Υπόθεση Μονής Βατοπαιδίου

Υπόμνημα π. Αρσενίου στην Εξεταστική Επιτροπή – μέρος 1ο: Υπόμνημα, παρανομία ή όχι;

7 Δεκεμβρίου 2008

Διαβάστε παρακάτω και κρίνετε μόνοι σας, αν ο τρόπος κατάθεσης με υπόμνημα είναι νόμιμος ή όχι.

Βατοπεδι - vatopediΕνώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων
«για τη διερεύνηση του συνόλου της υπόθεσης της Μονής Βατοπαιδίου»

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

Πατρός Αρσενίου Βατοπαιδινού (κατά κόσμον Αντωνίου-Αρσενίου Φίλου), Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος

Αθήνα, 24 Νοεμβρίου 2008

Με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 136/18.11.2008 έγγραφο της Υμετέρας Επιτροπής, το οποίο υπογράφει ο κ. Πρόεδρος αυτής, κλήθηκα για να «καταθέσω ως μάρτυρας» σε σχέση με την προαναφερόμενη υπόθεση.
Για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω, η εξέτασή μου ως μάρτυρα δεν επιτρέπεται κατά νόμον. Αδυνατώ, επομένως, να απαντήσω σε οποιοδήποτε ερώτημα του κ. Προέδρου και των μελών της Υμετέρας Επιτροπής και παρακαλώ να γίνει σεβαστό το εν λόγω δικαίωμά μου.
Πράγματι, οι κατωτέρω παρατιθέμενες κρίσιμες διατάξεις νόμου σε συνδυασμό προς τα διαδικαστικά δεδομένα της υποθέσεως οδηγούν αναντιλέκτως στο συμπέρασμα ότι δεν επιτρέπεται η εξέτασή μου ως μάρτυρα.

Α. Οι κρίσιμες διατάξεις του νόμου

Το άρθρο 145 παρ. 1 του Κανονισμού της Βουλής ορίζει ότι:

“1. Οι εξεταστικές επιτροπές έχουν όλες τις αρμοδιότητες των ανακριτικών αρχών, καθώς και του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, και ενεργούν κάθε αναγκαία, κατά την κρίση τους, έρευνα για την επίτευξη του σκοπού για τον οποίο συστάθηκαν. Η Βουλή μπορεί με απόφασή της να περιορίσει τις εξουσίες της εξεταστικής επιτροπής.
2. Οι εξουσίες των εξεταστικών επιτροπών ασκούνται με τους όρους και τις διατυπώσεις των άρθρων 146 και 147, καθώς και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και δεν αναστέλλονται με τη λήξη της τακτικής συνόδου, παύουν όμως με τη διάλυση της Βουλής που τις διόρισε ή με τη λήξη της βουλευτικής περιόδου”.

Το άρθρο 147 του Κανονισμού της Βουλής ορίζει ότι:

“1. Η επιτροπή έχει δικαίωμα να καλεί και να εξετάζει μάρτυρες, να ενεργεί αυτοψία ή να διατάσσει πραγματογνωμοσύνη με τους όρους και τις διατυπώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. …..
3. Τα άρθρα 224 και 225 του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και για τους μάρτυρες που εξετάζονται από την επιτροπή ή από τους κατά την παρ. 6 εντεταλμένους”.

Από τον συνδυασμό εξ άλλου των άρθρων 31 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ), το οποίο ορίζει τον τρόπο εξετάσεως και τα δικαιώματα των προσώπων που καλούνται στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης προς παροχήν εξηγήσεων, 273 παρ. 2 ΚΠΔ (για τους κατηγορουμένους) και 223 παρ. 4 ΚΠΔ (για τους μάρτυρες) συνάγεται ότι το πρόσωπο που έχει κληθεί προς παροχήν εξηγήσεων στην προκαταρκτική εξέταση και εν γένει το πρόσωπο του οποίου η τυχόν ευθύνη για ποινικά αδικήματα διερευνάται στην εν λόγω διαδικασία, απαγορεύεται να καλείται και να εξετάζεται ως «μάρτυρας».
Η απαγόρευση αυτή συνάγεται ευθέως και από τις ηυξημένης τυπικής ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, διατάξεις των διεθνών συμβάσεων που έχει κυρώσει η Ελλάδα και δη:

