Πεμπτουσία

Το υμνογραφικό έργο του Αγίου Νεκταρίου (Αχιλλέας Γ. Χαλδαιάκης, Αναπληρ. Καθηγητής Τμήματος Μουσικών Σπουδών Πανεπιστημίου Αθηνών)

9 Νοεμβρίου 2018

Σύγχρονος καθηγητής της Υμνολογίας διετύπωσε παλαιότερα την εξής σχέση: «’Αν η θρησκεία είναι ποίηση και η ποίηση είναι είδος θρησκείας της ψυχής»[1]. Πιστεύουμε ότι και η υπό εξέταση ενασχόληση του Αγίου Νεκταρίου με την ποίηση παρομοίως ερμηνεύεται· το μεγαλύτερο τμήμα του υμνογραφικού του έργου δεν είναι απλώς ποίηση, αλλά ένας «παφλασμός» ιερών συναισθημάτων μιας κατ’ εξοχήν θρησκευούσης ψυχής, που βιώνει, προσεύχεται, κηρύττει και κατηχεί σε λόγο έμμετρο, οιστρηλατουμένη από βαθειά ποιητική έξη. […]

Τα υμνογραφήματα του Αγίου Νεκταρίου αποτελούν ουσιαστικώς «μεγαλοφωνώτατες κραυγές» ενός αγωνιώντος ιεράρχου, ο οποίος με λόγο έμμετρο προσπαθεί να κατευθύνει τα διανοήματα των πνευματικών του τέκνων προς μίαν ομαλότερη και όσο το δυνατόν απρόσκοπτη κατανόηση των κατα την Θεία Λατρεία τελουμένων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονος ότι -συμφώνως προς τα στοιχεία που προκύπτουν από τις κατηχητικές του επιστολές- τελικός αποδέχτης των ποιημάτων του Αγίου είναι είτε οι πιστοι που συνέρρεαν στους Ιερούς Ναούς των Αθηνών όταν ο ίδιος ιερουργουσε, είτε οι μαθητές του στην Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή, είτε πρωτίστως και κατά κύριο λόγο οι μοναχές της νεοπαγούς τότε Μονής της Αιγίνης. Θα παρατηρούσαμε μάλιστα ότι, κατά τα πρώτα τουλάχιστον στάδια της «ποιητικής του δημιουργίας», τα «ερεθίσματα» πού ωθούν τον Άγιο στην υμνογραφία προέρχονται ακριβώς εκ των ανωτέρω εξονομασθέντων αποδεκτών. Επιπροσθέτως ιεραρχώντας τις μαρτυρίες πού έχουμε στην διάθεσή μας, μπορούμε συνοπτικώς να επισημάνουμε τρεις επί μέρους στόχους προς τους οποίους απέβλεπε ο Άγιος δια των εν λόγω ποιητικών του δημιουργιών.

Πρώτον· να ικανοποιήσει πνευματικώς τους ακροωμένους πιστούς. […] Ιδιαίτερη ευχαρίστηση του προξενεί ευφροσύνη και αναψυχή αναγινώσκοντες ή ψάλλοντες τα ποιήματά του: «…αισθάνομαι μίαν ευχαρίστησιν -σημειώνει και πάλι αναγγέλλων την αποπεράτωση του Θεοτοκαρίου του- ου μόνον εκ της συγγραφής, αλλά και εκ της σκέψεως του ότι αι ευσεβείς ψυχαί θα ευρίσκωσι πνευματικήν ευφροσύνην δια την ευχαρίστησιν ταύτην, ην η Κυρία Θεοτόκος με ηξίωσε να λάβω. Σας παρακαλώ να ψάλητε μίαν ευχαριστήριον ωδήν εις την Κυρίαν Θεοτόκον και μία παράκλησιν, όπως με ενισχύη εις όμοια έργα και φέρω ταύτα εις αίσιον πέρας». Στον πρόλογο δε τόσο του «μικρού» όσο και του «μεγάλου» Θεοτοκαρίου του, καταγράφει σαφώς τον σκοπό που εξυπηρετεί η δημοσίευση των ύμνων: «Τους ύμνους τούτους απεφάσισα να δημοσιεύσω, όπως παράσχω τοις αγαπώσι και τιμώσι την Μητέρα του Κυρίου εγκόλπιόν τι εν ώ να ευρίσκωσι διατετυπωμένα τα εαυτών συναισθήματα και ικανοποιώσιν αυτά άδοντες και υμνούντες την Υπεραγίαν Θεοτόκον την μητέρα του Θεου ημών».

