Συναξαριακές Μορφές

Οι άγιοι Μανουήλ, Σαβέλ και Ισμαήλ – 17 Ιουνίου

17 Ιουνίου 2016

Οι ένδοξοι αυτοί μάρτυρες ήσαν τρεις αδελφοί από οικογένεια ευγενών της Περσίας. Καταρτισμένοι από την μητέρα τους στον Χριστιανισμό και έχοντας σπουδάσει τα ιερά γράμματα κοντά σε έναν ιερέα, τον Ευνοϊκό, διήγαν βίο θεοσεβή. Έχαιραν εξάλλου μεγάλης τιμής στην αυλή του βασιλιά Βατάνου, τόσο μάλιστα, ώστε όταν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης έστειλε στην Περσία προτάσεις για ειρήνη (362), ο βασιλέας επέλεξε αυτούς για να μεταβούν στην Κωνσταντινούπολη ως πρέσβεις.

Έγιναν δεκτοί με μεγάλες τιμές και ο Ιουλιανός τούς προσκάλεσε να μεταβούν μαζί με τον ίδιο και την αυλή του στην Χαλκηδόνα για να παρευρεθούν σε μεγαλοπρεπείς εορτές, κατά την διάρκεια των οποίων θα προσφέρονταν θυσίες στους θεούς. Όλοι συμμετείχαν στις θυσίες εκτός από τους τρεις νέους Πέρσες πρέσβεις, οι οποίοι, στρέφοντας περιφρονητικά την πλάτη σε τέτοιες εκδηλώσεις ασέβειας, αποσύρθηκαν σε μια γωνιά για να παρακαλέσουν με δάκρυα τον Θεό να δωρίσει το φως της γνώσεώς Του σε όσους βρίσκονταν στα σκοτάδια. Όταν ήλθε ένας θαλαμηπόλος να τους καλέσει να λάβουν μέρος στην θυσία, αποκρίθηκαν ότι αποστολή τους ήταν να δια πραγματευθούν την ειρήνη ανάμεσα στα δύο βασίλεια και επ’ ουδενί να δώσουν την έγκρισή τους στον Αποστάτη απαρνούμενοι την Πίστη τους. Μαθαίνοντας για την αναπάντεχη τούτη αντίσταση εκ μέρους των Περσών, ο Ιουλιανός διέταξε να τους φυλακίσουν επί τόπου και την επομένη παρουσιάσθηκαν ενώπιόν του. Στην αρχή προσπάθησε να τους πείσει με κολακείες, εγκωμιάζοντας την λατρεία της φωτιάς και του ήλιου των μαζδαϊστών Περσών. Οι τρεις νέοι, όμως, απάντησαν μέσω ενός διερμηνέα ότι ήσαν μαθητές του Ιησού Χριστού και ότι για τίποτε στον κόσμο δεν θα δέχονταν να επιστρέψουν στην παράλογη λατρεία των προγόνων τους απομακρυνόμενοι από τον Κτίστη για να λατρέψουν τα κτίσματα. Εξοργισμένος ο Ιουλιανός διέταξε να μαστιγωθούν από τέσσερεις στρατιώτες, και αφού τους κάρφωσαν από τα χέρια σε έναν στύλο, τους ξέσχισαν το σώμα με σιδερένια νύχια. Με τον νου προσηλωμένο στα Πάθη του Χριστού, οι άγιοι παρεκάλεσαν τον Κύριο να τους δώσει την δύναμη να υποφέρουν το μαρτύριο με καρτερία και έτσι σύντομα εμφανίσθηκε ένας άγγελος πού γιάτρεψε τις πληγές τους και τους ενδυνάμωσε. Όταν παρουσιάσθηκαν εκ νέου ενώπιον του τυράννου δήλωσαν ότι ήσαν έτοιμοι να υποστούν κάθε είδους βασανισμό σαν να ήταν χαρά και απόλαυση. Ο Ιουλιανός πήρε τότε κατά μέρος τον Σαβέλ και τον Ισμαήλ και προσπάθησε να τους προσελκύσει κατηγορώντας τον αδελφό τους. Βλέποντας όμως ότι οι προσπάθειές του ήταν μάταιες, τους έστειλε πίσω στους δήμιους που τους έκαψαν τα πλευρά με δαυλούς. Χωρίς να αισθάνονται κανέναν πόνο – τόσο μεγάλη ήταν η χαρά τους που συμμετείχαν στο Πάθος του Χριστού -, οι άγιοι συνέχισαν να διακηρύσσουν μεγάλοφώνως την δύναμη του Σωτήρος. Ο αυτοκράτορας στράφηκε τότε προς τον Μανουήλ, αλλά ο άγιος αρνούμενος να δώσει την παραμικρή προσοχή στις απειλές του, του είπε: «Γιατί, ανόητε, κοπιάζεις τόσο; Μάταια προσπαθείς να μας χωρίσεις, μας ενώνει και τους τρεις η Πίστη και η Αγία Τριάς και ό,τι διακηρύσσει ο ένας είναι η ακλόνητη πεποίθηση και των άλλων. Τίποτε δεν θα μπορούσε να μας κάνει να αλλάξουμε. Δεν πρόκειται να ανταλλάξουμε τα αιώνια αγαθά με ό,τι είναι μάταιο και εφήμερο!» Αντιλαμβανόμενος ότι δεν θα πετύχαινε τίποτε και ότι υπήρχε ο κίνδυνος να προκαλέσει μεταστροφές μεταξύ των δικών του, ο Ιουλιανός διέταξε να τους κάψουν τις μασχάλες, κατόπιν να τους τυλίξουν σφιχτά με καλάμια και να τους τρυπήσουν με βέλη. Είπε εν συνεχεία στους δημίους του να διαπεράσουν το κρανίο και τις ωμοπλάτες των τριών μαρτύρων με καρφιά, και κατόπιν να τους χώσουν καλάμια κάτω από τα νύχια, πριν τους αποκεφαλίσουν και πετάξουν τα σώματά τους στην φωτιά.

Οδηγήθηκαν λοιπόν έξω από την Κωνσταντινούπολη, σε ένα απόκρημνο μέρος ανατολικά του Κωνσταντίνειου τείχους, και αφού ανέπεμψαν ευχαριστία στον Χριστό, στην οποία αποκρίθηκε μία ουράνια φωνή, θανατώθηκαν. Μόλις άφησαν την τελευταία τους πνοή, η γη άνοιξε και κράτησε τα σώματα τους για δύο ήμερες, τα οποία ματαίως αναζητούσαν οι ειδωλολάτρες· έπειτα εμφανίσθηκαν πάλι θαυματουργικώς και οι χριστιανοί που περίμεναν στο μέρος εκείνο μπόρεσαν να τα ενταφιάσουν με τιμή. Εν συνεχεία ανηγέρθη ναός πάνω από τον τάφο τους, στον οποίο οι άγιοι επιτέλεσαν πλήθος θαυμάτων.

Πηγή: “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος (τόμος δέκατος – Ιούνιος, σ. 209-210)