Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΟρθόδοξη πίστη

Πως οι Πατέρες είδαν την Αγία Γραφή (2)

12 Μαΐου 2009

Εσμαλτωμένη εικόνα - εγκόλπιο από την Ι. Μονή Σεμοκμέδι (Γεωργία, 10ος αι.). Μουσείο Τέχνης της Γεωργίας, Τιφλίδα.

Εσμαλτωμένη εικόνα - εγκόλπιο από την Ι. Μονή Σεμοκμέδι (Γεωργία, 10ος αι.). Μουσείο Τέχνης της Γεωργίας, Τιφλίδα.

(συνέχεια από 1)

Επισκόπου Αθανασίου Γιέβτιτς

Εμείς οι ορθόδοξοι την ακούμε την Άγια Γραφή μέσα στη Λειτουργία και την καταλαβαίνουμε ως Σώμα. Όλα τα γεγονότα ή τα μυστήρια που τελούνται, οι μυσταγωγίες οι εκκλησιαστικές μας εξηγούν τι λένε τα λόγια στη Γραφή. Έτσι μπορεί κι ένας απλός χριστιανός να καταλάβει τη Γραφή. Το λέγει και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ότι η Βίβλος είναι ένα ποτάμι που μπορεί να το περάσει ένα αρνάκι και μπορεί να βυθισθεί σ’ αυτό ένας ελέφαντας. Για να δείξουμε σαφέστερα, πως έτσι είδαν οι Πατέρες την Αγία Γραφή, θα αναφέρουμε μόνο ένα χωρίο του αγίου Μαξίμου. Είναι το γνωστό χωρίο από το «Κεφάλαια Θεολογικά» ή όπως τα λένε ορισμένοι βυζαντινολόγοι τα «Γνωστικά Κεφάλαια», περί Θεολογίας εκατοντάς πρώτη, 66.

«Το της ενσωματώσεως του Λόγου μυστήριον», λέγει ο άγιος Μάξιμος, «έχει πάντων των τε κατά την Γραφήν αινιγμάτων και τύπων την δύναμιν (την δυναμική σημασία δηλαδή) και των φαινομένων κτισμάτων την επιστήμην (γνώσιν). Και ο μεν γνους Σταυρόν και Ταφής (του Χριστού εννοείται) το μυστήριον, έγνω των προειρημμένων τους λόγους. Ο δε της Αναστάσεως μυηθείς την απόρρητον δύναμιν, έγνω τον εφ’ ω τα πάντα προηγουμένως ο Θεός υπεστήσατο σκοπόν». Φαίνεται καθαρά σ’ αυτό το χωρίο αυτή η δυναμική πορεία από τη δημιουργία μέσω της Παλαιάς Διαθήκης προς την Καινή και από την Καινή προς την εσχατολογική Βασιλεία, προς την Ανάσταση. Διότι, λέει, η ενσωμάτωση του Λόγου, το μυστήριο δηλαδή του Σαρκωθέντος Χριστού, του θεανθρώπου, είναι το κλειδί για να καταλάβουμε τους τύπους και τα αινίγματα της Γραφής. Τύποι και αινίγματα είναι αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος γράμμα που σκοτώνει, ενώ το πνεύμα ζωογονεί. Μόνο στο μυστήριο του Μεσσία, του Χριστού, καταλαβαίνουμε ό,τι έχει γραφεί. Καταλαβαίνουμε την Γραφή ως λόγο και ως τύπο και ως συμβολισμό και ως ιστορία, δηλαδή περιγραφή γεγονότων και συμβάντων. Αλλά ο Μάξιμος λέει στη συνέχεια και για τα κτίσματα. Κι αυτά οδηγούν στον Χριστό. Ολόκληρη η δυναμική πορεία, η οντολογική πορεία της κτίσεως, οδηγεί στον Χριστό.

Εμάς εδώ μας ενδιαφέρει το πρώτο, που αναφέρεται στην Αγία Γραφή. Και στη συνέχεια λέει ότι εκείνος που γνωρίζει τον Σταυρό και την Ταφή, το μυστήριο του θανάτου του Χριστού, αυτός καταλαβαίνει το τι είπα προηγουμένως, δηλαδή τους λόγους αυτών των αινιγμάτων και των τύπων της Γραφής, αλλά και των κτισμάτων. Αυτά όλα ισχύουν μέχρι και την Καινή Διαθήκη, τον Σταυρό και την Ταφή δηλαδή. Η Ανάσταση ήδη είναι για τον άγιο Μάξιμο και καινοδιαθηκικό γεγονός αλλά και εσχατολογικό. Και όποιος έχει μυηθεί σ’ αυτήν την απόρρητο δύναμη (απόρρητος γιατί δεν χωράει ακόμη σ’ αυτό τον κόσμο, είναι περισσότερο λειτουργικά που το ζούμε), αυτός γνωρίζει το σκοπό για τον οποίο δημιούργησε ο Θεός τα πάντα. Άρα από τα έσχατα, από το τέλος, από το Ω ερμηνεύει την αρχή, δηλαδή το Α. Είναι χαρακτηριστική αυτή η δυναμική, εσχατολογική, μεσσιανική, βασιλική και λειτουργική, δηλ. ευχαριστιακή βάση, με την οποία ο Μάξιμος ερμηνεύει. Είναι ο δυναμισμός της Γραφής.

