Πεμπτουσία

Ο μετασχηματισμός της θρησκείας στην Ελλάδα τον 21ο αιώνα (Εύη Ψάλτη, Στέλεχος Επιχειρήσεων, BA (Διοίκηση Επιχειρήσεων), BA (Ιστορία Ευρωπαϊκού Πολιτισμού), MA (Ορθόδοξη Θεολογία))

20 Ιουνίου 2017

Εισαγωγή∗

Στην έναρξη του 21ου αιώνα, στην εποχή της μετανεωτερικότητας, η Χριστιανοσύνη  βρίσκεται σε ένα μεταλλασσόμενο περιβάλλον. Δίχως να παρεκκλίνει από τον σκοπό της, τη σωτηρία του κόσμου, παρακολουθεί την εξέλιξη της ύστερης νεωτερικότητας.[1] Η Ελλάδα,  μία παραδοσιακά Ορθόδοξη κοινωνία, πάντα ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή, αντιμετωπίζει τον θρησκευτικό πλουραλισμό, τον ρατσισμό και τον φονταμενταλισμό.[2] Η Εκκλησία καλείται να δώσει απαντήσεις, να προστατέψει και να επικουρήσει τους ανθρώπους, να απαλλαχθεί από τα βάρη του παρελθόντος και να προσέλθει σε δημόσιο διάλογο στο πλαίσιο των νέων εποχών και της διαπολιτισμικότητας στοχεύοντας πάντα στη σωτηρία του ανθρώπου.[3]

Όλα αυτά οδηγούν σε ένα ακόμα μετασχηματισμό της ιστορικής πραγματικότητας.  Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπενθυμίζει ότι έργο της Εκκλησίας δεν είναι να μετατρέψει τον κόσμο σε παράδεισο αλλά να μην επιτρέψει να μετατραπεί ο κόσμος σε «κόλαση». Τα χριστιανικά προτάγματα είναι τελικά εγγυητές της χριστιανικής πίστης αλλά και της πίστης των Άλλων.[4]

Η Ελλάδα εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης, αλλά και της ιστορικής της εξέλιξης, είχε και έχει ελάχιστες μειονότητες Ελλήνων πολιτών με διαφορετικά θρησκεύματα και πολιτισμούς.  Η συνύπαρξη όλων των διαφορετικού θρησκεύματος Ελλήνων πολιτών, έχει υπάρξει κατά κανόνα ειρηνική. Το 1981, η Ελλάδα εντάχθηκε ως κράτος – μέλος στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (Ε.Ο.Κ.) την σήμερα επονομαζόμενη Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.).[5]  Η είσοδος της Ελλάδας στην Ε.Ε. εκτός των πολλών θετικών αποτελεσμάτων αλλά και κάποιων αρνητικών συνεπειών, είχε και ως αποτέλεσμα την αύξηση εισροής προσφύγων και μεταναστών στην Ελλάδα, διαφορετικών θρησκευμάτων και πολιτισμών.[6] Η αιτία αυτής της αύξησης είναι οι,  δελεαστικές Συνθήκες της Ε.Ε. (Συνθήκη του Schengen – 1985),[7] (Συνθήκη του Maastricht – 1992),[8] (Συνθήκη της Lisbon  – 2009)[9]. Αυτές οι Συνθήκες καθιστούν την Ε.Ε. πόλο έλξης για μετανάστες και πρόσφυγες, διότι αντιμετωπίζουν θετικά τη μετανάστευση,  δίνουν δικαίωμα ελεύθερης μετακίνησης των ανθρώπων μεταξύ των κρατών – μελών και θέτουν τις βάσεις για ομαλή ένταξη στον κοινωνικό ιστό κάθε χώρας. Από την άλλη πλευρά όμως, κανονισμοί του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου όπως ο Κανονισμός «Δουβλίνο ΙΙ» (2003), τοποθετούν την Ελλάδα σε δυσχερέστατο πλαίσιο διαχείρισης του αυξανόμενου όγκου εισροής προσφύγων και μεταναστών.[10] Η γεωγραφική έκταση της Ελλάδας, αν και σχετικά μικρή, έχει αναμφισβήτητα την μακρύτερη ακτογραμμή στην Ευρώπη.[11] Αυτό την καθιστά βασική χώρα υποδοχής προσφύγων και μεταναστών, για τους οποίους και υποχρεούται να μεριμνά για την αίτηση ασύλου τους, τη διαμονή, σίτιση και την υγειονομική περίθαλψή τους.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση, η εγχώρια μέγιστη οικονομική κρίση τα τελευταία έξι έτη, η σε ευρωπαϊκό πλαίσιο άνοδος του νεοφασισμού, οι τρομοκρατικές ενέργειες από φονταμενταλιστές ισλαμιστές, η εισροή παράνομων μεταναστών αλλά και η  «έκρηξη» της εισροής προσφύγων από το 2013 έως και σήμερα, συνθέτουν ένα δυσεπίλυτο πολιτικό, οικονομικό, πολιτιστικό και κοινωνικό πρόβλημα.