α) από τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), στις οποίες καθιερώνεται το δικαίωμα δίκαιης δίκης και το τεκμήριο αθωότητας αντιστοίχως
β) από το άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ – Ν. 2462/1997), το οποίο διακηρύσσει πανηγυρικώς την απαγόρευση της αυτοεπιβάρυνσης.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας και των διεθνών κειμένων έχουν ερμηνευθεί κατά την ανωτέρω έννοια από την νομολογία μας και μάλιστα με δύο αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, ήτοι με την υπ’ αριθμ. 2/1999 (Ποινικά Χρονικά ΜΘ΄911 επ., με παρατηρήσεις Ηλ. Αναγνωστόπουλου) και την υπ’ αριθμ. 1/2004 (Ποινικά Χρονικά ΝΕ΄113 επ., με παρατηρήσεις Ηλ. Αναγνωστόπουλου).
Με την πρώτη απόφαση κρίθηκε παράνομη η αστυνομική πρακτική της «μαρτυροποίησης» προσώπων, τα οποία εξετάζονταν πρώτα ως μάρτυρες και εν συνεχεία τους απαγγελλόταν κατηγορία. Με την δεύτερη απόφαση κρίθηκε ότι το δικαίωμα σιωπής, η αρχή της μη αυτοεπιβάρυνσης και το τεκμήριο αθωότητας ως συστατικά στοιχεία της δίκαιης δίκης αναπτύσσουν την λειτουργία τους όχι μόνο στην υπό στενή-τεχνική έννοια ποινική διαδικασία αλλά και στις παράλληλες διοικητικές ή άλλες διαδικασίες με αντικείμενο την αυτήν υπόθεση (στην υπόθεση που εξετάστηκε επρόκειτο για κατάθεση του προσώπου στο πλαίσιο ένορκης διοικητικής εξέτασης).
Με τις προαναφερόμενες αποφάσεις η ημεδαπή νομολογία, με επικεφαλής τον Άρειο Πάγο, εναρμονίστηκε προς την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕυρΔΔΑ).
Το Δικαστήριο αυτό νομολογεί παγίως ότι τα δικαιώματα εκ του άρθρου 6 παρ. 1-3 της ΕΣΔΑ παρέχονται όχι μόνον στα πρόσωπα τα οποία κατά το εθνικό δίκαιο έχουν προσλάβει ιδιότητα «κατηγορουμένου» υπό στενή έννοια αλλά σε κάθε πρόσωπο η τυχόν ευθύνη του οποίου για ποινικά (υπό ευρείαν έννοια) αδικήματα διερευνάται στο πλαίσιο διαδικασιών, χωρίς να ενδιαφέρει αν αυτές χαρακτηρίζονται «ποινικές» ή «διοικητικές» ή άλλως στην εθνική νομοθεσία (ίδετε ενδεικτικώς τις αποφάσεις του ΕυρΔΔΑ στις υποθέσεις Deweer κατά Βελγίου της 27.2.1980, Funke κατά Γαλλίας της 25.2.1993, Saunders κατά Ην. Βασιλείου της 17.12.1996, και επ’ αυτών αντί άλλων Όλγα Τσόλκα, Το δικαίωμα στη μη αυτοενοχοποίηση και το τεκμήριο αθωότητας, ΠοινΧρον ΝΔ΄97 επ. και 204 επ.).

