Προσκυνήματα-Οδοιπορικά

Ἱερά Μονή Παρακλήτου

7 Νοεμβρίου 2021

Ἱερά Μονή Παρακλήτου

Τό 1962, μετά ἀπό μακρόχρονη ἔρευνα καί πολλή προσευχή, ἀγοράστηκε γιά τήν ἵδρυση τῆς Μονῆς ἕνα κτῆμα στήν θέση Μετόχι τῆς περιοχῆς Ὠρωποῦ, σέ ἀπόσταση τριῶν χιλιομέτρων ἀπό τήν θάλασσα τοῦ Εὐβοϊκοῦ καί σέ ἥμερο τοπίο, ἀνάμεσα σέ κυπαρίσσια, πεῦκα καί ἐλιές. Ὁ τόπος, ὅπως φανερώνει καί ἡ ὀνομασία του, ἦταν παλαιό μοναστηριακό μετόχι, πιθανότατα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Πεντέλης. Μερικά ἐρείπια, ἄλλωστε, καί ἕνας ὑδραγωγός μαρτυροῦν μέχρι σήμερα τό πέρασμα τῶν πατέρων πού ἀσκήθηκαν ἐδῶ, ἄγνωστο πότε.

Ἡ Μονή τοῦ Παρακλήτου θεμελιώθηκε τό 1963. Γιά μία δεκαετία (1968-1978) διετέλεσε μετόχι τῆς ἁγιορείτικης Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παύλου. Ἡ ἐπίσημη ἀναγνώρισή της ἀπό τήν Ἐκκλησία ὡς αὐτοτελοῦς κοινοβίου, ὑπαγομένου στήν πάλαι ποτέ Ἱερά Μητρόπολη Ἀττικῆς, καί ἀπό τήν Πολιτεία ὡς Ν.Π.Δ.Δ. ἔγινε τό 1978 (Π.Δ. 144/15-2-78).

Σκοπός τῆς Μονῆς, σύμφωνα μέ τόν Ἐσωτερικό Κανονισμό της (ἄρθρο 2), εἶναι «ὁ ἁγιασμός καί ἡ ἐν Χριστῷ τελείωσις τῶν ἀδελφῶν αὐτῆς μέσω τῆς ἀκριβοῦς μοναχικῆς πολιτείας, ὅπως τήν διέγραψαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες εἰς τούς θεοπνεύστους καί αἰωνίου κύρους μοναστικούς κανονισμούς αὐτῶν καί κατω­χύρωσαν ἐκκλησιαστικῶς αἵ Ἅγιαι Σύνοδοι μέ τούς θείους καί ἱερούς καί ἀμεταθέτους Κανόνας των, κατ’ ἔμπνευσιν καί ὑπό τήν ἐπιστασίαν τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος, τό ὁποῖον καθοδηγεῖ τήν Ἐκκλησίαν εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν (Ἰω. 16, 13)».

Ὡς πρῶτος Καθηγούμενος χειροθετήθηκε στίς 19 Ἰουνίου 1978, ἀπό τόν ἀείμνηστο Μητροπολίτη Ἀττικῆς κυρό Δωρόθεο (†1993) ὁ κτίτωρ Ἀρχιμ. Χερουβείμ. Δυστυχῶς, ὅμως, τόν ἑπόμενο κιόλας χρόνο (22 Αὐγούστου 1979) ἡ χρόνια καρδιακή ἀνεπάρκειά του τόν ὁδήγησε σέ πρόωρο θάνατο –ἦταν 59 μόλις ἐτῶν– μετά ἀπό ἐγχείρηση στό Λονδίνο. Στίς 27 Αὐγούστου 1979 κηδεύθηκε καί ἐνταφιάσθηκε σέ κεντρικό σημεῖο τῆς Μονῆς, δίπλα στό σημερινό Καθολικό.

Δεύτερος ἡγούμενος, ἀπό τό 1979 ὥς τό 1980, χρημάτισε ὁ Ἀρχιμ. Ἰγνάτιος (Πουλουπάτης, 1927-1987), πρῶτος ὑποτακτικός τοῦ ἀειμνήστου κτίτορος, πού μόχθησε μαζί του γιά τήν δημιουργία τοῦ μοναστηριοῦ. Διακρινόταν γιά τήν γλυκύτητα τοῦ χαρακτῆρος του, τήν λογιότητά του, τήν εὐρύτατη θεολογική του κατάρτιση καί τήν πλούσια ἐκκλησιαστική του διακονία.

Τρίτος ἡγούμενος, ἀπό τό 1980 μέχρι το 2020, ήταν ὁ ἀρχιμ. Τιμόθεος (Σακκᾶς, γέν. 1933 – 2020).

Τέταρτος ἡγούμενος, ἀπό Μάϊο τοῦ 2020, εἶναι ὁ ἀρχιμ. Μωυσῆς Λουκᾶς.

Κατά τήν τελευταία εἰκοσαετία ἡ Μονή τριπλασιάσθηκε κτιριακά, μέ προσωπική ἐργασία καί πολλές θυσίες τῶν πατέρων. Τό σπουδαιότερο κτίσμα τῆς περιόδου –κορυφαία εὐλογία τοῦ Παρακλήτου– ὑπῆρξε ὁ κεντρικός ναός (Καθολικό), πού θεμελιώθηκε τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 1987, ἀποπερατώθηκε τό 1990 καί ἐγκαινιάσθηκε στίς 12-11-2000 ἀπό τόν μακαριστό Μητροπολίτη Ἀττικῆς κυρό Παντελεήμονα.

