Ορθόδοξη πίστηΣυναξαριακές Μορφές

Κυριακή της Ορθοδοξίας, Αναστήλωση των Εικόνων – Η σημασία των Εικόνων στην Ορθόδοξη Εκκλησία (3)

9 Μαρτίου 2009

michaelileonv
Μετά την Σάρκωση του Λόγου του Θεού μπορούμε να τον περιγράψουμε. Η εικόνα του Υιού του Θεού είναι απόδειξη και ομολογία της Ενανθρωπήσεώς του. Πριν την Σάρκωση δεν επιτρεπόταν να περιγράψει και να εικονίσει κανείς τον Χριστό. Και οι εικόνες της Θεοτόκου και των Αγίων αποτελούν απεικονίσεις πραγματικών ιστορικών προσώπων, τα οποία βρίσκονται σε άμεση, προσωπική και ουσιαστική σχέση με τον Ένα και Μόνο αληθινό Θεό.

Τα γλυπτά Χερουβίμ, που είχαν ανθρώπινη μορφή, τα οποία επέτρεψε ο Μωυσής να τοποθετηθούν πάνω στη σκηνή του Μαρτυρίου δεν ήσαν είδωλα, αλλά απεικονίσεις ασωμάτων αγγέλων, έτσι όπως είχαν εμφανιστεί στους Πατριάρχες τού Ισραήλ. Τα ιερά αυτά σύμβολα παιδαγωγούσαν τον ισραηλητικό λαό ώστε να συνειδητοποιεί αφ’ ενός τη διαρκή παρουσία του Θεού στη ζωή του και αφ’ ετέρου το χρέος του στο να αποδίδει λατρεία προς τον Ένα και Μόνο αληθινό Θεό.

Η Π.Δ. είναι γεμάτη από εικονικές παραστάσεις και πρωτυπώσεις, αλλά και παραστατικές εξεικονίσεις γεγονότων της θείας Οικονομίας, που πραγματοποιήθηκαν στην Κ.Δ. Η «φλεγομένη και μη κατακαιομένη βάτος», προεικονίζει την αειπαρθενία της Θεοτόκου. Η τριήμερη παραμονή του Ιωνά στην κοιλιά του κήτους, προεικονίζει την τριήμερη ταφή του Κυρίου. Η Κιβωτός του Νώε, προεικονίζει την Ἐκκλησία. Για λόγους παιδαγωγικούς προς ένα λαό ανώριμο πνευματικά, όπως ήταν ο Ισραηλητικός, που εύκολα παρασυρόταν στην ειδωλολατρία δόθηκε η εντολή από τον Θεό να μη γίνεται εξεικόνιση του προσώπου του.

Όποιοι αρνούνται τις εικόνες αρνούνται την σάρκωση του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος και όλο το μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Οι εικονομάχοι δεν μπορούσαν να κατανοήσουν το γεγονός της σαρκώσεως του Θεού-Λόγου, το ότι ο Θεός έγινε ανθρωπος. Η εικόνα είναι απόδειξη της σαρκώσεως του Θεού. Η απερινόητη, η αχώρητη και άπειρη θεία φύση αδειάζει και συναντά την πεπερασμένη ανθρώπινη φύση. Το άκτιστο συναντάται με το κτιστό και υπάρχει με τον τρόπο του κτιστού. Η εικόνα του Χριστού γίνεται τόπος φανερώσεως της λυτρωτικής συνάντησης του Θεού με τον άνθρωπο. Αλήθεια για την Εκκλησία δεν είναι μια ιδέα ή ένα αφηρημένο σχήμα, αλλά συγκεκριμμένο πρόσωπο που μπορεί να εικονίζεται. Η Εκκλησία μπορεί όχι μόνο να μιλά για την αλήθεια αλλά και να την δείχνει: είναι η εικόνα τού Χριστού. « Κάθε εικόνα δεν φανερώνει τη φύση αυτού που εικονίζεται αλλά το πρόσωπό του· ο Χριστός περιγράφεται ως πρόσωπο, έστω και αν στην θεότητά του είναι απερίγραπτος». Με την ορθόδοξη εικόνα του Χριστού γίνεται ορατό το πρόσωπο του Κυρίου με την ανθρώπινη μορφή του, όπως έγινε ορατό και ιστορικά κατά την ενανθρώπησή του. Η Εικόνα του Χριστού δεν φανερώνει μόνο τήν συνάντηση του Θεού με τον άνθρωπο, αλλά αποτελεί ταυτόχρονα και κλήση συναντήσεως τού ανθρώπου με τον Θεό. Η θέση και η τιμή που απονέμει η ορθόδοξη Εκκλησία στην εικόνα, δεν αποτελεί οπισθοδρόμηση στην ειδωλολατρία, αλλά είναι μια έμπρακτη ομολογία ότι ο Θεός έγινε στο πρόσωπο του Χριστού τέλειος ανθρωπος και τέλειος Θεός. Πήρε, ομόρφηνε και έσωσε την εικόνα του Θεού στον άνθρωπο που είχε αμαυρωθεί και την εθέωσε. Αφού η θεότητα έγινε ένα κράμα με τη δική μας ανθρώπινη φύση, σαν με κάποιο ζωοποιό και σωτήριο φάρμακο, δοξάστηκε η φύση μας και έγινε άφθαρτη, όπως γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Πρέπει να διευκρινήσουμε σ’ αυτό το σημεῖο ότι άλλο είναι η εικόνα και άλλο το εικονιζόμενο πρόσωπο. Η εικόνα δεν ταυτίζεται με το πρωτότυπό της. Είναι δυο πραγματικότητες που διακρίνονται μεταξύ τους, αλλά είναι συγχρόνως αδιάσπαστα ενωμένες. Η εικόνα μοιάζει ως προς την μορφή με το πρωτότυπό της, αλλά διαφέρει ως προς τη φύση με το πρωτότυπο. Οι Πατέρες έδωσαν το παράδειγμα του καθρέφτη. Πάνω στον καθρέφτη διαγράφεται η μορφή του προσώπου που καθρεφτίζεται. Η μορφή αυτή έχει διαφορετική ουσία από το πρόσωπο που καθρεφτίζεται. Δεν έχει κοινή την ύλη και την ουσια το πρωτότυπο με το ομοίωμα.

