Υπόθεση Μονής Βατοπαιδίου

Υπόμνημα π. Αρσενίου στην Εξεταστική Επιτροπή (3ο μέρος) – Βιστωνίδα

15 Δεκεμβρίου 2008

Βατοπεδι - vatopediΔιαβάστε το τρίτο μέρος του Υπομνήματος που κατέθεσε ο μοναχός Αρσένιος στην Εξεταστική Επιτροπή. Μάθετε όλη την αλήθεια για την πορεία της υπόθεσης και τον ρόλο του π. Αρσενίου σ’ αυτή. Δείτε πού βασίστηκε η Πολιτεία για να αναγνωρίσει την κυριότητα της Μονής στη Λίμνη και γιατί προχώρησε στη διαδικασία των ανταλλαγών.

Γ. Μερικά χρήσιμα στοιχεία για την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, την Λίμνη Βιστωνίδα και το πρόσωπό μου

[…] ΙΙΙ. Οι μοναχοί δεν έχουμε προσωπική περιουσία. Γι΄αυτό και εγώ δεν διατηρώ κανένα προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό σε καμία τράπεζα. Αλλωστε… ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Ορους προβλέπει την ακτημοσύνη των μοναχών στο άρθρο 101 αυτού.
Ολη μου η δραστηριότητα αποσκοπούσε στη διαφύλαξη των δικαιωμάτων της Ιεράς Μονής εγκαταβίωσής μου και στην εκπλήρωση του φιλανθρωπικού και πολιτιστικού της έργου.

IV. Οσον αφορά την ερευνώμενη υπόθεση, επιθυμώ να διευκρινίσω ότι ουδεμία παράνομη πράξη έχω διαπράξει, ουδέν αθέμιτο μέσο έχω μετέλθει και είμαι άσχετος με όλες τις κατηγορίες που εκτοξεύονται εναντίον μου από ετερόκλητους παράγοντες, φορείς και πρόσωπα, που εξυπηρετούν ιδιοτελή συμφέρονται.
Τελικός στόχος όλων αυτών των επιθέσεων είναι, πιστεύω, να πληγεί το έργο της Ιεράς Μονής, αλλά και γενικότερα το Άγιον Όρος και η Ορθοδοξία.

V. Οι Πατέρες της αδελφότητας άρχισαν να ασχολούνται με το θέμα της λίμνης Βιστωνίδας από το 1990, με σκοπό τη συγκέντρωση του φακέλου και την εκπόνηση ενός σχεδίου για την αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό της. Από τους προηγούμενους Πατέρες και Προκτήτορες της Μονής υπήρχε η πεποίθηση ότι η λίμνη και η πέριξ αυτής περιοχής αποτελεί μετόχι, ιδιοκτησία δηλαδή, της Ιεράς Μονής.
Μέχρι και την έκδοση της πρώτης υπ’ αριθμ. 26/1998 γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, δεν είχα ενεργό ανάμειξη με το θέμα της Βιστωνίδας. Άλλωστε μέχρι το έτος 2000 και για 18 χρόνια συνολικά από τότε που έγινα μοναχός, δεν εξερχόμουν στον κόσμο, αλλά παρέμενα στο Άγιο Όρος, ασχολούμενος με τις διακονίες μου και με προσευχή. Το έτος 2000 ασθένησα σοβαρά και νοσηλεύθηκα στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Όπως προανέφερα, όταν επανήλθα στην Ιερά Μονή, αρχικά είχα απαλλαγεί από τα διακονήματα και αργότερα μου ανατέθηκε να ασχοληθώ με τον φάκελο της λίμνης Βιστωνίδας.
Στην έρευνά μου διαπίστωσα ότι το θέμα είχε διευθετηθεί από το 1924, όταν επί αγωγής της Ιεράς Μονής επήλθε συμβιβασμός, όπου η Ιερά Μονή μεταβίβασε στο Ελληνικό Δημόσιο 35.000 στρέμματα στη Χαλκιδική, ανεκτίμητης σήμερα αξίας και το Ελληνικό Δημόσιο παραιτήθηκε από οποιαδήποτε αξίωσή του επί του μετοχίου της Βιστωνίδας.
Ιδιαίτερα με εντυπωσίασαν οι γνωμοδοτήσεις των επιφανών νομομαθών της εποχής και τακτικών καθηγητών της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι γνωμοδότησαν για τη βασιμότητα της αγωγής αυτής ρητά, κατηγορηματικά και εμπεριστατωμένα [Κ. Πολυγένης, Γ. Στρέιτ, Κ. Ράλλης και Δ. Παπούλιας με την από Μαρτίου 1922 Γνωμοδότησή τους (δημοσιευμένη στη ΘΕΜΙΔΑ τ. ΛΓ/158) και Κ.Δ. Ρακτιβάν, Δ. Παπούλιας, Δ. Δίγκας, Ν.Ν. Σαρίπολος και Κ.Μ. Ράλλης με την από 26 Ιανουαρίου 1923 Γνωμοδότησή τους (δημοσιευμένη στη ΘΕΜΙΔΑ τ. ΛΕ/332).
Ηδη σήμερα όλα τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται εκ νέου με την από 28/10/2008 γνωμοδότηση του καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Ιωάννη Κονιδάρη.
Ο καθηγητής με εμπεριστατωμένη και αναλυτική έκθεση των δικαιωμάτων της Ιεράς Μονής σε όλες τις ιστορικές περιόδους, ήτοι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, της Σερβικής κατάκτησης, της Οθωμανικής κυριαρχίας, της Βουλγαρικής κατοχής και της Διασυμμαχικής διοίκησης και της περιόδου της Ελληνικής Πολιτείας μέχρι και το διάταγμα του 1941 καταλήγει στα εξής συμπεράσματα:

