Θεολογία και Ζωή

Η ακαταμάχητη TV

12 Απριλίου 2009

no-tv-copy

Την παρακολουθούμε τρεις ώρες τη μέρα. Κάνουμε ζάπινγκ ασταμάτητα. Δύσκολα ξεκολλάμε απ’ αυτή. Είναι μια μορφή εξάρτησης ή όχι;Όταν παρακολουθούμε TV πέφτουμε σε μια κατάσταση χαλάρωσης και παθητικότητας. Κι όταν την κλείνουμε; Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι η χαλάρωση εξαφανίζεται, αλλά η παθητικότητα μένει.

Είμαστε τηλεορασόπληκτοι;

Έχετε το δυσάρεστο συναίσθημα ότι η μικρή οθόνη σάς κλέβει το χρόνο σας; Περνάμε κατά μέσο όρο 14 χρόνια της ζωής μας παρακολουθώντας TV. Μας προσφέρει βέβαια πολλές πληροφορίες και γνώσεις, αλλά όχι μόνο…

Κάποιοι την τοποθετούν στο καθιστικό, άλλοι στην κουζίνα και μερικοί στην κρεβατοκάμαρα. Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες της AGB Hellas, ο συνήθης χώρος λειτουργίας της συσκευής είναι το καθιστικό-τραπεζαρία για το 87,4% των Ελλήνων, το υπνοδωμάτιο ενηλίκων για το 7,8% και η κουζίνα για το 4,1%. Στη χώρα μας η πλειοψηφία των οικογενειών κατέχει τουλάχιστον μία συσκευή, ενώ το 43,7% έχει και δεύτερη. Από την ίδια έρευνα προκύπτει ότι οι πιο ηλικιωμένοι παρακολουθούν περισσότερο τηλεόραση, ενώ οι νεότεροι, 15-24 ετών, λιγότερο. Κάθε Νεοέλληνας περνά μαζί της περίπου 14 χρόνια της ζωής του -240 λεπτά ημερησίως επί 75 χρόνια-, συνεπώς η TV αποτελεί την πιο δημοφιλή, χρονοβόρα και ενίοτε επιβλαβή ψυχαγωγική δραστηριότητα για την πλειοψηφία των Ελλήνων. Είναι μια πολύ ιδιότυπη ψυχαγωγική δραστηριότητα, αφού η πλειοψηφία των τηλεθεατών παραπονιούνται και φτάνουν στο σημείο να παραδεχτούν ότι ενώ πολύ θα το ήθελαν, τους είναι αδύνατο να ζήσουν χωρίς αυτή, ακριβώς όπως συμβαίνει και με άλλα εξαρτησιογόνα όπως τα τσιγάρα, τα ναρκωτικά, το αλκοόλ κ.λπ. Η TV διαθέτει πράγματι κάποια τυπικά χαρακτηριστικά αυτού που οι ψυχολόγοι περιγράφουν ως ψυχολογική εξάρτηση: τη χρησιμοποιούμε συστηματικά για μεγάλα χρονικά διαστήματα και περισσότερο απ’ όσο θα θέλαμε, προσπαθούμε -συνήθως ανεπιτυχώς- να περιορίσουμε τη χρήση της, παραμελούμε για χάρη της άλλες σημαντικές κοινωνικές δραστηριότητες κι όταν κάποιος σταματά να τη χρησιμοποιεί εμφανίζεται το τυπικό σύνδρομο στέρησης.

Υστερικές αντιδράσεις

Έρευνες που διενεργήθηκαν πριν από σαράντα χρόνια έδειξαν ότι ορισμένες οικογένειες που έμειναν για λίγο καιρό χωρίς τηλεόραση λόγω βλάβης, εμφάνισαν έντονες υστερικές αντιδράσεις για αρκετές μέρες, όπως συμβαίνει με τους ναρκομανείς όταν έχουν σύνδρομο στέρησης. Πρόσφατα ένας Αμερικανός δικαστής αναγκάστηκε να αναθεωρήσει την ποινή που επέβαλε σ’ έναν κλέφτη επειδή θεωρήθηκε υπερβολικά αυστηρή και απάνθρωπη: έξι μήνες κατ’ οίκον κράτηση, χωρίς TV. Είμαστε, άλλοι περισσότερο κι άλλοι λιγότερο, τηλεξαρτημένοι; Ο Ρόμπερτ Κιούμπι, διευθυντής του Κέντρου Μελέτης ΜΜΕ στο Rutgers University και ο Μιχαήλ Τσικσενμιχάλι, καθηγητής ψυχολογίας στο Claremont Graduate University, επιχείρησαν να απαντήσουν σ’ αυτό το ερώτημα μ’ ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό Scientific American. Οι έρευνές τους βασίστηκαν στη Μέθοδο Δειγματοληψίας Βιωμάτων (ESM). Αυτή επιτρέπει τη λεπτομερή καταγραφή των καθημερινών βιωμάτων των ατόμων, κάτι σαν στιγμιαία φωτογράφιση των εκάστοτε συναισθημάτων μας.