Η εικόνα λοιπόν αναπαριστά το πρόσωπο. Στο ερώτημα ποιά φύση εικονίζεται στην εικόνα του Χριστού; Η θεία ή η ανθρώπινη ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης απαντά: Ούτε την θεία φύση εικονίζουμε ούτε την ανθρώπινη. Εικονίζουμε το πρόσωπο του Χριστού στο οποίο είναι ενωμένες ασύγχυτα, αχώριστα και αδιαίρετα οι δύο φύσεις. Η εικόνα του Χριστού δεν είναι δυνατόν να λατρεύεται, διότι δεν είναι της ίδιας φύσεως με το πρωτότυπο της. Η τυχόν λατρεία της εικόνας του Χριστού, θα σήμαινε, ότι η εικόνα αυτονομείται έναντι του πρωτοτύπου της, δηλ. αυτού του Χριστού, καί συνιστά πλέον ιδιαίτερη ύπαρξη. Στην εικόνα του Χριστού προσκυνείται ο Χριστός, αλλά δεν λατρεύεται.

Τις εικόνες τις προσκυνούμε δεν τις λατρεύουμε. Η προσκύνηση είναι σημείο υποταγής, ταπεινώσεως. Στην προσευχή που κάνουμε μπροστά σε μια εικόνα καταθέτουμε τα αιτήματα μας, διότι η εικόνα λειτουργεί ως «μεσίτρια» στην απόλυτα προσωπική μας προσευχή. Η εικόνα γίνεται γέφυρα, πέρασμα, μια διάβαση μέσω της οποίας προσκυνούμε τον εικονιζόμενο άγιο και διά μέσου αυτού τον αληθινό Θεό. Δεν αποδίδεται λατρεία στην ύλη αλλά στο πρόσωπο που παριστάνεται. Όπως είπε ο Μ. Βασίλειος « η τιμή προς την εικόνα διαβαίνει στο πρωτότυπο». Η θεολογία της εικόνας και της προσκυνήσεώς της γίνεται μια θεολογία σχέσεως προς το εικονιζόμενο πρόσωπο και σε τελική ανάλυση η προσκύνηση απονέμεται προς τον Τριαδικό Θεό. Το γεγονός, ότι η Θεοτόκος τιμάται ως «Μητέρα» του Υιού του Θεού και οι άγιοι ως «θεράποντες» (δούλοι) του ενός Θεού, φανερώνει ότι κάθε προσκύνηση έχει ως τελική αναφορά τον Θεό. Ετσι δεν αυτονομείται η τιμή των αγίων ή της Θεοτόκου έναντι της προσκυνήσεως του Θεού.