«1. Η Ι. Μονή Βατοπαιδίου είχε στην ιδιοκτησία της, ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους, μεγάλη κτηματική περιουσία στην ευρύτερη περιοχή της λίμνης Βιστωνίδας που προερχόταν κυρίως από δωρεές, όπως προκύπτει από δωρητήρια έγγραφα, μικρό μόνο μέρος των οποίων έχει προφανώς σωθεί έως τις ημέρες μας. Την περιουσία αυτή μερικώς μόνο γνωρίζουμε από αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα της εποχής, τα οποία παρέχουν φορολογική ατέλεια (εξκουσεία) στα κτήματα της Ι. Μονής.
2. Το αργότερο στα μέσα του 14ου αιώνα στην ιδιοκτησία της Ι. Μονής Βατοπαιδίου έχει περιέλθει και η λίμνη Πορού (αργότερα Μπουρού, σήμερα Βιστωνίδα) με την ευρύτερη περιοχή της, όπως μαρτυρεί χρυσόβουλλος λόγος του σέρβου Δεσπότη Ιωάννου Ούγκλεση (Ugleša) του έτους 1371.
3. Η συνεννόηση του Αγίου ΄Ορους με τους Σουλτάνους, ήδη πριν από την κατάληψη της περιοχής από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, επέτρεψε την προστασία των δικαιωμάτων των Ι. Μονών του και τη διασφάλιση της περιουσίας τους, η οποία με τον τρόπο αυτό δεν κατέστη δημόσια, αλλά παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια των πέντε αιώνων οθωμανικής κυριαρχίας ιδιωτική – μοναστηριακή περιουσία (mülk).
4. Στην περίοδο της βουλγαρικής κατοχής το μετόχιο της Ι. Μονής Βατοπαιδίου στη λίμνη Βιστωνίδας υπέστη δηώσεις, οι βατοπαιδινοί δε πατέρες εκδιώχθηκαν διά της βίας. Επανήλθαν ευθύς μετά από την εγκατάσταση της διασυμμαχικής διοικήσεως στην περιοχή και διεκδίκησαν τόσο με υπομνήματα στην ελληνική κυβέρνηση όσο και με παραστάσεις στη διασυμμαχική διοίκηση τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα, τα οποία είχαν βαναύσως καταπατηθεί από τους Βουλγάρους.
5. Με πρωτοβουλία της Κυβερνήσεως Αλ. Παπαναστασίου και προσωπικώς του προέδρου της, που ήταν τότε και ο αρμόδιος Υπουργός Εξωτερικών, το Ελληνικό Δημόσιο προήλθε σε συμφωνία με την Ι. Μονή Βατοπαιδίου για την οριστική διευθέτηση του ανοικτού ζητήματος. Η συμφωνία προέβλεπε την ανταλλαγή δύο ιδιόκτητων κτημάτων της Ι. Μονής στη Χαλκιδική, συνολικής εκτάσεως 40.000 περίπου στρεμμάτων, με την παραίτηση του Ελληνικού Δημοσίου από κάθε αξιώσή του επί της λίμνης Μπουρού (Βιστωνίδας). Η συμφωνία περιβλήθηκε τον τύπο νομοθετικού διατάγματος, το οποίο ανέθετε στον Υπουργό Γεωργίας την υλοποίησή της.
6. Το Ελληνικό Δημόσιο, αφού έλαβε αμέσως από την Ι. Μονή τη χρήση των δύο μετοχίων της, στη συνέχεια, κατά παράβαση κάθε έννοιας χρηστής διοικήσεως, κωλυσιέργησε για την υλοποίηση της συμφωνίας και όταν, υπό την πίεση ευνοϊκής για την Ι. Μονή ομόφωνης αποφάσεως της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας, κυριολεκτικώς εσύρθη στην υπογραφή της Συμβάσεως, επέβαλε όρους, οι οποίοι μετέβαλαν ουσιαστικώς τη φύση της και μετέτρεψαν το αντάλλαγμα του Δημοσίου, από παραίτηση κάθε αξιώσεώς του και συνεπώς αναγνώριση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της Ι. Μονής Βατοπαιδίου επί της λίμνης, σε παραχώρηση των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως των ιχθυοτροφείων της λίμνης!
7. Η ιδιοκτησία της Ι. Μονής Βατοπαιδίου, ως περιουσία μοναστηριακή και μάλιστα Ι. Μονής του Αγίου ΄Ορους προστατεύεται συνταγματικώς, το Δημόσιο δεν μπορεί να επικαλεσθεί ούτε χρησικτησία επί των εκτάσεων αυτών, ούτε επηρεάζεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Ι. Μονής από τυχόν παρουσία αρχαιοτήτων στην επίδικη περιοχή. Τυχόν αναγκαστική απαλλοτρίωση της εκτάσεως για δημόσια ωφέλεια προϋποθέτει την πλήρη αποζημίωση της ιδιοκτήτριας Ι. Μονής, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Συντάγματος.
8. Η Ι. Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου ΄Ορους έχει ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της περιοχής της λίμνης Βιστωνίδας και των παραλίμνιων εκτάσεών της, που ερείδονται τελικώς σε νόμο της Ελληνικής Πολιτείας από το έτος 1924, ο οποίος θεσπίζει παραίτηση του Δημοσίου από κάθε αξίωσή του επί της εν λόγω λίμνης, ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση της κυριότητας δύο αγροκτημάτων ιδιοκτησίας της Ι. Μονής στη Χαλκιδική».