Ὁ Ναός εἶναι κλασικοῦ μοναστηριακοῦ ρυθμοῦ, ἀρχιτεκτονημένος ἀπό τόν ἀδελφό τῆς Μονῆς ἱερομ. Ρωμανό (Ἀλεξόπουλο) πάνω στά πρότυπα τῶν Καθολικῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τῶν Μετεώρων. Περιλαμβάνει καί ἕνα παρεκκλήσιο πρός τιμήν τῶν Ἁγίων Ἀσωμάτων, στήν μεσημβρινή πλευρά τῆς Λιτῆς. Οἱ φορητές εἰκόνες εἶναι φιλοτεχνημένες ἐπίσης ἀπό ἀδελφούς τῆς Μονῆς.

Ἐκτός ἀπό τό Καθολικό, τό μοναστηριακό συγκρότημα περιλαμβάνει ἀκόμη: α) τήν παλαιά κεντρική πτέρυγα – τό πρῶτο κτίσμα (1963) – μέ Παρεκκλήσιο τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου (πού χρησιμοποιοῦσε ἡ ἀδελφότητα ὡς προσωρινό Καθολικό μέχρι τό 1990) καί τοῦ Ἁγίου πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ἀρχονταρίκι, ἡγουμενεῖο καί κελλιά μοναχῶν, β) τό Παρεκκλήσιο τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος (1973), γ) τήν ἀνατολική πτέρυγα (1975), μέ ἰατρεῖο, ὀδοντιατρεῖο, γηροκομεῖο καί κελλιά, δ) τήν δυτική πτέρυγα (1981), μέ Παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, βιβλιοθήκη, ξενῶνα καί κελλιά, ε) τήν βόρεια πτέρυγα (1988), μέ Παρεκκλήσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου, συνοδικό, συνακτικό, εἰκονογραφικό ἐργαστήριο, ἐκδοτικό τμῆμα, τράπεζα, μαγειρεῖο καί δοχειό καί στ) ἕνα Παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας τῆς Πορταϊτίσσης, κτισμένο στόν πυλῶνα.

Ἡ βιβλιοθήκη ἔχει 20.000 περίπου βιβλία τόσο ἑλληνικά, ὅσο καί ξενόγλωσσα (κυρίως ἀγγλικά, γαλλικά καί ρωσικά).

Οἱ κύριες ἀσχολίες τῶν ἀδελφῶν, ἐκτός ἀπό τά παραδοσιακά κοινοβιακά διακονήματα (ἐκκλησιαστικοῦ, τυπικάρη, ἀρχοντάρη, δοχειάρη, μαγείρου, μάγκιπα, κηπουροῦ, δενδροκόμου, ἀμπελικοῦ κ.ἄ.) εἶναι ἡ βυζαντινή εἰκονογραφία καί οἱ ἐκδόσεις βιβλίων ὀρθοδόξου-πατερικοῦ περιεχομένου. Μέχρι σήμερα, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἔχουν πραγματοποιηθεῖ ἑβδομήντα περίπου ἐκδόσεις.

Στήν προσπάθεια μιᾶς εὐρύτερης πνευματικῆς οἰκοδομῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ Μονή ἐκδίδει δεκαεξασέλιδα φυλλάδια μέ ἐκλεκτά καί ἐπίκαιρα πατερικά κείμενα, μεταφρασμένα σέ ἁπλή γλῶσσα, καί τά διανέμει δωρεάν. Ἤδη ἔχουν κυκλοφορήσει περισσότερα ἀπό πέντε ἑκατομμύρια ἀντίτυπα.

Παράλληλη προσπάθεια ἔχει γίνει τά τελευταῖα χρόνια καί πρός ὁμοδόξους ἀδελφούς μας ἄλλων χωρῶν, κυρίως τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης. Πολλές χιλιάδες βιβλία καί φυλλάδια ἔχουν ἐκτυπωθεῖ σέ διάφορες γλῶσσες καί διαλέκτους καί ἔχουν ἀποσταλεῖ δωρεάν στήν Ρωσία, Οὐκρανία, Γεωργία, Πολωνία, Σλοβακία, Σερβία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ἰνδία κ.ἄ.

Ὁ πολύπλευρος σύνδεσμος τῆς Μονῆς μέ τό Ἅγιον Ὄρος εἶναι, ἀπό τήν ἵδρυσή της μέχρι σήμερα, στενός. Ἀπό ἀδελφούς της ἀνακαινίσθηκε καί ἐπανδρώθηκε τό ἁγιορείτικο (Λαυριωτικό) Κελλί τοῦ Ὁσίου Νείλου τοῦ Μυροβλύτου.

Σύμφωνα μέ τήν ἀρχαία μοναστική, καί μάλιστα τήν ὑπερχιλιετῆ ἁγιορείτικη, παράδοση, ἡ Μονή παραμένει ἄβατη στίς γυναῖκες.

Στήν Ἱερά Μονή ἐγκαταβιοῦν εἴκοσι τέσσερεις (24) πατέρες μέ Ἡγούμενο τόν Ἀρχιμ. Μωυσή (Λουκᾶ).

ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ:

Ἱερά Μονή Παρακλήτου

190 15 Ὠρωπός Ἀττικῆς

Τηλ.: 22950-32475

Fax.: 22950-31600

www.imparaklitou.gr

Πηγή: imkifissias.gr