Στη ορθόδοξη θεολογία υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στη λατρευτική και στην τιμητική προσκύνηση των εικόνων της Θεοτόκου και των Αγίων. Η τιμητική προσκύνηση της Θεοτόκου και των Αγίων πηγάζει από το γεγονός ότι τιμήθηκαν και οι ίδιοι από τον ίδιο τον Θεό. Οι εικόνες φανερώνουν αυτή την τιμή και μας οδηγούν να κάνουμε την ίδια κίνηση. Οι άγιοι άλλωστε είναι χριστοποιημένες υπάρξεις και παρουσίες και είναι παρόντες εκεί κατά χάριν. Μας βλέπουν. Ακούουν τις προσευχές μας και μας καλούν σα αγαπητική κοινωνία και σχέση. «Όπου είναι οι Άγιοι, εκεί είναι και όλος ο Κύριος και Θεός. Κάθε άγιος είναι Χριστός επαναλαμβανόμενος» λέει ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς. Τιμώντας λοιπόν τους αγίους και προσκυνώντας τις άγιες εικόνες τους, τιμούμε και προσκυνούμε τον ίδιο τον αληθινό Θεό. Η λατρεία απονέμεται μόνο στον Τριαδικό Θεό. Η Θεοτόκος, η οποία έχει θέση μετά την Αγία Τριάδα έχει και τα πρωτεία στην τιμητική προσκύνηση, γι’ αυτό υπερβολικά τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η τιμή και η προσκύνηση των εικόνων αποδίδεται με ένα ορισμένο τρόπο στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Είναι και αυτός στοιχείο της παραδόσεως. Τις εικόνες τις ασπαζόμαστε, ακουμπάμε δηλ. τα χείλη μας πάνω τους, τις καταφιλοῦμε. Στα μοναστήρια υπάρχει ο χαιρετισμός των εικόνων, δηλ. ο φιλικός ασπασμός, που είναι ασπασμός οικειότητας μέσα στο βίωμα ότι είμαστε συμπολίτες των αγίων και οικείοι του Θεοῦ. Το μυστήριο της κοινωνίας του ανθρώπου με τον Χριστό, όπως και με κάθε άλλο άγιο πρόσωπο, δεν εξαντλείται μόνο στη διά συγκεκριμένων τρόπων απόδοση τιμής και προσκυνήσεως προς αυτό διά μέσου της τεχνητής εικόνας. Ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης επισημαίνει ότι ακόμη και η θέαση της εικόνας ισοδυναμεί με προσκύνηση του πρωτοτύπου της.

Έφ’ όσον στην εικόνα είναι παρόν το θείο πρωτότυπο, είναι παρούσα σ’ αυτήν η θεία δύναμη του πρωτοτύπου. Η εικόνα γίνεται φορέας θείας Χάριτος. Όταν προσευχόμαστε μπροστά σε μια εικόνα προσκαλούμε τον άγιο να έλθει σ’ αυτήν. Οι εικόνες δεν είναι μόνο διδακτικά βιβλία για τους αγραμμάτους, αλλά και ύλη γεμάτη από τη θεία χάρη. Η εικόνα δεν είναι μόνον ύλη και χρώματα, αλλά συγχρόνως και παρουσία πνευματικής πραγματικότητας. Μέσα στις εικόνες παραμένει η ενέργεια της θείας Χάριτος. Όποιος προσεύχεται μπροστά στις εικόνες αναπαύεται ψυχικά βλέποντας τις συγκεκριμένες μορφές των αγίων και διδάσκεται πόσο επιβραβεύει ο Θεός και η Εκκλησία ολους εκείνους οι οποίοι εμειναν στην γη πιστοί στο θέλημά του. Την επιβράβευση φανερώνει ο φωτοστέφανος που υπάρχει στη εικόνα.

Η χαρισμάτική παρουσία των εικονιζομένων αγίων εξηγεί και την ύπαρξη των θαυματουργών εικόνων μέσα στην Εκκλησία. Πολλά αγιολογικά κείμενα, συναξάρια κλπ, αναφέρουν πολλά θαύματα των ιερών εικόνων. Αναβλύσεις μύρου, δακρύων, αίματος, ευωδίας, τα οποία γίνονται θεραπευτικά μέσα για τους πιστούς. Ακόμη και το λάδι από τα κανδήλια που καίνε μπροστά στις εικόνες θαυματουργεί. Φυσικά η πραγματοποίηση του θαύματος ανήκει στις ανεξερεύνητες βουλές του Θεού. Πολλοί ασθενείς και πονεμένοι παρακαλούν, αλλά δεν γίνεται το θαύμα, οπως το ζητούν. Ουσιαστικά, όλες οι εικόνες είναι θαυματουργές, διότι θαύματα δεν είναι μόνο οι θεραπείες σωματικών ασθενειών και η αποτροπή κάποιας συμφοράς, αλλά και η ενίσχυση της πίστεως και ελπίδος και η ψυχική ανακούφιση των πιστών. Οι ιερές εικόνες δίνουν αμέσως τη θεία ενέργειά τους στους χριστιανούς που προσέρχονται σ’ αυτές με καθαρή συνείδηση.

Η εικόνα είναι το έγχρωμο ευαγγέλιο. Όπως αποφάσισε η 7η Οικουμενική Σύνοδος « οι αγιογράφοι δεν αναπαριστάνουν με την τέχνη τους έργα που είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του Ευαγγελίου. Αλλά εκείνο που αναφέρει η Γραφή, αυτό παρουσιάζουν με τη ζωγραφική τέχνη». Η εικόνα είναι ζωγραφισμένος ευαγγελικός λόγος». (Λ. Ουσπένσκυ).