Η Ιερά Μονή επανήλθε στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, το οποίο εξέδωσε τις υπ’ αριθμ. 17/2002 (παραλίμνιες εκτάσεις) και υπ’ αριθμ. 46/2002 (λίμνη Βιστωνίδα) γνωμοδοτήσεις του, που έγιναν αντίστοιχα δεκτές από τον Υφυπουργό Οικονομικών με τις υπ’ αριθμ. 1064538/5928/Α0010/5-8-2002 και 1051266/10611/Α0010/4-6-2003 αποφάσεις του.
Σε όλο αυτό το διάστημα και την εξέλιξη της διαδικασίας, οι επαφές τις οποίες είχα αφορούσαν μόνο στην προσπάθειά μου να εκθέσω και εξηγήσω τις απόψεις της Ιεράς Μονής στο πλαίσιο της νόμιμης δυνατότητας που έχει ο διάδικος να ενημερώνει και να υποστηρίζει τις απόψεις του με το υλικό, νομικό, πραγματικό κ.λ.π. που έχει στη διάθεσή του.

VΙ. Επειδή στις παραλίμνιες εκτάσεις, επί των οποίων με την προαναφερόμενη γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, η οποία έγινε δεκτή με Υπουργική απόφαση, υπήρχαν καταπατήσεις, η Ιερά Μονή (η οποία δεν επιθυμούσε να θίξει δικαιώματα ιδιωτών) απευθύνθηκε στην Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Ξάνθης, ώστε να δοθούν στην Ιερά Μονή άλλες γαίες προς αντικατάσταση αυτών που είχαν καταπατηθεί.
Το θέμα εκκρεμούσε για αρκετό διάστημα, οπότε η Ιερά Μονή αναγκάστηκε και ήγειρε την από 15/1/2003 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί των εκτάσεων που περιγράφονται στην αγωγή και είναι οι παραλίμνιες εκτάσεις, η νησίδα Αντά – Μπουρού και οι νησίδες όπου είναι κτισμένος ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου και η εκκλησίας της Παναγίας της Παντάνασσας.
Η υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου την 5/11/2003 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης με Πρόεδρο την κ. Μαρία Ψάλτη.
Τα επακολουθήσαντα εκτίθενται αναλυτικά στο υπόμνημα που κατέθεσα ενώπιον του διενεργούντος προκαταρτική εξέταση Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Κανελλόπουλο και το οποίο προσκομίζω ενώπιόν Σας.
Επιγραμματικά αναφέρω ότι στην περιοχή επιχειρούσαν να δημιουργήσουν κλίμα φόβου ετερόκλητοι πλην ισχυροί παράγοντες (Μητροπολίτης Ξάνθης, Νομάρχης Ξάνθης, Δικηγορικός Σύλλογος Ξάνθης κ.λ.π.), προκειμένου να επηρεάσουν δυσμενώς για την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου την έκβαση της δίκης, οι οποίοι μάλιστα προεξοφλούσαν θορυβωδώς το αρνητικό για την Ιερά Μονή αποτέλεσμα της διάσκεψης του δικαστηρίου.