Στα πλοκάμια της τηλεξάρτησης

Στις έρευνες αυτές ορισμένα προεπιλεγμένα άτομα φορούσαν ένα ειδικό ρολόι-χρονόμετρο. Κάθε φορά που αυτό κουδούνιζε έπρεπε να συμπληρώσουν μέσα σε είκοσι λεπτά μια καρτέλα, περιγράφοντας τη διάθεσή τους. Για να την περιγράψουν αξιόπιστα έπρεπε να βαθμολογήσουν τη διάθεσή τους βάσει σαράντα μεταβλητών: καλή διάθεση, ανία, αυτοσυγκέντρωση, ενδιαφέρον, έλεγχος της κατάστασης κ.ά. Η πιο θετική συναισθηματική κατάσταση από τις οχτώ βασικές που εντόπισαν μ’ αυτή τη μέθοδο είναι και η πιο θεμελιώδης για την ανάπτυξή μας. Αυτή η βέλτιστη εμπειρία είναι η κατάσταση εκείνη που μας συνεπαίρνει ολοκληρωτικά και νιώθουμε ότι μπορούμε να φέρουμε εις πέρας οποιαδήποτε εργασία, όσο δύσκολη κι αν είναι. Φωτογραφημένα με τη μέθοδο ESM, τα άτομα που παρακολουθούσαν τηλεόραση δήλωναν ότι αισθάνονται χαλαρωμένα και παθητικά. Η χαλάρωση ήταν πράγματι βαθιά, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι όταν το θέαμα δεν τους ενέπλεκε συναισθηματικά ο καρδιακός παλμός και η κατανάλωση θερμίδων έπεφταν στην ελάχιστη τιμή (63 θερμίδες την ώρα), λιγότερες από το μεταβολισμό κατά τη διάρκεια της συνήθους ανάπαυσης. Επίσης αποδείχθηκε ότι το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα ενός τηλεθεατή είναι εντυπωσιακά όμοιο μ’ εκείνο ενός ατόμου που είναι έτοιμο να αποκοιμηθεί. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι η χαλάρωση εξαφανίζεται μόλις κλείνει η τηλεόραση, ενώ η παθητικότητα και η εξασθένιση της προσοχής συνεχίζονται. Ο τηλεθεατής λοιπόν, «αποπλανημένος και εγκαταλειμμένος», αισθάνεται από τη μια ότι η τηλεόραση του απομυζά κάθε ρανίδα ζωτικότητας και ενέργειας που διαθέτει κι από την άλλη ο φόβος ότι θα νιώσει λιγότερο χαλαρός τον οδηγεί στο να βλέπει ακόμα περισσότερο TV. Πρόκειται για ένα μηχανισμό ενίσχυσης, τυπικό της ψυχολογικής εξάρτησης. Χάρη σ’ αυτόν η μισή ώρα τηλεοπτικών ειδήσεων γίνεται άνετα ένα πεντάωρο συνεχούς τηλεθέασης.

