολογία και ΖωήΠεμπτουσία· Ορθοδοξία-Πολιτισμός-Επιστήμες

Ο Παναγιώτης Σωτ. Κουτσού αποτύπωνε στο προσωπικό του ημερολόγιο… το καθημερινό του μαρτύριο

21 Δεκεμβρίου 2016

imagehandler

Υπήρξε υπόδειγμα ανθρώπου και οικογενειάρχη. Ήταν μετριόφρων, πράος, ευγενικός και τίμιος. Όλοι όσοι τον γνώριζαν μιλάνε με τα καλύτερα λόγια για εκείνον. Τα παιδιά του έχουν στα χέρια τους το μεγαλύτερο δώρο, το ημερολόγιο του.

Χριστιάνα Διονυσίου

Ο κύριος Παναγιώτης αποτύπωνε στο προσωπικό του ημερολόγιο, το καθημερινό του μαρτύριο. Περιγράφει τις ελεεινές συνθήκες ζωής στις φυλακές κατά την περίοδο της αιχμαλωσίας του αλλά και τη δολοφονία του πατέρα του. Η ιστορία του καθώς και το μήνυμα του παιδιού του, προκαλούν μεγάλη συγκίνηση.

Ο κύριος Παναγιώτης Κουτσού…

Γεννήθηκε στις 16/7/1957 στην Περιστερωνοπηγή Αμμοχώστου. Έχει 6 αδέλφια εκ των οποίων τον Νίκο Κουτσού, πολιτευτή και τον Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου του Άγιου Όρους, Γέροντα Εφραίμ. Παντρεύτηκε την κυρία Ουρανία το 1981 και απέκτησαν 6 παιδιά. Διαγνώστηκε με όγκο στον εγκέφαλο και υπέφερε για 2 περίπου χρόνια. Πέθανε την 1/1/2013, μια βδομάδα μετά το γάμο της μεγαλύτερης του κόρης.

Ήταν ανάμεσα σε εκείνους που…

Συνελήφθησαν από τις τουρκικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια της εισβολής και στάλθηκαν ως αιχμάλωτοι στην Τουρκία. Αφέθηκε ελεύθερος στις 25/09/1974 με εμφανή σημάδια κακοποίησης και βασανιστηρίων.

Η περιπέτεια της αιχμαλωσίας του κύριου Παναγιώτη Κουτσού…

 

14/8/1974…

Γράφει στο ημερολόγιο του:

«Ήταν πολύ πρωί και μαζί με τον πατέρα αλλά και τον αδελφό μου, αποφασίσαμε να πάμε πίσω στο χωριό για να ταΐσουμε τα ζώα μας που ήταν νηστικά. Νομίζαμε ότι συμφωνήθηκε εκεχειρία…

Ξεκινήσαμε από το Παραλίμνι και φτάνοντας στην Δερύνεια, βρήκαμε μερικούς δικούς μας στρατιώτες. Τους ρωτήσαμε αν ο δρόμος προς την κατεχόμενη Αχερίτου ήταν ανοικτός. Μας είπαν πως είναι εντάξει να πάμε και μάλιστα ένας από αυτούς, μας είπε: «Πηγαίνετε βρε, μην φοβάστε».

Οδηγούσα ένα Volkswagen (ΗΑ 221) και με το τραγούδι στα χείλη προχώρησα. Όταν φτάσαμε στο χωριό συναντήσαμε ξανά στρατιώτες. Ο πατέρας μου, μας είπε: «Προχωράμε είναι δικοί μας» αλλά εκείνοι βρέθηκαν μπροστά από το αμάξι μας και αναγκάστηκα να σταματήσω. Μας έκαναν νόημα να κατέβουμε και τότε ο πατέρας μου, κατάλαβε ότι ήταν Τούρκοι.

Βγήκαμε έξω απ’ το αυτοκίνητο με ψηλά τα χέρια και εκείνοι μας οδήγησαν σε κάτι οικόπεδα, 50 περίπου μέτρα μέσα από το δρόμο. Εκεί είχε ακόμη 12 άτομα, τους είχαν συλλάβει από πριν.