Στο κλίμα αυτό έλαβα μόνος μου την πρωτοβουλία να επικοινωνήσω τηλεφωνικώς με την κ. Ψάλτη, λόγω της γνώσεως που είχα για την υπόθεση (είχα εξεταστεί ως μάρτυρας στο ακροατήριο την 5/11/2003) και της εξοικειώσεώς μου με τα νομικά (λόγω των σπουδών μου στην Νομική Θράκης).
Ο θεμιτός, όπως ακραδάντως πίστευα, σκοπός των τηλεφωνημάτων μου προς την κ. Ψάλτη ήταν να διερευνήσω αν τυχόν υπήρχαν σημεία της υποθέσεως που έχρηζαν διευκρινίσεως από την πλευρά της Ιεράς Μονής και να επισημάνω τους παλαίφατους τίτλους της ιδιοκτησίας της Ιεράς Μονής εν όψει της πολυπλοκότητας της υπόθεσης. Επίσης, εξέφρασα προς την κ. Ψάλτη την απορία μου για το γεγονός ότι οι ανωτέρω παράγοντες εδήλωναν ότι γνώριζαν το περιεχόμενο της εισήγησης ή το αποτέλεσμα της διάσκεψης του δικαστηρίου.
Σε συνομιλία μου με τον Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου Γέροντα Εφραίμ ανέφερα την πρωτοβουλία που είχα λάβει και εκείνος πρότεινε, σε επόμενο τηλεφώνημά μου προς την κ. Ψάλτη (αν υπάρξει) να συνομιλήσει τυπικά με την ίδια ως έμπρακτη έκφραση του σεβασμού της Ιεράς Μονής προς το λειτούργημά της, πράγμα που έγινε χωρίς ο Γέρων Εφραίμ να αναφερθεί περαιτέρω στην υπόθεση, την οποία άλλωστε γνώριζε σε αδρές γραμμές και της οποίας την εκδίκαση δεν είχε παρακολουθήσει.
Στα παραπάνω περιορίστηκε η δραστηριότητά μου για την παραπάνω υπόθεση, η οποία τελικώς τερματίστηκε με κοινή δήλωση των διαδίκων μερών για την μη έκδοση αποφάσεως με την διαδικασία που περιγράφεται στην κατάθεση του κ. Χειμώνα κατόπιν θετικής εισηγήσεως με ημερομηνία 14/6/2004 του αρμοδίου Νομικού Συμβούλου προς το Β’ Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και απόφαση του εν λόγω Τμήματος (πρακτικόν υπ’ αριθμ. 3058).
Η Ιερά Μονή είχε υποβάλει αίτημα στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ώστε να συναινέσει στην υποβολή δήλωσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης για τη μη έκδοση απόφασης, καθόσον εν τω μεταξύ είχε εκδοθεί και η τελευταία υπ’ αριθμ. 26/2004 απόφαση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία έγινε αποδεκτή με την υπ’ αριθμ. 1046300/3944/Α0010/7-6-2004, οπότε πλέον θεωρούσε η Ιερά Μονή ότι θα σταματούσαν οι αντιδράσεις των τοπικών φορέων, δεδομένου μάλιστα ότι με την τελευταία γνωμοδότηση το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο ενέμενε στις απόψεις που είχε διατυπώσει και επιπλέον αντέκρουαν και τα επιχειρήματα που είχε διατυπώσει ο κ. Ξυνίδης σε σχετική καταγγελία του.