Δεύτερον· να συγκινήσει και πληρώσει χαρας τις καρδιές των πνευματικών του τέκνων και παραλλήλως να προκαλέσει αρέσκεια και ευχαρίστηση σε ράθυμες, νωθρές και νοσούσες πνευματικώς συνειδήσεις, λειτουργών αφυπνιστικώς και -μέσω των ποιημάτων του- παρακινών αυτές σε προσευχη και θερμή επίκληση της θεϊκής βοηθείας. Μεταφέρουμε χαρακτηριστικό σχετικό απόσπασμα απο μίαν επιστολή του προς την «οσία Ξένη»: «Έλαβον την επιστολήν σου και εχάρην δια την ειρήνην και την χαράν της ψυχής σας και την υγείαν σας και εύχομαι να ώσιν αδιάπτωτοι. Μόνον της αγαθής Ευφημίας η κατάστασις μειοί την χαράν μου. Να τη ειπήτε, θέλω να βιάση την καρδίαν της να χαίρη, θέλω να ψάλλη ύμνους της Κυρίας Θεοτόκου, όπως ευφρανθή η ψυχή της. Εν ταις θλίψεσιν υμών υμνείτε την Κυρίαν Θεοτόκον και πάντως θ΄ απαλλαγήτε της θλίψεώς σας. Βιάσατε την καρδίαν σας ψάλλουσαι τω Θεώ και υμνούσαι την Κυρίαν Θεοτόκον. Θέλω να χαίρητε πάσαι, ίνα μη η λύπη ευρίσκη είσοδον εις την καρδίαν σας».

Η επιδίωξη πνευματικής χαράς και συγκινήσεως από την ανάγνωση ή  ψαλμώδηση των υμνογραφημάτων του αποτελεί βασικό μέλημα του Αγίου· τούτο μαρτυρείται καταφανώς και από όσα ο ίδιος σημειώνει, όταν στις επιστολές που αποστέλλει προς τις μοναχές της Αίγινας επισυνάπτει και νέους ιδικούς του ύμνους: «Σήμερον σας στέλλω ένα Παρακλητικόν Κανόνα προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον και Αειπάρθενον Μαρίαν εξ 24 τροπαρίων εμμέτρων, ήτοι εξ εικοσιτεσσάρων οίκων, τον οποίον συνέταξα, όπως εκφράσω το συναίσθημά μου και το φρόνημά μου. Φρονώ, ότι η ανάγνωσίς του θα συγκινήση τας ευσεβείς καρδίας σας…». [...]

Τρίτον· να παρωθήσει σε ενσυνείδητη συμμετοχή τους ευρισκομένους στην θεία μυσταγωγία, μετερχόμενος προς τούτο την υμνογραφία ή και την ψαλμωδία ως μέσον. Συγκεκριμένως, κατά την περίοδο που διηύθυνε την Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή «επήνει [sc. τους Ριζαρείτες] ότι έψαλλον καλώς εις τον ναόν της Σχολής των, πράγμα το οποίον τον ενεθουσίαζε». Ομοίως -κατά τις διηγήσεις των μαθητών του- «παρηκολούθει τους μαθητάς εις την εκδήλωσιν του εκκλησιαστικού των ζήλου, παρευρισκόμενος εις τον ναόν ευθύς εξ αρχής της ακολουθίας του Όρθρου και του Εσπερινού και καθ’ όλην την ακολουθίαν ίστατο όχι εις τον θρόνον, αλλά εις στασίδιον κοινόν ευρισκόμενον εντός του δεξιού χορού, αφ’ ενός μεν δια να δίδη εις τους μαθητάς υπόδειγμα εκκλησιασμού, αφ΄ ετέρου δε διά να καμαρώνη τους δύο χορούς με 140 μαθητάς ψάλλοντας όλας τας ακολουθίας». [...]