Μας πήρανε ότι είχαμε πάνω μας, ρολόι, λεφτά, ταυτότητες, διαβατήρια κτλ. Όταν τελείωσαν, ένας Τούρκος στρατιώτης, ζήτησε του πατέρα μου και ενός άλλου ανθρώπου, να τον ακολουθήσουν. Τους πήγε 20 μέτρα πιο μακριά και έβαλε τον έναν δίπλα στον άλλον, έπειτα πήγε μερικά μέτρα πίσω.

Είχα γυρίσει προς το μέρος του αδελφού μου και του είπα: «Αδελφέ ο πατέρας μας πάει». Πριν τελειώσω την κουβέντα μου, άκουσα πυροβολισμούς και τότε είδα τον πατέρα μου να πέφτει χάμω. Βάλαμε τα κλάματα και τότε ο Τούρκος ήρθε πίσω σε μας. Είχα πέσει με τα γόνατα κατάχαμα μα όταν μας φώναξε, σηκώθηκα και αγκάλιασα τον αδελφό μου.

koutsou222

Στη συνέχεια έβαλαν και εμάς σε μια γραμμή, στη γραμμή της δολοφονίας…

Ήταν οπλισμένοι και έτοιμοι να μας σκοτώσουν, μα ακούστηκε μια σφυριά και σταμάτησαν. Τότε ψιθύρισα στον αδελφό μου: «Σωθήκαμε». Έτσι κι έγινε!

Πίσω μας βρισκόταν ο πατέρας μας βουτηγμένος στο αίμα, δεν μπορούσαμε να τον βλέπουμε, φύγαμε από τη γραμμή και πήγαμε προς το μέρος του. Κλαίγαμε δυνατά και οι Τούρκοι για να σταματήσουμε, μας έδωσαν από δυο σφαλιάρες και μας οδήγησαν πίσω στη θέση μας. Έπειτα ήρθαν και μας πήραν άλλοι στρατιώτες. Μας ρώτησαν που βρίσκονταν οι αιχμάλωτοι τους και όταν τους απάντησα ότι δεν ξέρω, μου έδωσαν ακόμα μια σφαλιάρα. Αυτή τη φορά, ήταν πολύ πιο δυνατή με αποτέλεσμα να σπάσουν τα γυαλιά μου.

Μετά από λίγο άρχισαν να φέρνουν και άλλους ανθρώπους. Δε ήταν μόνο άνδρες αλλά και γυναίκες, παιδιά.  Μας μάζεψαν όλους σε ένα μέρος και αφού έκαναν τον ίδιο έλεγχο με πριν, χώρισαν τους άνδρες από τις γυναίκες.

Στη συνέχεια, ήρθαν μερικά λεωφορεία και μέσα μπήκαν οι γυναίκες και τα παιδιά. Μας είπαν ότι τους άφησαν ελεύθερους. Τους άνδρες, μας μετέφεραν στο διπλανό οικόπεδο μέχρι που ήρθαν φορτηγά αλλά και μερικά λεωφορεία. Μας έβαλαν όλους μέσα και μας πήγαν στο χωριό Στύλλοι.

Στο δρόμο, βλέπαμε τους Τούρκους στρατιώτες να κάθονται μέσα στα ελληνικά σπίτια σαν αγάδες. Βλέπαμε που έσπαζαν τις πόρτες των καφενείων και των σπιτιών, έμπαιναν μέσα και άρπαζαν ότι έβρισκαν μπροστά τους. Αναψυκτικά, χρήματα και πολλά άλλα. Η ειρωνεία είναι ότι κάποια στιγμή, κέρασαν και εμάς. Στο χωριό μείναμε για 2 ώρες περίπου και στη συνέχεια μας πήγαν στο στρατόπεδο του Καράολου.