VIΙ. Ενώ λοιπόν, κατά τα ανωτέρω, το θέμα της κυριότητος της λίμνης Βιστωνίδας και των παραλιμνίων περιοχών είχε κριθεί οριστικά υπέρ της Ιεράς Μονής με την επιβεβαίωση για μια ακόμη φορά από την Ελληνική Πολιτεία της ανυπαρξίας δικαιωμάτων του Δημοσίου, με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 26/2004 απόφασης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, η οποία έγινε αποδεκτή με την υπ’ αριθμ. 1046300/3944/Α0010/7-6-2004 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, οι πιέσεις και παρεμβάσεις διαφόρων τοπικών φορέων οδήγησαν το θέμα στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με ερώτημα αν μπορεί να γίνει ανταλλαγή των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας με άλλες εκτός των νομών Ξάνθης και Ροδόπης.
Επί του ερωτήματος αυτού εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 15/2004 γνωμοδότηση του 4ου Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία, με αναφορά στις προηγηθείσες γνωμοδοτήσεις, καταλήγει στην περαιτέρω κρίση, επιβεβαιωτική των γνωμοδοτήσεων, ότι «… Η ανωτέρω ανταλλαγή πλην της αποκατάστασης της νομιμότητας και της ουσιαστικής δικαίωσης της Ιεράς Μονής μετά μάλιστα την από πολλών ετών μεταβίβαση της κυριότητας των μετοχίων Αγίου Μάμαντος και Σοφουλάρ, συνολικής εκτάσεως κατά τους ισχυρισμούς της Μονής 35.200 στρεμμάτων στο Δημόσιο, θα διασφαλίσει κυρίως και το δημόσιο συμφέρον δια της διατηρήσεως του σημερινού καθεστώτος των παραλιμνίων εκτάσεων, δεδομένου ότι η αρμοδιότητα για ανταλλαγή της λίμνης Βιστωνίδας ανήκει στο Υπουργείο Οικονομικών.
Ενόψει των ως άνω αναλυτικώς εκτεθέντων κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων νομίμως δύναται να αναθέσει στην Κτηματική Εταιρία Δημοσίου … την ανταλλαγή εκείνων εκ των παραλιμνίων εκτάσεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων με άλλες εκτός των νομών Ξάνθης και Ροδόπης…».
Το Δημόσιο, όπως διαλαμβάνεται στην υπ’ αριθμ. 16651/26-7-2006 Κοινή Υπουργική Απόφαση Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία ανατέθηκε στην ΚΕΔ η διαδικασία ανταλλαγής της ανωτέρω λίμνης και των παραλιμνίων εκτάσεων αυτής, με διαθέσιμα ακίνητα του Δημοσίου αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δημόσιος χαρακτήρας, η ορθή διαχείριση και η αύξηση της παραγωγικότητας της λίμνης, για να ικανοποιηθεί το δημόσιο συμφέρον και το συναφές με αυτό συμφέρον των αλιέων και των λοιπών παραγωγικών τάξεων της περιοχής, αφού δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην αλιευτική παραγωγή της λίμνης Βιστωνίδας, η οποία εντάσσεται σαφώς στην έννοια της αγροτικής παραγωγής, αλλά και για να αποκατασταθούν και τυπικά οι ακτήμονες καλλιεργητές των παραλιμνίων εκτάσεων στο μεγαλύτερο μέρος των οποίων είχαν διανεμηθεί οι εκτάσεις αυτές από το Δημόσιο πολύ πιο πριν από την υπόψη ανταλλαγή.
Πρέπει να επισημανθεί ότι η Ιερά Μονή δεν είχε κατ’ αρχήν σκοπό, ούτε επιθυμία να ανταλλάξει τη λίμνη Βιστωνίδα, όπως τούτο άλλωστε προκύπτει και εκ του γεγονότος ότι η Ιερά Μονή είχε αναθέσει σε δύο (2) μελετητικές εταιρίες την εκπόνηση μελετών για την αξιοποίηση της λίμνης και της πέριξ αυτής περιοχής.