Προς την κατεύθυνση της συνειδητής μετοχής στην θεία λατρεία αποσκοπεί και η ακόλουθη προτροπή του Αγίου προς τις μοναχές της Αιγίνης, η οποία, σημειωτέον, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στην ερμηνεία της, προκειμένου να αποφευχθούν λανθασμένα συμπεράσματα. Γράφει συγκεκριμένως ο Άγιος: «Τους ύμνους, τας ωδάς και τους κανόνας θα τας δώσω εις την κ. Ζερβουλάκου να τα αντιγράψη όλα και να σας τα στείλω. Έδεσα επί τούτω εν βιβλίον  με το χαρτί τούτο εις ολόκληρον το μέγεθος, όπως γραφώσιν εντός αυτού. Πιστεύω ότι θα μείνητε πολύ ευχαριστημέναι και δύνασθε να αναγινώσκητε εξ αυτού αντί ετέρου αναγνώσματος ή κανόνος, διότι φέρουσι κατάνυξιν και διότι αι προς την Κυρίαν Θεοτόκον παρακλήσεις έχουσί τι το οποίον δεν έχουσιν οι κανόνες των Αγίων, οίτινες δεν είναι προσευχή, αλλ΄έπαινος του αγίου, δυνάμεθα δε να περιορισθώμεν εις ολιγωτέρους επαίνους. Η ανάγνωσις των Κανόνων των Αγίων και των Μηναίων και της Παρακλητικής δεν είναι απολύτως αναγκαίοι (sic), δύνασθε αντ’ αυτών να αναγινώσκητε ένα Κανόνα της Κυρίας Θεοτόκου εκ του Μεγάλου Θεοτοκαρίου του χειρογράφου, το οποίον θα σας στείλω. Θέλω οι λόγοι να ομιλώσιν εις την καρδίαν σας. Θέλω να μη εκτελήτε τύπον προσευχής, αλλά λατρείαν· διότι η καρδία εκ της λατρείας ικανοποιείται και ουχί εκ των τύπων· ουχί εκ της αναγνώσεως όλων των Κανόνων, οίτινες εγράφησαν διά τον πανηγυρισμόν των Αγίων, αλλ’ εκ του ποιού της προσευχής. Επιθυμώ να με εννοήτε τί λέγω»[2].

Η ανωτέρω προτροπή θα προκαλούσε ασφαλώς μεγάλη φιλολογία περί των φρονημάτων του Αγίου Νεκταρίου -για την αναγκαιότητα ή μη των κανόνων και των λοιπών έορταστικών έγκωμίων που αναγινώσκονται στην Εκκλησία, για την ωφέλεια που προέρχεται απο αυτά ή, τέλος, για την δυνατότητα αντικαταστάσεως της παραδοσιακής ορθοδόξου υμνολογίας από νεώτερα ποιήματα, ευληπτότερα και ενδεχομένως πλέον κατανυκτικά και ψυχωφέλιμα- εάν δεν ελαμβάνετο υπ΄όψιν η ιδιάζουσα κατάσταση προς την οποίαν αποσκοπούσε η συγκεκριμένη ποιμαντική του μέριμνα· «επιθυμώ να με εννοήτε τί λέγω», σημείωνε εναγωνίως ο Άγιος κατακλείων τον προεκτεθέντα συλλογισμό του, αμφιβάλλων οπωσδήποτε για την, εκ μέρους των ολιγογραμμάτων πνευματικών του θυγατέρων, δυνατότητα κατανοήσεως της μεταξύ «τύπου προσευχής» και «λατρείας» λεπτής διακρίσεως.

Ένα θαυμάσιο σχόλιο επί του προκειμένου θέματος μας παρέδωκε εσχάτως ο οσιολογιώτατος μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης, παρατηρών σχετικώς τα ακόλουθα: «Ομολογώ ότι, ύστερα από ζωή λατρευτική μισού ήδη αιώνος μέσα στο αυστηρό Κοινόβιο, μόλις τώρα αντιλαμβάνομαι αισθανόμενος αυτήν την λεπτή διάκριση λατρείας και προσευχής δια του ακάμπτου Τυπικού. Αλλά ο θείος Νεκτάριος, έχοντας υπ’ όψει του την αδύνατη γυναικεία φύση, την ολιγομάθεια ή  δυσκολία των μοναζουσών στην κατανόηση και της γλώσσης και των νοημάτων των λειτουργικών βιβλίων, αλλά και θέλοντας να τους προσφέρει πιο άμεσες πνευματικές γνώσεις με προσιτούς στην ψυχολογία τους ύμνους προς την Θεοτόκον, συνιστούσε ό,τι ο ίδιος παρήγε από το πλήρωμα του θείου έρωτός του, χωρίς, βεβαίως, να καταργεί τα καθιερωμένα. Και ομολογουμένως ήταν μέσα στην αλήθεια, αφού οι απόψεις του αποτελούν έκφραση των αγίων

εμπειριών του, γιατί επιθυμούσε να βιώνουν όπως και ο ίδιος τα τέκνα του. Το να προσπαθούν είναι νοητόν. Αλλά να φτάσουν αμέσως, αδύνατον. Άλλωστε και ο άγιος Πατέρας σε επιστολές του παραδέχεται ότι χρειάζεται πολύς χρόνος για να φθάσει κανείς σε πνευματικές υψηλές καταστάσεις και ότι το θείον δεν εκβιάζεται».