Εκεί μας υποδέχθηκε ο συνταγματάρχης τους, μας είπε να μην φοβόμαστε και ότι δεν πρόκειται να πάθουμε τίποτα. Μας έγραψαν και μας έβαλαν σε κάμαρες. Ευτυχώς, μπήκα στην ίδια κάμαρα που μπήκε και ο αδελφός μου. Θυμάμαι που του έλεγα: «άντεξε, μη κλαίς, ο Θεός είναι μεγάλος».

Όταν ξημέρωσε, σηκωθήκαμε και καθαρίσαμε τη κάμαρα μας. Στη πόρτα στεκόταν ένας Τούρκος με το όπλο του. Είχε τόσο δολοφονικό βλέμμα που φοβόμουν. Το επόμενο βράδυ μας έφεραν φαγητό. Ένα ψωμί και ένα πιάτο ρύζι, για έξι άτομα.

Το πρωί…

Ακούσαμε να φωνάζουν ονόματα και να σκίζουν ρούχα. Κάποια στιγμή φώναξαν και εμάς, μας έδεσαν τα μάτια και τα χέρια και στη συνέχεια, μας πετούσαν- όπως ακριβώς και τα σκουπίδια- μέσα στα φορτηγά. Όταν φτάσαμε στο γκαράζ Παυλίδη, άρχισαν να μας χτυπούν σαν λυσσασμένοι. Το βράδυ της ίδιας μέρας, μας έδεσαν και μας πήγαν στο λιμάνι της Κερύνειας. Μόλις φτάσαμε στα Μεχμετζίκ, έμπαιναν στα λεωφορεία και μας χτυπούσαν με τα όπλα τους. Αλλά ο Θεός ήταν δίπλα μας ευτυχώς…

Μας είπαν ότι το πλοίο γέμισε και δεν χωρούσε άλλους και έτσι μας έστειλαν πίσω. Όταν φθάσαμε στο Σαράγιο Λευκωσίας, μας έδωσαν παγωμένο νερό να πιούμε και μάλιστα όσο θέλαμε. Μας χώρισαν σε ομάδες και στη συνέχεια μας έβαλαν σε κελί. Στο δικό μου, ήταν ο Σωτήρης, ο Μόδεστος, ο Θεωρής, ο Κρασσιάς και δύο άλλοι που δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομα τους. Μείναμε 5 μέρες και μετά, μας έβαλαν σε ένα πλοίο και ταξιδεύαμε για 42 ώρες περίπου. Τον αδελφό μου τον Τάσο, τον άφησαν στην Κύπρο.

Μας ζητούσαν να φωνάζουμε: «Ζήτω η Τουρκία», «Ζήτω ο Ετσεβίτ». Οι άλλοι έκλαιγαν με λυγμούς και όσο τους άκουγα, έκλαιγα περισσότερο. Μας χτυπούσαν διαρκώς μέχρι που φτάσαμε στις φυλακές τους. Άλλοι με ξύλα, άλλοι με τα όπλα και άλλοι με τα μαστίγια, στάζαμε αίμα από παντού. Ευτυχώς που είχε έλθει ο Συνταγματάρχης τους γιατί τους θύμωσε και έφυγαν. Εάν δεν ερχόταν, δεν θα ζούσε κανείς μας από το πολύ ξύλο.
Στις φύλακες των Αδάνων…

Οι Τούρκοι μας κούρεψαν και μας πήραν δακτυλικά αποτυπώματα. Μας έβγαλαν φωτογραφίες και μας ανέκριναν. Μείναμε εκεί μέχρι τις 09/09/1974 και σίγουρα κανένας μας δεν θέλει να θυμάται αυτές τις μαύρες μέρες…

Σε κάθε μετακίνηση, γινόταν ακριβώς το ίδιο. Μας έδεναν τα μάτια και τα χέρια. Μας έβαλαν στο λεωφορείο αλλά αυτή τη φορά, μας έδωσαν από ένα σακούλι φαγητό στο χέρι.

