Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΣυναξαριακές Μορφές

Μελετίου ιεροδιακόνου του Βατοπαιδινου Λόγος και διήγηση για την εύρεση του λειψάνου του οσίου Ευδόκιμου του Νεοφανούς (2)

6 Οκτωβρίου 2018

Συνέχεια από (1)

Η θέση του λειψάνου

Η θέση του λειψάνου ήταν η εξής. το κρανίο ήταν όλο φα­λα­κρό τοποθετημένο πάνω στους σπονδύλους του αυχένα. Το υπό­λοι­πο σώμα ήταν ντυμένο με κά­ποιο βαμβακερό χιτώνα. Τα οστά ήταν κον­τά το ένα στο άλλο, συγ­κρα­τη­μέ­να σε άλλα μέρη από τους τέ­νον­τες και σε άλλα μέρη από ένα λεπτό δέρμα του περιοστέου. Ολό­κληρο το σώμα στη­ρι­ζό­ταν στον αριστερό ώμο και μηρό και ήταν στραμμένο προς ανατολάς βλέποντας προς τον τοί­χο του πα­λαι­ου καμαρωτου Κοι­μητηρίου. Οι κνή­μες ακουμπουσαν στα μη­ριαία οστά και τα γό­να­τα στα πλευρά. (Όπως δηλαδή γονα­τί­ζου­με για να κάνουμε εδα­φιαίες μετάνοιες). Τα χέ­ρια του ήταν το­πο­θε­τη­μέ­να πάνω στο στήθος σε σχήμα σταυ­ρου. Κάτω δε από το δεξί χέρι βρι­σκόταν μια παλιά εικό­να, πού φαι­νό­ταν να είναι της Θεοτόκου Βηματαρίσσης.

Αφου λοιπόν βρέθηκε το άγιο λείψανο σε αυτή τη στάση και γέμιζε με πολύ με­γά­λη ευωδία το χώρο, αυτό έκανε και τους εργάτες και τον επό­πτη Ιά­κω­βο να θαυμάζουν. Το γεγονός γνωστοποιήθηκε στον επί­τρο­πο Φι­λά­ρε­το και στους άλλους πατέρες της Μονής.

Θαυμασμός για τον νεοφανέντα Άγιο

Τότε βρίσκονταν στο Βατοπαίδι και δύο Αρχιερείς. Ο πρώ­ην Σμύρνης Χρύσανθος,- εξόριστος γιατί έγραψε κατά των Λου­θη­ρα­νών και Καλβινιστών-, και ο πρώην Ορεστιάδος ή Αδρι­α­νου­πό­λε­ως Γρηγόριος. Ήλθαν οι Αρχιερείς, ο Επίτροπος και άλλοι και αφου είδαν το λείψανο στη θέση πού περιγράψαμε κοίταζαν ο ένας τον άλλο σιωπηλοί και θαυμάζαν για την εκπεμπόμενη ευωδία.

Τότε είπε ο Σμύρνης Χρύσανθος.

«Γιατί θαυμάζετε σιωπηλοί, σεβαστοί Πατέρες; Με θαυμα δεν μάς φα­νέρωσε ο Θεός την αγιότητα αυτου του Πατέρα, του οποίου βλέ­πο­με το λείψανο και οσφραινόμαστε ουράνιο ευωδία; Ποιός άλλος, παρά ο Θεός μας, γέμισε με αυτό τον τρόπο το λεί­ψα­νο με μυρον; Ποιός άλλος το έλουσε με τέτοια θεϊκή ευωδία, η οποία ξα­πλώ­νε­ται σε όλον το γύρω μας χώρο; Πώς είναι δυνατόν τα οστά και οι σαπισμένες σάρκες να βγάζουν τέτοια ευωδία; Ακό­μη και ο Λά­ζα­ρος, πού κλείσθηκε τέσσερεις μέρες στον τάφο, έβ­γα­ζε δυσοσμία, όπως μαθαίνομε από το Ευαγγέλιο. «Κύριε, ήδη όζει· είναι τέσ­σε­ρεις μέρες (στόν τάφο)». Και πράγματι έτσι συμβαίνει. Γιατί και τα ίδια τα οστά, όταν διαλυθεί το σώμα, έχουν μια γήϊνη, υπό­σαρ­κη και ανυπόφορη δυσοσμία. Αυτό όμως το λείψανο γεμίζει την ανα­πνοή μας με μυρο. Αυτό το διαπιστώνουμε και από τα άλλα οστά πού εί­ναι γύρω και δίπλα απ’ αυτό του Αγίου και ιδιαίτερα από όσα βρίσκονται μακριά του, τα οποία δεν έχουν καθόλου τέτοια ευωδία. Γιατί όσα βρί­σκον­ται κοντά του πήραν λίγη από την ευ­ω­δία του.