Σήμερα οι Ευρωπαίοι «εκκοσμικευμένοι» πολίτες αντιμετωπίζουν δολοφονικές επιθέσεις του σύγχρονου φονταμενταλισμού, ο οποίος σαρώνει τη Γηραιά Ήπειρο.[12] Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η θεολογία της καλείται να τοποθετηθεί και να έλθει σε διάλογο με  διαφορετικές αντιλήψεις, διαφορετικές θρησκείες, διαφορετικούς πολιτισμούς και όλα αυτά κάτω από δυσχερείς συνθήκες. Η τοποθέτηση αυτή και όλες οι συνεπακόλουθες ενέργειες (διορθωτικές και μη) δεν αφορούν μόνο στα ελληνικά στενά γεωγραφικά όρια. Στο παγκόσμιο χωριό της γης η Εκκλησία καλείται να προσεγγίσει και να επανευαγγελιστεί τους ανθρώπους, ερχόμενη σε διάλογο με αγάπη.[13]  Για να γίνει αυτό πράξη απαιτούνται αποφάσεις εκσυγχρονισμού και ρηξικέλευθες ενέργειες.

Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να εντοπίσει κάποια από τα μετανεωτερικά  κοινωνικά και πολιτιστικά προβλήματα, σε ένα πολυπολιτισμικό και θρησκευτικά πλουραλιστικό περιβάλλον, όπως αυτό της σημερινής Ελλάδας, είτε ως αυτόνομου κράτους είτε ως κράτους – μέλους της Ε.Ε. Η παράθεση προβληματισμών και, αντίστοιχα, προτάσεων επίλυσής τους, με στόχο τον εμπλουτισμό της χριστιανικής αναθρησκευτικοποίησης στον ελλαδικό χώρο, πάντα με κριτική προσέγγιση,  οριοθετούν τους στόχους της εργασίας αυτής.

(Συνεχίζεται)

∗Το άρθρο αυτό αποτελεί αναθεωρημένη δημοσίευση της διπλωματικής εργασίας της κ. Εύης Ψάλτη η οποία κατατέθηκε στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο για την απόκτηση του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών «Μάστερ».

[1]Η ευρεία χρήση λέξεων με το πρόσημο «μετα»  είναι δηλωτική της αμηχανίας ορισμού ενώ υφίσταται η ανάγκη δημιουργίας νέων λέξων: π.χ. μεταβιομηχανικός, μετανεωτερικός. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η επινόηση της ετερότητας: «Ταυτότητες» και «διαφορές» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης (Αθήνα:  Καστανιώτης, 20102), σ. 83.

[2]Ο όρος «φονταμενταλισμός» χρησιμοποιήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα από ευαγγελικούς προτεστάντες και αναφέροταν στην προσπάθεια της αλάθητης μετάφρασης της Βίβλου. Η σύγχρονη χρήση του αφορά σε ιδιαίτερο είδος θρησκευτικού – πολιτικού κινήματος (πάντα με έμφαση στην κατά γράμμα αλήθεια των ιερών κειμένων) και αναφέρεται σε όλες τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου.  Andrew Heywood, Πολιτικές Ιδεολογίες, Μ. Μαραντζίδης (επιμ.), μτφρ. Χ. Κουτρής (Αθήνα: Επίκεντρο, 2007), σ. 509.

[3]Κωνσταντίνος Αγόρας, «Εισαγωγικό σημείωμα στη Θεματική Ενότητα» στο Η Ορθοδοξία ως Πολιτισμικό Επίτευγμα και τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου, τ. Α΄ (Πάτρα: Ε.Α.Π., 2002), σ. 15.

[4]Olivier Clément, Ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς. Συνομιλώντας με τον Οἰκουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαῖο Α΄, μτφρ. Κ. Χιωτέλλη (Αθήνα: Ακρίτας, 1997), σσ. 215-216.

[5]Η πορεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, Υπουργείο Εξωτερικών, στο  http:// www. mfa.gr/ exoteriki-politiki/i-ellada-stin-ee/i-poreia-tis-elladas-stin-europaiki-enosi.html, ημερομηνία πρόσβασης, 21 Μαρτίου 2016.