VIII. Η επιλογή των προς ανταλλαγή ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο και η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν: αποστολή της λίστας των διαθέσιμων ακινήτων και των τοπογραφικών από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων στην ΚΕΔ. Από την ΚΕΔ η Ιερά Μονή παραλάμβανε τα τοπογραφικά των ακινήτων, τα οποία στη συνέχεια ο τοπογράφος της Μονής ήλεγχε και επικαιροποιούσε, με την έννοια ότι αποτύπωνε τα διαγράμματα σε άλλη κλίμακα και με ψηφιακό σύστημα, ενώ από την επαφή του με τις κατά τόπους Υπηρεσίες αφαιρούσε τμήματα που τυχόν είχαν δοθεί με διανομές σε ιδιώτες ή τυχόν αναδασωτέα κ.λ.π., τα οποία βεβαίως δεν μπορούσαν να μεταβιβαστούν στην Ιερά Μονή.
Πολλές φορές όμως τα επιλεγέντα από τις Υπηρεσίες ακίνητα είχαν προβλήματα, που δεν επέτρεπαν τη μεταβίβασή τους στην Ιερά Μονή, εξ ολοκλήρου ή κατά μέρος, οπότε χρειαζόταν αντίστοιχα ακύρωση του αρχικού συμβολαίου και σύνταξη τροποποιητικού. Για παράδειγμα, μετά την υπογραφή των συμβολαίων ανταλλαγής, διαπιστώθηκε ότι μερικά από τα οικόπεδα στην περιοχή Ωραιοκάστρου ήταν δεσμευμένα για δημόσιες χρήσεις, δηλαδή για νοσοκομεία, σχολεία, χώρους πρασίνου κ.λ.π. Γι’ αυτό, χρειάστηκε να γίνει νέα ανταλλαγή των ακινήτων του Ωραιοκάστρου με άλλα του Δημοσίου, που δεν θα προσφέρονταν για κοινωφελή αξιοποίηση. Σε άλλη περίπτωση, διαπιστώθηκε ότι τα ακίνητα που μεταβιβάστηκαν στην Ιερά Μονή στην Αμμουλιανή, είχαν παραχωρηθεί στην Κοινότητα της Νήσου και έτσι πάλι ακυρώθηκαν τα αντίστοιχα συμβόλαια και η Ιερά Μονή ανέμενε την πρόταση του Δημοσίου, ώστε να καλυφθεί με άλλα ακίνητα. Επίσης στην περιοχή της Καβάλας δημιουργήθηκαν θέματα, ότι δήθεν τα ακίνητα που ανταλλάχθηκαν ήταν απαραίτητα για τις ανάγκες των Δήμων, με αποτέλεσμα να αναμεταβιβασθούν στην ΚΕΔ, οπότε η ΚΕΔ πρότεινε σε αντικατάσταση τα ακίνητα του Ολυμπιακού Χωριού, στα οποία θα αναφερθώ κατωτέρω.

ΙΧ.1. Η αποτίμηση της αξίας τόσο της λίμνης όσο και των προς ανταλλαγή δοθέντων ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου ανατέθηκε στο αρμόδιο θεσμοθετημένο όργανο, το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών, και έγινε σύμφωνα με τα διεθνή και ευρωπαϊκά εκτιμητικά πρότυπα, κατά τη βεβαίωση των ορκωτών εκτιμητών, χωρίς συμμετοχή, επέμβαση ή δυνατότητα επέμβασης της Μονής.
2. Για την αποτίμηση της λίμνης πρέπει να επισημανθεί ότι υπολογίστηκε για τον προσδιορισμό της αξίας της η απόδοση σε ιχθυοπαραγωγή. Η απόδοση που υπολογίστηκε είναι απολύτως εύλογη σε σχέση με την ιχθυοπαραγωγή όμορων λιμνών (20 κιλά ψάρια ανά στρέμμα) και λαμβανομένων υπόψη των δυνατοτήτων ανάπτυξης και αύξησης της παραγωγής. Η τελευταία δυνατότητα προκύπτει και από την ύπαρξη Ιχθυογεννητικού Σταθμού και υποδομών, που χρήζουν βέβαια βελτιώσεων.

Συνεχίζεται…