Ας μην απιστουμε λοιπόν, στο θεϊκό θαυμα, με το οποίο φα­νε­ρώ­νε­ται σε μάς από τον Θεόν ότι αυτό είναι λείψανο Αγίου. Ας μην απιστουμε, επαναλαμβάνω, στο θαυμα, γιατί πρόκειται για πρα­γμα­τι­κό θαυμα, για τους λόγους, πού είπα προηγουμένως. Αλ­λά να δοξάσομε τον Θεόν, πού πάντοτε γίνεται θαυμαστός διά των αγίων του και ας τιμήσωμεν τον Άγιο του».

Ενώ τα έλεγε αυτά συμφώνησαν μαζί του ο Αδριανουπόλεως Γρηγόριος και όλοι οι παρευρισκόμενοι και αναφώνησαν: «Είναι μεγάλος ο Θεός των χριστιανών». Και αφου δόξασαν τον Θεό, με­τέ­φε­ραν με ευλάβεια το ιερό λείψανο στο ναό των Αγίων Απο­στό­λων, πού βρίσκεται πάνω από το παλαιό κοιμητήριο. Επέστρεψαν στη Μονή δοξολογώντας και πάλι τον Θεό για το θαυμα, έχοντας στη σκέψη τους το νεαφανέντα Άγιο και όσα συ­νέ­βη­σαν.

Ο Άγιος ονομάζεται «Ευδόκιμος»

Την επομένη ημέρα, συγκεντρώθηκαν οι διοικουντες μαζί με τον επίτροπο Φιλάρετο και σκέπτονταν μαζί με τους γηραιότερους και περισσότερο σεβαστούς πατέρες της Μονής αφ’ ενός για το όνο­μα του Αγίου, πού δεν γνώριζαν –διότι δεν ήθελαν να τιμουν χωρίς όνομα τον νέο Άγιο της Μονής τους– και αφ’ ετέρου πώς βρέθηκε σε τέτοια θέση αυτό το άγιο λείψανο μέσα στο Κοιμητήριο πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νο από πολλά οστά, πού ήταν τοποθετημένα γύρω και πάνω του χωρίς τάξη.

Και όσον αφορά το όνομα του Αγίου μετά από συζήτηση θε­ώ­ρη­σαν όλοι εύλογο να δώσουν σ’ αυτόν κάποιο προσωρινό όνο­μα, επειδή αποφάσισαν να τελέσουν και αγρυπνία εξ αιτίας της ευ­ρέ­σε­ως του αγίου λειψάνου και να δοξολογήσουν τον Θεό, πού μάς τον φανέρωσε με θαυμα.

Ομόφωνα, λοιπόν, αποφάσισαν να τον ονομάσουν «Ευ­δό­κιμον», λέγοντας ότι ο Θεός ευδόκησε να θαυματουργήσει σε μάς, στη δική μας εποχή, πού περιφρονείται η χριστιανική ευσέβεια και η πίστη, ώστε να επαναφέρει όλους τους χριστιανούς στο δρόμο του, επειδή αυτοί αφου απομακρύνθηκαν από αυτόν, ζουν άθλια μέσα στην αμαρ­τία και προετοιμάζουν την αιώνια τιμωρία τους. Εμάς δε πού δι­α­λέ­ξα­με τη μοναχική ζωή να παρακινήσει στη μίμη­ση της ενά­ρε­της ζωής, η οποία προκαλεί τον αγιασμό.

Είπαν δε ότι «άν τον Άγιο δεν τον ευχαριστεί να εγ­κω­μι­ά­ζε­ται με το όνομα «Ευδόκιμος», ας ευδοκήσει αυτός να κάνει γνωστό το πραγματικό του όνομα». Αν όμως του αρέσει και δέχεται το όνο­μα αυτό, πού είναι κατάλληλο στην εποχή μας, γιατί φανερώνει την θεία θέληση για τη σωτηρία των χριστιανών, πού βρίσκονται στη πλάνη, ας δεχθεί την ονομασία πού του δώσαμε. «Ναί, Άγιε», είπαν «σου δώσαμε αυτό το όνομα κινούμενοι από ευσεβή προαίρεση». Έτσι, λοιπόν, το όνομα «Ευ­δό­κι­μος» με ομόφωνη γνώμη των μο­να­χών του Βατοπαιδίου και των δύο παρευρεθέντων αρχιερέων επι­κυ­ρώ­θη­κε επίσημα στον Άγιο.