Μια τέτοια προσέγγιση της Γραφής, όπως αυτή των Πατέρων, δεν μειώνει τη σημασία των λόγων της Γραφής, αλλά τους τοποθετεί μέσα στη ζωντανή μήτρα, όπου αυτά όλα λειτουργούν. Συμβαίνει ό,τι και με την Εικονογραφία, όπου όπως έλεγε ένας ιστορικός της τέχνης στην Σερβία οι Εικόνες δεν είναι απλώς καλλιτεχνικά έργα και δεν κατανοούνται οι τοιχογραφίες αν δεν είναι στην Εκκλησία και μέσα σε μία Λειτουργία. Τότε οι Προφήτες, οι Μάρτυρες, οι χοροί των Αγγέλων, η Πλατυτέρα, τα πάντα, η κάθε εικόνα, λειτουργεί, επειδή βρίσκεται στη μήτρα της και έτσι ταυτόχρονα συνδέεται με την υμνωδία και με όλη την μυσταγωγία που τελείται στο ναό! Εκεί όλα αυτά αποτελούν ένα ζωντανό σώμα και όχι αποκόμματα ή κύτταρα ή όπως λέει ο Παύλος γράμματα που σκοτώνουν.

Το λάθος των Εβραίων κυρίως αυτών της εποχής του Χριστού είναι ότι απομόνωσαν την Γραφή από τον Χριστό, την έχασαν. Στο Ισλάμ είναι ακόμη μεγαλύτερη η τραγωδία, γιατί αυτοί γύρισαν και προς τα πίσω ακόμη. Οι Εβραίοι τουλάχιστον στάθηκαν μέχρις εκεί. Γι’ αυτό το Κοράνιο δεν είναι βιβλίο για το Θεό, μη μας πουν πως είναι βιβλίο για το Θεό. Είναι περισσότερο βιβλίο που μαρτυρεί για τη μη ουσιαστική επαφή του Μωάμεθ με το Θεό. «Πλανάσθε μη γνωρίζοντες την Γραφή και την δύναμιν του Θεού, λέει ο Χριστός στους Φαρισαίους. Η δύναμη αυτή είναι η άμεση επαφή, η επικοινωνία.

Έτσι η Αγία Γραφή, όπως τη ζούμε εκκλησιαστικά, είναι το πνεύμα που πνέει μέσα στο γράμμα. Άλλωστε οι Απόστολοι τη γράψανε εμπνεόμενοι από το Άγιο Πνεύμα, οι προφήτες εμφορούμενοι από το Πνεύμα. Αυτό τους οδηγούσε και αυτό μας την ερμηνεύει πάλι μέσα στην ίδια ατμόσφαιρα την εκκλησιαστική, με την έμπνευσή Του, με την εσωτερική πνοή Του. Αφού λέει ο Απόστολος ότι δεν μπορούμε ούτε καν να προσευχηθούμε, αν το Πνεύμα δεν προσεύχεται μέσα μας, πόσο μάλλον δεν μπορούμε να καταλάβουμε την Γραφή, αν το Ίδιο το Πνεύμα δεν μιλήσει από μέσα μας και μας αποκαλύψει. Γι’ αυτό οι απλοί άνθρωποι έχουν μια πιο άμεση προσέγγιση στη Γραφή, αμέσως τους μιλάει στην καρδιά, ενώ άλλοι, πολύ μορφωμένοι, αναπτύσσουν διάφορες θεωρίες, που τους απομακρύνουν τελικά από τη Γραφή και τους κλείνουν τη Γραφή.