Β. Τα διαδικαστικά δεδομένα της υποθέσεως

Εν προκειμένω έχω κληθεί και έχω παράσχει εξηγήσεις την 20.10.2008 κατ’ άρθρ. 31 παρ. 2 ΚΠΔ από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Αναστάσιο Κανελλόπουλο, ο οποίος διενεργεί προκαταρκτική εξέταση για «παράβαση καθήκοντος και ηθικής αυτουργίας σ’ αυτήν αναφορικά με την από 15.01.2003 αγωγή της Ι. Μονής Βατοπαιδίου», όπως επί λέξει αναγράφεται στην σχετική κλήση προς εμέ με ημερομηνία 2.10.2008. Η αγωγή αυτή αφορούσε, όπως είναι γνωστό στην Υμετέρα Επιτροπή, τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου επί των παραλιμνίων εκτάσεων στην Βιστωνίδα κ.λπ.
Η προκαταρκτική εξέταση που διενεργεί ο κ. Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου διενεργείται, κατά νόμον (ΚΠΔ 31 παρ. 2), χωρίς δημοσιότητα. Όπως είναι γνωστό, η απαγόρευση της δημοσιότητας αποσκοπεί αφ’ ενός μεν στην διευκόλυνση του ανακριτικού έργου αφ’ ετέρου δε στην προστασία της προσωπικότητας των εμπλεκομένων προσώπων και ιδίως των καλουμένων προς παροχήν εξηγήσεων, τα οποία ενδέχεται άλλως να διασυρθούν και να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικαιώματά τους. Τα αυτά ισχύουν και για την προκαταρκτική εξέταση που διεξάγει η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών για την εν λόγω υπόθεση.
Σε σχέση με την υπόθεση της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου έχουν ήδη εξεταστεί ενώπιον Υμών, όπως πληροφορήθηκα από τον Τύπο, τα μέλη της συνθέσεως του δικαστηρίου που εκδίκασε την ανωτέρω αγωγή της Ιεράς Μονής καθώς και άλλοι τοπικοί παράγοντες ή αξιωματούχοι που δηλώνουν ότι έχουν αρμοδιότητα ή γνώση για τα σχετικά θέματα. Η υπόθεση, επομένως, για την οποία έχω ήδη κληθεί και παράσχει εξηγήσεις στον κ. Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου συμπίπτει με την υπόθεση την οποία διερευνά η Υμετέρα Επιτροπή.
Η ενώπιον Υμών διεξαγόμενη διαδικασία είναι μάλιστα κατ’ αποτέλεσμα δημόσια, αφού τα πρακτικά των συνεδριάσεων διανέμονται αυθημερόν και το περιεχόμενό τους σχολιάζεται καθημερινώς στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, ενώ μέλη της Επιτροπής διατυπώνουν και δημοσίως τις απόψεις τους.
Ας σημειωθεί εξ άλλου ότι με τις υπ’ αριθμ. 3511/4.9.2008 και 3752/26.9.2008 παραγγελίες του κ. Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου έχει διαταχθεί η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Λίμνης Βιστωνίδος και των παραλιμνίων εκτάσεων, της ανταλλαγής των με ακίνητα του Δημοσίου που απέκτησε η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου κ.λπ. Σύμφωνα με την παραγγελία του κ. Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, η προκαταρκτική εξέταση έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, «την διακρίβωση τελέσεως εγκλημάτων και ιδία αυτού της κακουργηματικής απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου υπό … παντός άλλου συμμετόχου … και προεχόντως των ωφεληθέντων από τις γνωμοδοτήσεις και τις τελικώς συναφθείσες συμβάσεις».
Ήδη δε τα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που έχουν συλλεγεί στο πλαίσιο της εν λόγω προκαταρκτικής εξέτασης έχουν διαβιβαστεί προς την Υμετέρα Επιτροπή.

Περαιτέρω, με την υπ’ αριθμ. 1/16.9.2008 Απόφαση της Επιτροπής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας διατάχθηκε η απαγόρευση κίνησης των τραπεζικών λογαριασμών κ.λπ. με δικαιούχους την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, τον Ηγούμενο ή τους νομίμους εκπροσώπους αυτής καθώς και όσα πρόσωπα συνέπραξαν στην κατάρτιση συμβολαίων πωλήσεως κ.λπ. ακινήτων της Ιεράς Μονής τα οποία απέκτησε διά της προαναφερόμενης «παράνομης», όπως πιθανολογείται στην Απόφαση, ανταλλαγής. Ήδη δε πληροφορούμαι από τον Τύπο ότι η Εισαγγελία Εφετών ζήτησε από την ανωτέρω Επιτροπή και το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών κ.λπ. των ανωτέρω προσώπων, στα οποία συγκαταλέγομαι.

Υπό τα δεδομένα αυτά είναι καταφανές ότι τυχόν εξέτασή μου ως «μάρτυρα» ενώπιον Υμών για την υπόθεση της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου θα παραβίαζε συλλήβδην όλες τις ανωτέρω θεμελιώδεις διατάξεις και τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται σ’ αυτές (δικαίωμα δίκαιης δίκης, δικαίωμα υπερασπίσεως, τεκμήριο αθωότητας, αρχή της μη αυτοεπιβάρυνσης, μυστικότητα της προκαταρκτικής εξέτασης, δικαίωμα επί της ιδίας προσωπικότητας κ.α.).
Με όλο τον –απεριόριστο- σεβασμό για το έργο της Υμετέρας Επιτροπής, δηλώνω λοιπόν και πάλι ότι αδυνατώ να εξεταστώ ως μάρτυρας ενώπιον Υμών και να απαντήσω σε οποιαδήποτε ερώτηση.

Συνεχίζεται…