[6]Η μετανάστευση και η προσφυγιά αναδεικνύουν έντονα την συγκρουσιακή σχέση μεταξύ της προστασίας της κρατικής κυριαρχίας και της προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Αυτό συμβαίνει διότι οι ρυθμιστικές κρατικές προσπάθειες (έλεγχος των συνόρων για την προστασία της κρατικής κυριαρχίας και τοπικό δίκαιο) συγκρούονται με το διεθνές δίκαιο για την προστασία των προσφύγων (απαγόρευση εξαναγκασμού επιστροφής στις χώρες τους) και την υποδοχή των μεταναστών (δεν τους προσκαλεί η χώρα υποδοχής, τους υποδέχεται παθητικά). Αντιλαμβάνεται κανείς ότι όλο το πρόβλημα της «σύγκρουσης» είναι περισσότερο πρόβλημα διαχείρισης και όχι οικονομικής κρίσης. Μόλις πρόσφατα η Ε.Ε. έλαβε απόφαση οικονομικής στήριξης της Τουρκίας για την προστασία των προσφύγων. Σάσκια  Σάσεν, Χωρίς έλεγχο; Η εθνική κυριαρχία, η μετανάστευση και η ιδιότητα του πολίτη την εποχή της παγκοσμιοποίησης, μτφρ. Περικλής Παπανδρέου (Αθήνα: Μεταίχμιο, 2001), σσ. 126-133 και Facility for Refugees in Turkey, European Commission, στο http://europa.eu /rapid/press-release_IP-16-2661en.htm, ημερομηνία πρόσβασης, 29 Ιουλίου 2016.

[7]Οι ευρωπαϊκές χώρες (όχι απαραίτητα και μέλη της Ε.Ε.) οι οποίες έχουν υπογράψει τη συνεργασία Schengen κατήργησαν τα εθνικά τους σύνορα, αντικαθιστώντας τα με ενιαία εξωτερικά σύνορα. Ο χώρος Schengen είναι χώρος ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων και διέπεται από κοινούς κανόνες και διαδικασίες σχετικά με τις θεωρήσεις για διαμονές σύντομης διάρκειας, τις αιτήσεις ασύλου και τους ελέγχους στα σύνορα. Σημειώνεται ότι για την διασφάλιση της ασφάλειας εντός του χώρου Schengen  έχει ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ δικαστικών αρχών και αστυνομικών υπηρεσιών των συμμετεχουσών χωρών. Οι παραπάνω θεσμοί ενημερώνονται για πρόσωπα και αντικείμενα από το σύστημα πληροφόρησης Schengen (SIS), το οποίο με τη σειρά του ενημερώνεται από το σύστημα SIRENE, το οποίο τροφοδοτούν με πληροφορίες οι συνεργαζόμενες χώρες. Ο  χώρος και η συνεργασία Σένγκεν,  EURLex, Access to European Union law, στο http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?Uri= URISERV%3Al33020, ημερομηνία πρόσβασης,  21 Μαρτίου 2016.

[8]Η Συνθήκη του Maastricht όρισε ότι κάθε πολίτης ενός κράτους μέλους είναι και πολίτης της Ε.Ε και πρόσθεσε την ευρωπαϊκή ιθαγένεια. Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια δίνει το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης και διαμονής στην Ε.Ε., το δικαίωμα διπλωματικής και προξενικής προστασίας ενός κράτους μέλους άλλου από το κράτος μέλος καταγωγής στο έδαφος μιας τρίτης χώρας όπου δεν αντιπροσωπεύεται το κράτος μέλος καταγωγής κ.α. Η Συνθήκη εισάγει την έννοια του κοινωνικού πρωτοκόλλου, δίνοντας κοινοτικές  αρμοδιότητες για την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας, για την κοινωνική προστασία, για την ένταξη ατόμων που αποκλείονται από την αγορά εργασίας, για κοινωνικό διάλογο κ.α. Συνθήκη του Μάαστριχτ για την Ευρωπαϊκή Ενωση, EURLex, Access to European Union law, στο http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/ TXT/?uri= URISERV% 3Axy0026, ημερομηνία πρόσβασης,  21 Μαρτίου 2016.