Ας προσθέσουμε όμως ακόμη κάτι που θεωρούμε σημαντικό. Η Γραφή έχει κάποιαν, ας πούμε, αδυναμία. Σαν να χάνει τη σιγουριά ως δυνατό κείμενο, έτσι που την προσεγγίζουν οι Πατέρες. Εξαρτάται πολύ από το μέλλον, είναι στραμμένη «εν ελπίδι Χριστού» και βεβαίως μεταφέρει τον άνθρωπο σε άλλο επίπεδο, στην αβέβαιη βεβαιότητα. Αλλά μην ξεχνάμε πως οι Πατέρες μιλούσαν και για την «θεαρχική ασθένεια» του Θεού, όχι για την παντοδυναμία Του, όπως μιλάει ό Μίλτον, που όλη την ώρα στέκεται σ’ αυτήν. Αλλά το παράδοξο των Πατέρων είναι αυτή η «θεαρχική ασθένεια». Η ασθένεια της Γραφής είναι ότι όταν την προσπελάζεις δεν σου επιβάλλεται, δεν είναι μία τυραννία έστω και της αλήθειας, που πείθει. Είναι λεπτή όπως η αύρα στον προφήτη Ηλία. Δεν έπεισε τον Προφήτη ούτε η θύελλα, ούτε φουρτούνα, ούτε σύννεφα αλλά η λεπτή αύρα του Πνεύματος. Είναι πολύ σεβαστή και η στάση η δική μας προς την Βίβλο και της Βίβλου προς εμάς. Αυτά μας διδάσκουν οι Πατέρες και οι Άγιοι. Γι’ αυτό είχαν τόση ευλάβεια προς την Βίβλο. Αλλά όχι λατρεία προς την Βίβλο, σαν να μπορούσε να αντικαταστήσει και υποκαταστήσει το Θεό ένα βιβλίο. Έβλεπαν τη Γραφή ως το βιβλίο της Κοινότητας, μέσα στη λατρευτική, λειτουργική ατμόσφαιρα. Γι’ αυτό και οι ερμηνείες τους δεν ήσαν συνήθως γραμμένες για κείμενα, αλλά περισσότερο ομιλίες λειτουργικές που τις εκφωνούσαν μέσα στο ναό και έτσι λειτουργούν αυτές οι ερμηνείες οι πατερικές, μέσα στο σώμα της Εκκλησίας.

Εξ άλλου, κάποιος στην εποχή μας έχει διαπιστώσει πως στην υμνογραφία της Εκκλησίας μας, που έγραψαν οι μεγάλοι ερμηνευτές Πατέρες, εκεί ακριβώς υπάρχει καλύτερη ερμηνεία της Γραφής. Διότι οι ύμνοι ερμηνεύουν με το λειτουργικό τρόπο, γεγονός με γεγονός, εικόνα με εικόνα, τύπο με τύπο. ανάλογα με την πληρότητα που ζει η Εκκλησία έναντι της Συναγωγής της Παλαιάς Διαθήκης και μάλιστα στραμμένοι προς το μέλλον με την πρόγευση της Βασιλείας. Πρόκειται για την αναγωγική, τυπολογική, μυσταγωγική ερμηνεία των Πατέρων, που και αυτή λειτουργεί όχι απλώς ως μία επιστήμη. Βεβαίως χρειάζεται και να έχουμε και να ξέρουμε τις βιβλικές επιστήμες. Όμως η εκκλησιαστική πατερική ερμηνεία δεν είναι κατ’ αρχήν επιστήμη, αλλά είναι στάση ζωής. Είναι κλήση και είσοδος και μύηση στο μεγάλο μυστήριο του Χριστού, που είναι η Εκκλησία και η Βασιλεία του Θεού. Που είναι κοινωνία με τον Θεό. Τα λόγια των Γραφών μέσα στο πλαίσιο αυτής της κοινωνίας, δηλαδή ζωντανής επικοινωνίας, γίνονται κατανοητά και όχι αντικειμενοποιημένα αυτά καθεαυτό, ως αρχές θρησκευτικές, δογματικές ή όποιες άλλες.

Είναι ο Λόγος του Θεού από την αρχή και οι εντολές Του ακόμη που συνάπτουν σχέση ανάμεσα σε μας και το Θεό. «Το όνομά Σου ονομάζομεν», δεν είναι ταυτολογία. Σημαίνει ψελλίζω το όνομα Σου και με αυτό ήδη επικοινωνώ μαζί Σου σαν αγαπημένος με το άλλο αγαπημένο πρόσωπο. Σαν το παιδί με τη μητέρα ή και τη μητέρα με το παιδί. Σημασία έχει θα έλεγα περισσότερο το ότι συνομιλούν μεταξύ τους και όχι το τι λένε. Το γεγονός ότι συνομιλούν σημαίνει μία σχέση, μια κοινωνία. Έτσι είδαν οι Πατέρες την Αγία Γραφή και έτσι την ερμήνευσαν. Ως βιβλίο για τον Μεσσία περί του Μεσσία και για την αιώνια θέση μας στο Μεσσία, όπως βιώνεται από εδώ στην Ευχαριστία.

Από το περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ τεύχος 33

ΠΗΓΗ: Αντιαιρετικό Εγκόλπιο