Πεμπτουσία

Ο Μέγας Παΐσιος στέλνει τον απελπισμένο μαθητή του σε έναν κρυφό άγιο στον κόσμο!

23 Μαρτίου 2018

Για να διαβάσετε το Α’ μέρος πατήστε εδώ

Μέρος β’

Και έτσι ο μαθητής παρηγορήθηκε με τα λόγια Γέροντά του και έμεινε στην κατάσταση αυτή για λίγο καιρό. Όταν όμως ξαναθυμήθηκε αυτό που έπαθε, άρχισε πάλιν να λυπάται υπερβολικά. Για τον λόγο αυτό πήγε στον Όσιο και του είπε: Πάτερ, από τους λογισμούς μου δεν βρίσκω ησυχία και άνεση. Γιατί όταν θυμηθώ την χάρη που έχασα, κλαίω απαρηγόρητα για τη δυστυχία μου. Τι να κάμω, δεν ξέρω; Γιατί από τους λογισμούς βυθίζομαι στην απελπισία. Για τον λόγο αυτό δώσε μου άδεια, να πάω σε κάποιον έμπειρο γέροντα, μήπως έτσι βρω άνεση από τους λογισμούς και από τα λυπηρά που μου βαραίνουν την ψυχή.

Ο όσιος Παΐσιος ο Μέγας διά χειρός Φώτη Κόντογλου.

Τότε ο θείος Παΐσιος, αφού πήρε ένα ψωμί, το έδωσε στον μαθητή του και του είπε: Πάρε αυτό το ψωμί και πήγαινε στην τάδε πολιτεία. Στο δεξιό της μέρος θα βρεις έναν φτωχό άνθρωπο, ο οποίος κάθεται πάνω σε μια κοπριά και τα παιδιά τον κοροϊδεύουν και τον πετροβολούν. Να του δώσεις το ψωμί και από αυτόν θα ακούσεις αυτά που θέλει ο Θεός! Δηλαδή αυτά που ταιριάζουν στην κατάσταση που βρίσκεσαι και το συμφέρον σου.

Μόλις ο υποτακτικός πήρε το ψωμί, ξεκίνησε αμέσως. Όταν έφτασε σ’ εκείνη την χώρα και βρήκε τον άνθρωπο, περίμενε να σταματήσουν τα παιδιά τα παιχνίδια τους, για να τον πλησιάσει.

Εκείνος, όμως, μόλις τον είδε, του είπε: Έλα κοντά και δώσε μου την ευλογία (δηλαδή το ψωμί) που μου έστειλε ο Γέροντάς σου. Ο μαθητής του Οσίου Παϊσίου πλησίασε και ο άνθρωπος εκείνος πήρε στα χέρια το ψωμί και άρχισε να το φιλά, ρωτώντας πώς είναι ο ιερός Παΐσιος. Διότι, όπως είπε, επιθυμούσα πολύ να μάθω πώς είναι. Και συ παιδί μου, γιατί διστάζεις σ’ αυτά που σου λέει και δεν πείθεσαι στα προστάγματά του; Δεν γνωρίζεις ότι για την παρακοή σου, στερήθηκες εκείνο το θείο απόνιμμα και τη χάρη που θα λάμβανες από αυτό; Αλλά εσύ ακόμη και τώρα παρακούς τον Γέροντά σου, δεν πείθεσαι στη γνώμη του και έρχεσαι να βρεις παρηγοριά από κάποιον άλλον. Ξέρεις με ποιον σε παρομοιάζω; Με εκείνον ο οποίος κρατά στα χέρια του καθαρό και κρύο νερό, αλλά δεν πίνει από αυτό, αλλά τριγυρνά σε άλλα μέρη και ζητά να βρει νερό για να πιει και να μην διψά. Πήγαινε λοιπόν, και υποτάξου στον γέροντά σου, τον μέγα Παΐσιο, γιατί όποιος δεν πείθεται σ’ αυτόν, ούτε στα προστάγματα του Σωτήρα Χριστού, υποτάσσεται!

Όταν άκουσε αυτά τα λόγια ο υποτακτικός, επέστρεψε στο κελλί του δοξάζοντας τον Θεό! Και πλέον έκανε υπακοή σε όλα τα προστάγματα του ιερού Παϊσίου.

Συνεχίζεται…