Ιερά Μεγίστη Μονή ΒατοπαιδίουΟδοιπορικά - Προσκυνήματα

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΟ ΙΕΡΑΣ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ (2)

15 Ιουνίου 2009

Αγγλικά-English

Γερμανικά-German-Deutch

Γαλλικά-French-Français

Συνέχεια από 1

48-28 copy

Η ιστορία

Η Ιερά Μεγίστη Μονή του Βατοπαιδίου είναι κτισμένη σε μία γραφική ακτή του ομώνυμου κόλπου και στο μέσο σχεδόν της βορειοανατολικής πλευράς της χερσονήσου του Άθω, σε απόσταση 5 λεπτών από τη θάλασσα.

Σύμφωνα με την αγιορείτικη παράδοση, η μονή κτίσθηκε από το Μ. Κωνσταντίνο (324-337), καταστράφηκε κατόπιν από τον Ιουλιανό τον παραβάτη (361 -363) και επανιδρύθηκε από το Μ. Θεοδόσιο (379-395), από ευγνωμοσύνη προς τη Θεοτόκο που διέσωσε από βέβαιο πνιγμό το γιο του Αρκάδιο, όταν, παιδί ακόμη, κινδύνευσε σε μια θαλασσοταραχή κοντά στο Όρος. Ο Αρκάδιος μεταφέρθηκε τότε με θαυματουργικό τρόπο στην παραλία, όπου oι ναύτες τον βρήκαν να κοιμάται δίπλα σε μία βάτο. Για το λόγο αυτόν η μονή ονομάσθηκε Βατοπαίδιον, από το «βάτος» και «παιδίον», ενώ η γραφή Βατοπέδιον ερμηνεύεται «εκ της βάτου και πεδινού».

Η ίδια παράδοση μας μεταφέρει στον 10ο αιώνα, όταν άραβες πειρατές λεηλάτησαν και κατέκαυσαν τη μονή σφάζοντας τους μοναχούς και παίρνοντας μαζί τους στην Κρήτη, αιχμάλωτο, το βηματάρη ιεροδιάκονο Σάββα. Το γεγονός αυτό συνδέεται με την εικόνα της Θεοτόκου Βηματάρισσας και τον όσιο.

Ο βιογράφος του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη (β’ μισό 10ου αιώνα) κάνει λόγο για τρεις άρχοντες από την Αδριανούπολη, τους Αθανάσιο, Νικόλαο και Αντώνιο, που σχετίζονται άμεσα με το Βατοπαίδι. Αυτοί ήρθαν στο Όρος, φέρνοντας και την περιουσία τους, που ανερχόταν σε 9.000 χρυσά νομίσματα, με σκοπό να ιδρύσουν κάποιο μοναστήρι. Γνωρίζοντας ο άγιος Αθανάσιος την κατεστραμμένη τότε από τους πειρατές μονή του Βατοπαιδίου, τους απέστειλε εκεί για να την ανακαινίσουν. Πράγματι, σε έγγραφο του 985 του Πρώτου Θωμά συναντούμε την υπογραφή του μονάχου Νικολάου ως ηγουμένου της μονής, που αποτελεί και την αρχαιότερη επίσημη γραπτή μαρτυρία για την ύπαρξή της.

Από έγγραφα της μονής των ετών 999 και 1002 πληροφορούμεθα για τη διένεξη μεταξύ μονής Βατοπαιδίου και μονής Φιλαδέλφου, επειδή ή τελευταία κτίσθηκε κοντά στη Βατοπαιδίου, καταπατώντας τα όριά της. Φαίνεται ότι ή μονή Φιλαδέλφου ιδρύθηκε κατά την περίοδο που η Βατοπαιδίου ερημώθηκε από τους Άραβες, γι’ αυτό και ο ηγούμενος Νικόλαος διαμαρτυρήθηκε στον Πρώτο του Αγίου Όρους Νικηφόρο, διεκδικώντας την κυριότητα της μονής Φιλαδέλφου. Με τα έγγραφα αυτά αποδίδεται η μονή Φιλαδέλφου στη μονή Βατοπαιδίου, και διαβεβαιώνεται έτσι η παράδοση ότι oι τρεις Αδριανουπολίτες δεν ίδρυσαν αλλά ανακαίνισαν την κατεστραμμένη από τους πειρατές μονή του Βατοπαιδίου.

Η αύξηση της μονής είναι κατόπιν κατακόρυφη: στο Τυπικό του Μονομάχου (1045) θα λάβει τη δεύτερη θέση στην ιεραρχία μεταξύ όλων των μονών του Αγίου Όρους, όπου και θα παραμείνει ως σήμερα. Αποκτά επίσης το δικαίωμα να συμμετέχει στις Συνάξεις των Καρυών με τον ηγούμενο της και τέσσερις συνοδούς, να συντηρεί ένα ζεύγος βοδιών για την εξασφάλιση του άρτου και να κατέχει ένα πλοιάριο για τις ανάγκες της.