[9]Περιληπτικά η Συνθήκη της Lisbon ορίζει ότι η ΕΕ έχει την αρμοδιότητα να καθορίζει τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής των υπηκόων τρίτων χωρών που εισέρχονται και διαμένουν νόμιμα στο έδαφος ενός κράτους μέλους, μεταξύ άλλων για σκοπούς οικογενειακής επανένωσης. Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να διατηρούν το δικαίωμα να καθορίζουν τον επιτρεπόμενο αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών που εισέρχονται στο έδαφός τους για αναζήτηση εργασίας υπό την αίρεση ότι οι πολιτικές μετανάστευσης οφείλουν να διέπονται από την αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών, μεταξύ των κρατών μελών, μεταξύ άλλων και στο οικονομικό επίπεδο (άρθρο 80 της ΣΛΕΕ). Η «σφαιρική προσέγγιση του θέματος της μετανάστευσης και της κινητικότητας», η οποία εγκρίθηκε από την Επιτροπή της Ε.Ε. το 2011, καθορίζει ένα γενικό πλαίσιο για τις σχέσεις της Ένωσης με τις τρίτες χώρες σε ό,τι αφορά τη μετανάστευση το οποίο στηρίζεται σε τέσσερις πυλώνες: τη νόμιμη μετανάστευση και την κινητικότητα, την παράνομη μετανάστευση και εμπορία ανθρώπων, τη διεθνή προστασία και την πολιτική ασύλου, καθώς και τη μεγιστοποίηση του αντίκτυπου της μετανάστευσης και της κινητικότητας στην ανάπτυξη. Μεταναστευτική πολιτική της Συνθήκης της Λισαβόνας Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, «Θεματολογικά δελτία για την Ευρωπαϊκή Ένωση» στο  http://www.europarl.europa.eu/atyourservice/el/displayFtu.html?ftuId=FTU_5.12.3.html, ημερομηνία πρόσβασης, 21 Μαρτίου 2016.

[10]Συνοπτικά ο Κανονισμός «Δουβλίνο ΙΙ» θέτει την αρχή ότι ένα μόνο κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση μιας αίτησης ασύλου. Το κράτος μέλος το οποίο χορήγησε στον αιτούντα ισχύοντα τίτλο διαμονής ή έγκυρη θεώρηση είναι υπεύθυνο για την αίτηση ασύλου. Εάν ο αιτών έχει διαβεί παράνομα τα σύνορα ενός κράτους μέλους, τότε αυτό το κράτος μέλος είναι υπεύθυνο να εξετάσει την αίτηση ασύλου. Ο Κανονισμός ορίζει ακόμα ότι εάν υπήκοος τρίτης χώρας υποβάλλει αίτηση ασύλου στο χώρο διεθνούς διέλευσης αερολιμένα κράτους μέλους, αυτό το κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης. Σε κάθε περίπτωση ο Κανονισμός διευκρινίζει ότι το κράτος μέλος που έχει προσδιοριστεί ως υπεύθυνο για την αίτηση ασύλου πρέπει να αναδεχτεί τον αιτούντα και να εξετάσει την αίτηση.     Κανονισμός «Δουβλίνο ΙΙ», EURLex, Access to European Union law, στο http://eur-lex. europa. eu/legal-content/EL/TXT/?uri=URISERV%3Al33153, ημερομηνία πρόσβασης, 21 Μαρτίου 2016.

[11]Λίλα Λεοντίδου, Αγεωγράφητος Χώρα: Ελληνικά Είδωλα στις Επιστημολογικές Διαδρομές της Ευρωπαϊκής Γεωγραφίας (Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2005), σ. 355.

[12]Με τον όρο εκκοσμίκευση (νεολογισμός της δεκαετίας του ’60) εννοείται η αποϊεροποίηση των θρησκευτικών εννοιών  και η μετάβαση από τη θρησκευτικότητα στην κοσμικότητα. Η πολιτιστική έννοια του όρου της εκκοσμίκευσης αναφέρεται στην απελευθέρωση των ποικίλων εκφάνσεων του πολιτισμού από την εκκλησιαστική επίβλεψη. Η εκκλησιαστική έννοια του όρου αναφέρεται στην υιοθέτηση από μερίδα ιερέων κάποιων κοσμικών προτύπων «ἐξ ἀντιγραφῆς», δηλαδή την ύπαρξη μίας ενδοκοσμικής διάθεσης μιμητισμού π.χ. συνήθεια καπνίσματος, εξωτερική εμφάνιση, κ.ο.κ.

Jürgen Moltmann, Τι είναι Θεολογία σήμερα; Δύο μελετήματα για την επικαιροποίησή της, μτφρ. Π. Γιατζάκης (Αθήνα:  Άρτος Ζωής, 2008), σ. 33, Rosino Gibellini, Η θεολογία του εικοστού αιώνα, Χριστίνα Τουτούνα (επιμ.), μτφρ. Παναγιώτης Αρ. Υφαντής (Αθήνα: Άρτος Ζωής, 20092), σ. 153 και Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου Μεσσηνίας, «Ἡ κρίση τῆς σύγχρονης κοινωνίας καί ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς ἐκκλησιαστικής διακονίας», στο Θεολογία, 1, (2012), σσ. 18, 22.

[13]Ἀναστασίου Ἀρχιεπισκόπου Τιράνων καί πάσης Ἀλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία (Ἀθήνα:  Ἀκρίτας, 2000), σσ. 262-263.

 

Leave a Reply