Πώς βρέθηκε το λείψανο του Αγίου στο Κοιμητήριο;

Πολλές γνώμες ειπώθηκαν για εξηγήσουν το πώς βρέ­θη­κε, στη θέση πού είπαμε παραπάνω, το λείψανο του αγίου. Έγινε δε­κτή όμως, ως πιο ορθή και λογική η γνώμη του γραμματέα Νι­κη­φό­ρου, ο οποίος είπε:

«Ο Άγιος αν και προέβλεψε την ώρα του θα­νά­του του, δεν εί­πε τίποτε σε κανένα αδελφό της Μονής. Πήρε στην αγκαλιά του την σεβάσμια εικόνα (τής Θεοτόκου), βγήκε κρυφά από το μο­να­στή­ρι, μπήκε στο σκοτεινό κοιμητήριο –θεωρώντας ότι έτσι θα δι­έ­φευ­γε της προσοχής– και  αφου είπε τό: «Κύριε, στα χέρια σου παραδίδω το πνευμα μου», άφησε την τελευταία του πνοή και ανέ­βη­κε στις αι­ώ­νι­ες Μονές».

Αυτή, λοιπόν, η γνώμη επικυρώθηκε από όλους και φά­νη­κε να είναι εμπνευσμένη από το Θεό, γιατί και τα γεγονότα φαίνονταν ότι έτσι έγι­ναν στην πραγματικότητα.  Γιατί, αν ο Άγιος θαβόταν κατ’ αρχάς έξω από το Κοιμητήριο, πώς δεν αισθάνθηκαν την ευ­ω­δία του αγί­ου λειψάνου αυτοί πού το ξέθαψαν και το μετέφεραν μέ­σα στο κοιμητήριο κατά την ανακομιδή; Πώς δεν απόρησαν βλέ­πον­τας το λείψανο να είναι ακόμα ντυμένο με ρουχα, τα οστά να είναι ενωμένα και να έχει στην αγκαλιά του την ιερή εικόνα; Πώς το γε­γο­νός αυτό πέρασε απα­ρα­τή­ρη­το, χωρίς να πουν κάτι ή να το γρά­ψουν στον νεκρώσιμο κατάλογο; Ούτε για την εικόνα, ούτε για το λείψανο, ούτε για το έν­δυ­μά του μίλησε κανείς, πράγμα εντελώς ανεξήγητο.

Εάν πάλι υποθέσομε ότι τον έθαψαν στο σκοτεινό Κοι­μη­τή­ριο, πώς τον τοποθέτησαν μαζί με την εικόνα και γιατί τον έβαλαν μόνον αυτόν εκεί, στο χώρο πού μάζευαν τα οστά των πατέρων και τα τοποθετουσαν σωριασμένα χωρίς τάξη; Είναι απίθανο και δεν φαίνεται εύλογο να θάπτονταν τα σώματα των κοιμηθέντων πα­τέ­ρων εκεί· επειδή το νεόκτιστο αυτό κοιμητήριο ενωνόταν με ένα πα­ρά­θυ­ρο με το παλιό και κάτω από το ναό καμαρωτό κοιμητήριο, και μόνο από αυτό (το παράθυρο) μπορουσε να μπεί κάποιος στο μικρό και νεόκτιστο.

Αλλά και αυτό να το δεχθουμε, αν και είναι απίθανο, πώς όταν έμπαιναν και τοποθετουσαν τα νεκρά σώματα δεν έβλεπαν το λείψανο, πού βρισκόταν εκεί, σ’ αυτή τη στάση; Γιατί δεν μπο­ρούσαν να μπαίνουν στα σκοτεινά, αλλά έπρεπε να χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν φώς, όταν τοποθετουσαν τα σώματα. Και επί πλέον το ότι τα οστά των άλλων πατέρων βρίσκονταν σωριασμένα χωρίς τά­ξη α­ναι­ρεί πλήρως την πιθανότητα να θάβονταν οι κεκοιμημένοι πα­τέρες εκεί. Για όλους τους παραπάνω λόγους φάνηκε αληθινή, και έγινε δε­κτή, χωρίς αντίρρηση, η γνώμη του γραμματέα Νικηφόρου.