Τρικ για να «κολλάμε»

Στη δεκαετία του 1950, σε ευρωπαϊκές χώρες όπως η Αγγλία, για να αποφύγουν την πολύωρη παρακολούθηση της TV από τα παιδιά πρότειναν να υπάρχει μία ώρα παύσης όλων των εκπομπών αμέσως μετά τα παιδικά προγράμματα. Σήμερα όλος ο τηλεοπτικός προγραμματισμός οικοδομείται με τέτοιο τρόπο ώστε να παρατείνει τις ώρες που παρακολουθούμε τηλεόραση. Αυτό επιτυγχάνεται με εκπομπές «ρυμούλκησης» στην κατάλληλη ζώνη τηλεθέασης -πριν ή μετά τις ειδήσεις-, με τα εκνευριστικά «συνεχίζεται…», με παροτρύνσεις να παρεμβαίνουμε τηλεφωνικά κατά τη διάρκεια μιας εκπομπής και με διάφορα άλλα κόλπα. Η αγωνία να κρατήσουν αλλά και να αυξήσουν τον αριθμό των τηλεθεατών ή ακροατών τους είναι κοινή σε όλα τα μέσα μαζικής επικοινωνίας: στο ραδιόφωνο, στο σινεμά, στο θέατρο κ.ο.κ. Γιατί όμως αυτή η μικρή ακτινοβόλα οθόνη, στην οποία χαρίζουμε πάνω από το μισό του ελεύθερου χρόνου μας, ασκεί μεγαλύτερη επιρροή από τα άλλα μέσα;

Η κύρια εξήγηση που προτείνουν οι Κιούμπι και Κζικσεντμιχάλι είναι το αντανακλαστικό κατεύθυνσης, μια έμφυτη, ενστικτώδης αντίδραση του ανθρώπου απέναντι σε κάθε οπτικό ή ακουστικό ερέθισμα- χτες ήταν ο θόρυβος από έναν κυνηγό, σήμερα η φωνή του Νίκου Χατζηνικολάου. Αυτή η αντίδραση εκδηλώνεται από τη βρεφική ηλικία˙ τα νεογέννητα στρέφουν πάντα το κεφάλι τους προς τη φωτεινή οθόνη. Άλλοι, πάλι, υποστηρίζουν ότι η TV λειτουργεί όπως η φωτιά στους πρωτόγονους ανθρώπους: σ’ αυτή προσηλώνουν το ανήσυχο βλέμμα τους τις ατέλειωτες νύχτες της επαγρύπνησης. Ίσως γι’ αυτό η τηλεόραση είναι τόσο ικανή στο να προσελκύει την προσοχή μας και τόσο επιδέξια στο να διαφεύγει τον έλεγχό μας. Έτσι, ωθούμενοι από υποσυνείδητα βιολογικά ένστικτα που εξελίχθηκαν για να εξασφαλίζουν την επιβίωσή μας, και κυρίως χάρη σε μια σειρά από δυσδιάκριτα τεχνάσματα -συχνές αλλαγές λήψης ή έξυπνα μοντάζ- που εκμεταλλεύονται και ενισχύουν αυτούς τους βιολογικούς μηχανισμούς, όλοι μας παγιδευόμαστε από την τηλεοπτική «μαγεία». Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε αν συμμετέχουμε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση και στο δωμάτιο υπάρχει αναμμένη η TV μάς είναι αδύνατο να μη στρέψουμε το βλέμμα μας προς αυτή. Έτσι ένας από τους κινδύνους της τηλεόρασης είναι το να εξαλείψει δύο αποφασιστικά στοιχεία της ανθρώπινης εξέλιξης: την κοινωνικότητα και τη διαπροσωπική επικοινωνία. Πράγματι η αναγκαστική μοναξιά και η παθητικότητα του τηλεθεατή δε συμβάλει και τόσο στην ανάπτυξη αυτών των ανθρώπινων χαρακτηριστικών.

