Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός

Γιάννης Ρίτσος – Ρωμιοσύνη I

25 Μαΐου 2009
Image © by Vincent Bourrut photography (all rights reserved)

Image © by Vincent Bourrut photography (all rights reserved)

 

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ τα ξένα βήματα,

αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,

αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,

σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στο φώς τις ορφανές ελιές του και τ αμπέλια του,

σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φώς.

Ο δρόμος χάνεται στο φώς κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ οι φωνές μές στον ασβέστη του ήλιου.

Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.

Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.

Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μία μπουκιά ουρανό πάνου απ την πίκρα τους.

Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ την αγρύπνια,

μία βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους

σάν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι

τό ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους

τό χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –

έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό

κ έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους

σάν ένα αστέρι σε μία γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο

όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μές απ τ άγρια γένειά τους

όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ τις άδειες τσέπες τους

όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται

πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,

έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους

ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας

από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος

η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο

πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους

η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα

βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε

τό σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Τo ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,

γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα

όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –

πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,

μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιά κατακόκκινη

καί κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ τα χέρια τους

γιά τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

 

(από τα Ποιήματα 1930-1960, B´, Κέδρος 1961)