Κατά τα επόμενα έτη ή μονή, αποκτώντας πολλά μετόχια, αρχίζει να επεκτείνεται μέσα και έξω από το Άγιον Όρος. Γρήγορα προσαρτώνται σ’ αυτήν οι μονές Ιεροπάτορος, Βερροιώτου, Καλέτζη, Ξύστρου, Τριπολίτου, Χαλκέως και Τροχαλά, καθώς και τα μετόχια του Προσφορίου, του Περιθεωρίου, της Χρυσουπόλεως, του Άγιου Δημητρίου στην Κασσάνδρα και δύο άλλα κοντά στη Θεσσαλονίκη, όλα έξω από τα όρια της αθωνικής χερσονήσου. Προσελκύει επίσης την προσοχή των βυζαντινών αυτοκρατόρων· ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος (1042-1055) αφιερώνει σ’ αυτήν κάθε χρόνο από το αυτοκρατορικό ταμείο 80 χρυσά υπέρπυρα. Στα χρόνια της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού (1081 -1118), εξαιτίας των συχνών πολέμων, η μονή χάνει πολλά μετόχια της· γι΄ αυτό ο αυτοκράτορας της παραχωρεί τη μονή των Άγιων Αναργύρων Δράμας.

Στα τέλη του 12ου αιώνα μονάζουν στο Βατοπαίδι ο πρώην σέρβος ηγεμόνας Συμεών Νεμάνια και ο γιος του Σάββας, ο μετέπειτα πρώτος αρχιεπίσκοπος και εθνάρχης Σερβίας. Η παρουσία των δύο αυτών αγίων προσδίδει ιδιαίτερη αίγλη στη μονή αλλά και σε όλο το Όρος. Ο άγιος Σάββας μάλιστα μετέχει σε επίσημες αποστολές στην Κωνσταντινούπολη για διευθέτηση αγιορειτικών ζητημάτων. Ύστερα από παράκληση του η μονή χαρίζει στους σέρβους αγίους το «μελισσομάνδριον» Χελανδάρι, για να κτίσουν την ομώνυμη σερβική μονή. Η παραμονή τους στο Βατοπαίδι, αλλά και η δωρεά προς αυτούς, θα παραμείνουν για πάντα στη μνήμη του σερβικού λαού, και όλοι οί σέρβοι ηγεμόνες θα καταστούν προστάτες και αρωγοί της μονής.

Την εποχή του αγίου Σάββα η μονή γνώρισε τη μεγαλύτερη της ακμή. Διαθέτει μία πολυάνθρωπη αδελφότητα 800 μοναχών, επεκτείνει, χάρη στη συμβολή των δύο αγίων, τις οικοδομές της και ιδρύει πέντε νέα παρεκκλήσια σ’ αυτήν. Με την ίδρυση της μονής Χελανδαρίου αναπτύχθηκε ένα είδος πνευματικής συγγένειας ανάμεσα στις δύο αδελφότητες, ώστε να επικρατήσει ως σήμερα η συνήθεια να προεξάρχουν στην πανήγυρη της μονής Βατοπαιδίου (25 Μαρτίου) οι Χελανδαρινοί εκπρόσωποι και στην πανήγυρη της μονής Χελανδαρίου (21 Νοεμβρίου) οι Βατοπαιδινοί.

Κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας αναστέλλεται η ανάπτυξη και η πρόοδος της μονής. Ο πειρατικός στόλος των Καταλανών λεηλατεί και καταστρέφει τις μονές, εκβιάζοντας τους μοναχούς να φανερώσουν τους κρυμμένους θησαυρούς τους. Σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια η μονή έχασε πολλά από τα κειμήλια και τα έγγραφα της.

Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια του φιλενωτικού Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259-1282) για ένωση των Εκκλησιών στη σύνοδο της Λυών (1271), συμβαίνουν στη μονή νέα δεινά. Κατά την παράδοση, επιστρέφοντας οί φιλενωτικοι από τη Λυών επέδραμαν κατά του Αγίου Όρους και εξεβίαζαν τους μοναχούς να ασπασθούν τα ενωτικά τους φρονήματα. Η άρνηση της βατοπαιδινής αδελφότητας είχε ως αποτέλεσμα τον απαγχονισμό του ηγουμένου της Ευθυμίου και τον πνιγμό δώδεκα μοναχών στον κόλπο του Καλαμιτσίου, καθώς και τον απαγχονισμό του Πρώτου των Καρυών άγιου Κοσμά Βατοπαιδινού.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα, και με τις συνδρομές των Παλαιολόγων, άρχισε και πάλι ή μονή να ακμάζει. Ο Ανδρόνικος Β’ (1282-1328) τη θεωρεί «μετά των πρώτων και περιφανών τεταγμένη ανέκαθεν» και την ενισχύει οικονομικά, για να μπορέσει να καταστεί εκ νέου «εις την προτέραν ευδαιμονίαν και κατάστασιν».