Το φαινόμενο της απάθειας

Σε ανάλογα συμπεράσματα κατέληξαν κι άλλοι επιστήμονες ακολουθώντας τη μέθοδο των δύο Αμερικανών ερευνητών. Από όλα τα δεδομένα που συνέλεξαν με τη μέθοδο ESM και με άλλες μεθόδους, προκύπτει ότι σχεδόν κανείς δεν περιγράφει τη διαδικασία παρακολούθησης της TV ως βέλτιστη εμπειρία. Επιπρόσθετα, όσοι παρακολουθούν περισσότερο τηλεόραση έχουν τις λιγότερες βέλτιστες εμπειρίες στην καθημερινή τους ζωή. Η εξουσία της τηλεόρασης αυξάνει όσο περισσότερο απουσιάζουν άλλα ερεθίσματα και μόνο κατά την απουσία τους μπορεί να λειτουργεί ως αλεξίπτωτο κατά της ανίας. Άλλοι ερευνητές θεωρούν ότι είναι εξαιρετικά απλοϊκό το να μιλά κάποιος για εξάρτηση. Υποστηρίζουν ότι αν υπήρχε πράγματι ένα τέτοιο εξαρτημένο αντανακλαστικό θα έπρεπε όλοι να είμαστε εξαρτημένοι. Αντίθετα, η τηλεθέαση είναι μια αρκετά διαφορετική δραστηριότητα από άτομο σε άτομο. Δε θα έπρεπε μόνο να ρωτάμε τι κάνει η TV στους ανθρώπους, αλλά επίσης τι κάνουν οι άνθρωποι με την TV. Διαφορετικοί τηλεθεατές κάνουν διαφορετική χρήση της τηλεοπτικής συσκευής. Έτσι για κάποιους αποτελεί μόνο ένα μέσο φυγής ή διασκέδασης, για άλλους πηγή πληροφοριών και γνώσεων και για άλλους, πάλι, έναν τρόπο συμμετοχής στις σκέψεις και στα συναισθήματα των συνανθρώπων τους.

Παιδαγωγική TV;

Καλώς ή κακώς, οι διαπροσωπικές σχέσεις επηρεάζουν σημαντικά την επιλογή του αν θα παρακολουθούμε συστηματικά ή όχι TV. Ορισμένοι ωστόσο ισχυρίζονται ότι η τηλεόραση επηρεάζει ακόμα κι όσους δεν την παρακολουθούν. Ο σπουδαίος μελετητής των ΜΜΕ, Μάρσαλ ΜακΛιούαν, κάνει λόγο για το οικουμενικό χωριό και για την πρωτόγνωρη δυνατότητα χάρη στην TV να είμαστε όλοι ενημερωμένοι για τα πάντα, όπως συμβαίνει στην επαρχία. Ακολουθώντας αυτή τη βασική έννοια, ο Γιόσουα Μεΐροβιτς, καθηγητής επικοινωνιών στο πανεπιστήμιο του Νιου Χαμσάιρ, υποστηρίζει ότι μια από τις σημαντικότερες επιρροές της τηλεόρασης είναι ότι μας εμπλέκει σε θέματα που ίσως κάποτε πιστεύαμε ότι δε μας αφορούν ή ότι είναι παντελώς άσχετα με τη ζωή μας. Η TV έχει ανατρέψει και επαναπροσδιορίσει τα παραδοσιακά σύνορα ανάμεσα στη σκηνή και στο παρασκήνιο της κοινωνικής ζωής. Τα νήπια γνωρίζουν πολύ νωρίτερα τον κόσμο των ενηλίκων˙ το ίδιο ισχύει για όσα οι άντρες γνωρίζουν για τις γυναίκες και αντίστροφα. Πολλές πτυχές της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής που μέχρι χτες κρατούνταν μυστικά, σήμερα εμφανίζονται ή αποκαλύπτονται στη μεγάλη «αυλαία» της μικρής οθόνης. «Η TV λοιπόν», τονίζει ο Μεΐροβιτς, «επέτρεψε στα παιδιά να γυρίσουν απ’ άκρη σ’ άκρη τον πλανήτη μας, ενώ δεν τους επιτρέπεται ακόμα να περνούν μόνα τους το δρόμο» – ένα κάθε άλλο παρά αρνητικό φαινόμενο. Παρόλο που είναι πολλοί εκείνοι που ανησυχούν για το αν η τηλεόραση έχει παρενέργειες όπως ένα φάρμακο, χρειάζεται να δούμε μήπως έχει και θετικές επιδράσεις. Αν είναι αλήθεια ότι η βία που βλέπουμε στην TV γεννά πραγματική βία, τότε θα έπρεπε να ισχύει το ίδιο και για τις ειρηνικές διαθέσεις. Δυστυχώς, οι ποιοτικές τηλεοπτικές εκπομπές, που βρίθουν υψηλών και ευγενών μηνυμάτων, δε φαίνεται να συμβάλουν ιδιαίτερα στην αύξηση της γενναιοδωρίας και του αλτρουισμού των πολυάριθμων αμετανόητων τηλεθεατών.

Πηγή : Focus