Στην λατρεία χρησιμοποιούμε τον λόγο τον οποίο ακούμε με τα αυτιά μας. Η ορθόδοξη εικόνα είναι ισότιμος με το λόγο των λειτουργικών κειμένων. Ό,τι είναι τα λειτουργικά κείμενα για την ακοή, το ίδιο είναι η εικόνα για την όραση. Η εικόνα υμνεί και δοξάζει τον Κύριο και τους Αγίους σιωπηλά. Πολλές αγιογραφικές παραστάσεις είναι αναπαράσταση ύμνων της Εκκλησίας μας. Στη Μονή Βατοπαιδίου, υπάρχουν είκοσι τέσσερις εικονογραφικές σκηνές από τον Ακάθιστο Ύμνο.

Η εικόνα γίνεται υμνογραφική γλώσσα. Άλλες φορές συνθέσεις εικονογραφικές αφηγούνται τους βίους των αγίων (συναξάρια) η επεξηγούν πατερικούς λόγους. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης ονομάζει την εικόνα του Αγίου Μάρτυρα Θεοδώρου «βιβλίο πού ομιλεί» και που όταν το διαβάζουν οι πιστοί ωφελούνται με πολλούς τρόπους. Η σιωπηλή αγιογραφία διδάσκει.

Η γλώσσα των εικόνων διδάσκει ολόκληρο το περιεχόμενο της πίστεως, όλα τα δόγματα, είναι Θεολογία εικονογραφημένη. Θεολογικά και δογματικά κείμενα, όπως το «Σύμβολο της Πίστεως» και το «Πάτερ ημών» έχουν δημιουργήσει πλήρεις εικονογραφικές σειρές.

Η εικόνα κατά τον Άγιον Ιωάννη τον Δαμασκηνό μας παιδαγωγεί, μας μορφώνει. Είναι η ιερή τέχνη που επινοήθηκε για να μας οδηγεί στην γνώση, για να μας ωφελεί, ευεργετεί και να μας σώζει. Οι εικόνες γίνονται οδηγοί και μορφώνουν μέσα μας τον Χριστό. Η απεικόνιση των μαρτυρίων των αγίων, της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, της Κολάσεως, του Παραδείσου μας ενθαρρύνουν και μας παρακινούν για την Χριστοποίησή μας. Βρίσκουμε στα Συναξάρια διηγήσεις που αφηγούνται ότι πολλοί άγιοι εισήλθαν στην ζωή της Εκκλησίας και άγιασαν μόνο με την επίδραση που άσκησε πάνω τους η θέα μιας συγκεκριμένης εικόνας. Ο Άγιος Δοσίθεος, όταν ήταν έφηβος, είδε την εικόνα της κολάσεως στους Αγίους Τόπους. Η ψυχή του γέμισε φόβο Θεού και κατάνυξη. Μετανόησε, έγινε μοναχός και μέσα σε πέντε χρόνια κάνοντας υπακοή, άσκηση και υπομονή άγιασε.

Υπήρχε κάποιος ασκητής, αφηγείται ο αββάς Αιλιώτης, εγκλειστος που δοκιμαζόταν χρόνια πολλά από το δαιμόνιο της πορνείας. Κάποτε ο Γέροντας είπε στον διάβολο. Γιατί με πολεμάς με τόσο μίσος; Φύγε από δω, άφησε με ήσυχο, γέρασες πια μαζί μου.

Τότε το δαιμόνιο του είπε: Ορκίσου μου ότι δεν θα πεις πουθενά αυτό που θα σου πω και δεν θα σε ξαναπολεμήσω. Ο Γέροντας ορκίστηκε.

Τότε ο δαίμονας του λέει: Μην ξαναπροσκυνήσεις αυτή την εικόνα,-και έδειχνε με το χέρι του την εικόνα της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας- και δεν θα σε πολεμήσω ποτέ πια, σ’ όλη σου τη ζωή.

Την επομένη ημέρα ο ασκητής κάλεσε τον αββά Θεόδωρο τον Αιλιώτη και του είπε τι έγινε.

Τότε ο αββάς του είπε: Καλά έκανες που ήλθες και εξομολογήθηκες. Η γνώμη μου είναι ότι για σένα είναι προτιμότερο να κάνεις το γύρο όλων των πορνείων της πόλεως και να μην αφήσεις ούτε ένα που να μην μπεις, παρά να αρνηθείς να προσκυνάς τον Κύριο και Θεό μας Ιησού Χριστό και την Παναγία Μητέρα του.

Μόνο αυτή η ιστορία είναι αρκετή να δείξει τη μεγάλη σημασία των εικόνων.
Α. Χ.