Μας πήγαν σε ένα άγνωστο μέρος, σε άγνωστες φυλακές. Ήταν 5.30 το απόγευμα. Το νερό που μας έδωσαν να πιούμε ήταν λερωμένο, είχε ούρα και ακαθαρσίες αλλά εμείς το ήπιαμε. Μας έφερναν σαλάτες, ρουβίδια με πέτρες, πατάτες με τα φύλλα, σιτάρι βραστό και από ένα κομμάτι ψωμί. Τις περισσότερες φορές υπήρχαν μέσα και ποντίκια. Εμείς από την πείνα μας τα τρώγαμε. Τι έπρεπε να κάναμε; Να μείνουμε νηστικοί;

Ήμασταν 31 άτομα στον θάλαμο, ανάμεσα τους: ο Στέλιος, ο Πάμπος, ο Χρίστος, ο Κωστάκης, ο Αρτέμης, ο Κώστας και ο Γιώργος ο δάσκαλος. Ήταν όλοι από το Πέλλαπαϊς. Ο Χαμπής ο παρπέρης, ήταν από την Άσσια.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ πως ένιωσα όταν μας ανακοίνωσαν ότι θα μας αφήναν ελευθέρους να πάμε πίσω στα σπίτια μας…

Μας μέτρησαν ξανά και μας έβαλαν σε ομάδες, 10 άτομα στη κάθε μία. Στη πόρτα υπήρχαν 2 στρατιώτες που μας χτυπούσαν καθώς βγαίναμε με τα στρατιωτικά τους παπούτσια. Σε κάθε χωρίο που περνούσαμε με τα λεωφορεία, οι Τούρκοι έβγαιναν έξω από τα σπίτια τους και μας κορόιδευαν.

Όταν μπήκαμε στο πλοίο, αποκοιμηθήκαμε από την κούραση σχεδόν όλοι και μέχρι να ξυπνήσουμε, βρεθήκαμε κιόλας στο λιμάνι της Κερύνειας. Το λιμάνι ήταν γεμάτο από στρατιώτες και αυτοκίνητα. Στο δρόμο βλέπαμε τους εγκλωβισμένους μας που έκλαιγαν και φώναζαν. Η Κερύνεια μας ήταν εντελώς κατεστραμμένη, τα σπίτια όλα ανοιχτά και χαλασμένα, τα δέντρα καμένα. Τις ταμπέλες στο δρόμο, πρόλαβαν και τις αντικατέστησαν με τουρκικές.

Στις 25/09/1974 αφέθηκα ελεύθερος. Αυτή την μέρα θα την γιορτάζω σαν να είναι η ημέρα των γενεθλίων μου».

koutsou333

Ο μικρότερος γιος του μακαριστού Παναγιώτη, Μάξιμος Κουτσού αναφέρει στο ant1iwo:

«Θέλαμε να διαβάσει ο κόσμος μια ιστορία την οποία εμείς διαβάζαμε από παιδιά και αναρωτιόμασταν πως είναι δυνατόν να έχουν περάσει κάποιοι άνθρωποι και μαζί τους και ο δικός μας πατέρας κάτι τέτοιο! Ευχόμαστε να μην επαναληφθούν ποτέ τέτοια περιστατικά σε αυτό το βασανισμένο τόπο και αν τελικά βρεθεί κάποια λύση στο τεράστιο αυτό πρόβλημα της πατρίδας μας, να είναι τέτοια που να εξασφαλίζει τη σιγουριά και την ασφάλεια στους νόμιμους πολίτες αυτού του τόπου και να εξαλείψει κάθε πιθανότητα επανάληψης παρόμοιων γεγονότων όπως του 1974…»

Τώρα Παναγιώτη οι πληγές στη ψυχή και στο σώμα σου γέμισαν με το φώς του Θεού και των Αγγέλων.
Όσο για όλους εκείνους τους Κύπριους που ήτανε μαζί σου και τους αναφέρεις με το μικρό τους όνομα, ευχόμαστε να είναι όλοι καλά στην υγεία τους και ο Θεός να γεμίζει με δύναμη τις ψυχές τους.

Αιωνία σου η μνήμη!

 

Κύρια Πηγή: ant1iwo.com