Επεκτείνοντας τον συλλογισμό του γέροντος Θεοκλήτου, σημειώνουμε επιπροσθέτως ότι η πρόθεση του Αγίου να υποβοηθήσει τις μοναχές -μέσω των ύμνων του- προς αμεσότερη βιωματική προσέγγιση του λειτουργικού λόγου, πιστοποιείται και από την εξής απολύτως ενδεικτική παρατήρηση· το μεγαλύτερο τμήμα του ποιητικού του έργου ουδόλως αφίσταται της καθεστηκυίας ορθοδόξου υμνογραφίας. Ο Άγιος ως ποιητής δεν καινοτομεί· τούτο τεκμαίρεται από απλή και μόνον φυλλομέτρηση των υμνογραφικών του πονημάτων: το Κεκραγάριον είναι τα τέσσερα βιβλία των Εξομολογήσεων του ιερού Αυγουστίνου, κατά μετάφραση Ευγενίου του Βουλγάρεως, τα οποία ο Άγιος ανήγαγεν «από του πεζού λόγου εις τον έμμετρον». Το Ψαλτήριον είναι πάντες οι Ψαλμοί του Δαβίδ, τους οποίους ο Άγιος, «ενέτεινεν εις μέτρα ποικίλα, Θεού ευδοκούντος και εμπνέοντος, κατά τονικήν βάσιν». Το Θεοτοκάριον, τέλος, και το Τριαδικόν δεν είναι παρά τα θεοτοκία και τριαδικά αντιστοίχως τροπάρια της Παρακλητικής, του Τριωδίου ή και λοιπών λειτουργικών βιβλίων, εντεταμένα σε ενιαία ή πολυποίκιλα μέτρα. […]

Τα αμιγώς προσωπικά ποιήματα του Αγίου ελλείπουν ουσιαστικώς από το σύνολο του υμνογραφικού του έργου, ή ορθότερα περιορίζονται σε μικρό -σχετικώς προς την ογκώδη «ποιητική του παραγωγή»- ποσοστό ποιημάτων, τα οποία ο ίδιος συνήθως χαρακτηρίζει ωδές· πρόκειται κατά κύριο λόγο περί Θεοτοκίων ύμνων, συμπίλημα πολυποικίλων προσωνυμίων της Θεοτόκου, που στοιχειοθετούν έναν ενθουσιαστικό χαιρετισμό προς την Παναγία, ξεχείλισμα της τετρωμένης από οίστρο ποιητικό ψυχής του Αγίου. Με άλλα λόγια, ο Άγιος δεν αφίσταται της «καθεστηκυίας τάξεως», αλλά -εννοών την πνευματική κατάσταση αυτών προς τους οποίους απευθύνεται- αποπειράται να μεταποιήσει και μεταπλάσει τον κατά την θεία Λατρεία υμνογραφικό λόγο, προκειμένου να καταστήσει αυτόν εύληπτότερο και ως εκ τούτου πλέον κατανοητό.

Ως επισφράγισμα των περί του υμνογραφικού έργου του Αγίου Νεκταρίου συνοπτικών εδώ σχολίων, αρμόζει αναντιλέκτως η επομένη επιγραμματική, πλην όμως αρκούντως εύγλωττη, σημείωση του ιδίου στον πρόλογο του Τριαδικού του, η οποία, φρονούμε, μας δίδει ταυτοχρόνως και το στίγμα της αγάπης του οσίου ιεράρχου για την ποίηση: «Τους ύμνους τούτους -γράφει- υπηγόρευσε το της λατρείας συναίσθημα και ο πόθος του υμνείν εν ύμνοις τον Θεόν. Η ιερά ποίησις ην εν εμοί ευφρόσυνός τις πνευματική ασχολία ικανοποιούσα το θρησκευτικόν μου συναίσθημα. Δια των ύμνων έξέφραζον τον θαυμασμόν μου εις τα του θείου Δημιουργού θαυμάσια έργα και εξύμνουν την θείαν σοφίαν, την θείαν αγαθότητα και την θείαν παντοδυναμίαν».

 

Σημειώσεις:

  1. 1.   Π. Β. Πάσχου, «Τεχνών του λόγου διάκονος. Σχέδιο εισαγωγής στο υμνογραφικό-λογοτεχνικό έργο του Σεβ. Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου», ανάτυπον εκ του Α’ τόμου του έργου «Οικοδομή και Μαρτυρία», Κοζάνη 1991, σελ. 108.
  2. 2.   Βλ. Μητροπολίτου Τίτου Ματθαιάκη, Άγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως Κατηχητικαϊ Έπιστολαί», έπιστολή 34, σελ. 39-34.

πηγή: από  το βιβλίο Ο Άγιος Νεκτάριος και η αγάπη του για την ποίηση και την μουσική, Εκδόσεις Αρμός.