Τις επιδρομές των Καταλανών διαδέχονται οι επιδρομές των Τούρκων, με αποτέλεσμα την ερήμωση ορισμένων μονών και τη συγκέντρωση των διεσπαρμένων ασκητών του Όρους στις μεγάλες μονές, για να γλιτώσουν από τις κακοπραγίες των Τούρκων. Η μονή Βατοπαιδίου, με τα υψηλά της τείχη και τους εννέα πύργους, αποτέλεσε απόρθητο φρούριο και ασφαλές καταφύγιο για τους μοναχούς. Παράλληλα, άγρυπνος φρουρός και προστάτης της μονής υπήρχε η Κυρία Θεοτόκος, όπως καταδεικνύεται αυτή την περίοδο από το θαύμα της εικόνας της που επονομάζεται Παραμυθία.

Το 1347 ο αυτοκράτορας Ιωάννης Στ΄ ο Καντακουζηνός (1347-1354), μετά από παράκληση των Βατοπαιδινών, αφιερώνει στη μονή Βατοπαιδίου τη μονή Ψυχοσώστριας Κωνσταντινουπόλεως, για να βρίσκουν «ανάπαυσιν και καταμονήν και την προσήκουσαν λοιπήν ασφάλειαν» οι παρεπιδημούντες στη Βασιλεύουσα βατοπαιδινοί μοναχοί. Ο ίδιος επισκέπτεται τη μονή λίγο πριν το 1341 και δωρίζει στη βιβλιοθήκη της 26 πολυτελείς κώδικες και ένα χρυσοκέντητο επιτάφιο. Ανεγείρει επίσης μέσα στη μονή τον πύργο του άγιου Ιωάννου του Θεολόγου και, έξω από αυτή, σε μικρή απόσταση, τον πύργο της Κολιτσούς. Τόσο μεγάλη ήταν η αγάπη και το ενδιαφέρον του Καντακουζηνού για το Βατοπαίδι, ώστε κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του αποσύρθηκε σ’ αυτό και εκάρη μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ. Ως σήμερα το όνομα του μνημονεύεται μεταξύ των κτητόρων της μονής και, κατά την παράδοση, έχει ταφεί μέσα στο καθολικό. Τα δωμάτια μάλιστα που βρίσκονται κοντά στο παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου θεωρούνται ως ο τόπος διαμονής του αυτοκράτορα.

Εκτός από τον Καντακουζηνό, η μονή δέχεται στους κόλπους της και άλλους ηγεμόνες, όπως τον Ανδρόνικο Παλαιολόγο, δεσπότη Θεσσαλονίκης (Ακάκιος μοναχός), και τον Γαβριήλ μοναχό Παλαιολόγο (1432).

Ταυτόχρονα συγκεντρώνονται σ’ αυτήν ή στην περιφέρεια της και μερικές μεγάλες ασκητικές μορφές. Μεταξύ τους διακρίνονται ο μεγάλος μύστης της ησυχαστικής θεολογίας άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς με το διδάσκαλο του όσιο Νικόδημο, ο όσιος Ιωάσαφ ο Μετεωρίτης και ο όσιος Σάββας, ο διά Χριστόν σαλός, του όποιου τη βιογραφία συνέγραψε ο μαθητής του άγιος Φιλόθεος Κόκκινος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ακολουθεί λίγο αργότερα ο άγιος Μακάριος Μακρής, μετέπειτα ηγούμενος της μονής Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη (1431), και κατά τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας φιλοξενείται εκεί για ένα χρονικό διάστημα ο πρώην οικουμενικός πατριάρχης Γεννάδιος ο Σχολάριος.

Γύρω στο 1500 μεταβαίνει στη μονή άλλος ένας πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο άγιος Νήφων, με τους μαθητές του οσιομάρτυρες Μακάριο και Ιωάσαφ. Κατά το διάστημα αυτό μονάζει στο Βατοπαίδι και ο πολυμαθής άγιος Μάξιμος ο Γραικός, ο μέγας φωτιστής των Ρώσων. Σύμφωνα μάλιστα με μαρτυρία του αγίου Μαξίμου, η μονή τότε ακολουθούσε ένα ημικοινοβιακό σύστημα ζωής, λειτουργούσε δηλαδή ως λαύρα. Η αρχαιότερη πράξη μετατροπής της σε κοινόβιο αυτή την περίοδο είναι του έτους 1449, χωρίς να είναι γνωστό πόσο είχε παραμείνει ιδιόρρυθμη.