Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΟρθόδοξη πίστη

Η προφητεία του Αγίου Νήφωνος για την μέλλουσα κρίση (Μέρος 4ο)

9 Ιουλίου 2009
Η μεγάλη μέρα της οργής Του. Πίνακας του Άγγλου ζωγράφου John Martin (1853).

Η μεγάλη μέρα της οργής Του. Πίνακας του Άγγλου ζωγράφου John Martin (1853).

Συνέχεια από (3)

Καθώς προχωρούσαν αργά οι Δυνάμεις, έψαλλαν:

– «Ύιρώσω σε, ό Θεός μου, ό βασιλεύς μου, και ευλογήσω το όνομα σου εις τον αιώνα και είς τον αιώνα του αιώνος»84.

Και οί Εξουσίες άντιφωνικά έλεγαν:

– «Ύψουτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών αύτου, ότι άγιος έστι»85. Αλληλούια, αλληλούια, αλληλούια!

«Υστερα δόθηκε θεία προσταγή να έρθει πάλι ο αρχιστράτηγος Μιχαήλ. Αμέσως εκείνος παρουσιάστηκε μπροστά στον Κύριο μαζί μ’ έναν άλλον άγγελο, που κρατούσε κάτι σαν τόξο. Ηταν λευκό προς το ρόδινο, και στην άκρη του κρεμόταν μια μεγάλη σάλπιγγα. Η σάλπιγγα εκείνη ήταν άπ’ έξω σκεπασμένη με χνούδι κι από μέσα επιστρωμένη με κάτι σαν στάχτη. Στην εξωτερική της επιφάνεια έγραφε «ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ» και στην εσωτερική «ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΥΣΕΒΩΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ».

Την πήρε ό Κύριος στα χέρια Του, σάλπισε τρεις φορές και είπε τρεις μυστικούς λόγους. Μετά την έδωσε στον αρχάγγελο Μιχαήλ και του είπε:

– Πάρε τούτη τη σάλπιγγα και πήγαινε στο Γολγοθά, όπου άπλωσα στο Σταυρό τ’ άχραντα χέρια μου. Έκεϊ να σαλπίσεις τρεις φορές και να περιμένεις.

Έπειτα κάλεσε άλλο τάγμα, τις Αρχές, και λέει στον αρχηγό τους:

– Πάρε το ιερό τάγμα σου και σκορπιστείτε σ’ όλο τον κόσμο. Σηκώστε πάνω σε νεφέλες τους άγιους, άπ’ την ανατολή και τη δύση, το βορρά και το νότο, και φέρτε τους να με προυπαντήσουν μόλις ακουστεί ή σάλπιγγα.

Μ’ έναν άλλον άγγελο πρόσταξε να μεταλλαχθούν ό ουρανός και ή γή άπό τη φθορά στην αφθαρσία* να σκοτεινιάσουν ό ήλιος και ή σελήνη- να πέσουν τ’ αστέρια- να ξεραθούν τα ποτάμια και οί θάλασσες να νεκρωθούν τα πάντα…

Έριξε μετά τη ματιά Του στη γή ό δίκαιος Κριτής και παρατήρησε προσεκτικά: Όμίχλη και σκοτάδι παντού, θρήνος και όδυρμός πολύς, ανθρώπινες φωνές και στεναγμοί άπ’ τη βαρειά τυραννία του σατανά. Φρύαζε και μάνιαζε ό δράκοντας. Κατέστρεφε τα πάντα, τσαλαπατώντας τα σαν χορτάρι, καθώς έβλεπε τους αγγέλους το Θεου να τού ετοιμάζουν το αιώνιο πύρ.

Βλέποντας όλο τούτο το κακό ό Ίησούς, καλεί έναν άγγελο φλογερό. Είχε όψη αυστηρή, βλέμμα σκληρό και έκφραση ανελέητη. Ηταν αρχηγός των αγγέλων πού επιβλέπουν τη φωτιά της κολάσεως. Και τού λέει:

– Πήγαινε και πάρε το ραβδί μου πού συντρίβει και δένει. Πάρε και μύριους αγγέλους άπ’ το τάγμα σου, τους πιο ικανούς και διαλεχτούς, αυτούς πού τάχθηκαν να επιβάλλουν τις τιμωρίες. Θα πάτε στη νοητή θάλασσα, θα βρείτε τα ίχνη τού Δράκοντα, θα τον αρπάξετε εξουσιαστικά και θα τον δείρετε με το ραβδί αλύπητα, μέχρι να σάς παραδώσει το τάγμα των ακάθαρτων πνευμάτων του. Και τότε θα τους σφιχτοδέσετε όλους με τη δύναμη τού ραβδίου μου και θα τους ρίξετε στα πιο σκληρά βασανιστήρια!

«Οταν το αγγελικό τάγμα έφυγε για να συλλάβει τον άρχοντα τού σκότους, δόθηκε θεϊκή προσταγή στον αρχάγγελο, πού κρατούσε τη σάλπιγγα, να σαλπίσει.

Απόλυτη σιγή απλώθηκε παντού, σά να νεκρώθηκαν τα πάντα.

Ακούστηκε το πρώτο σάλπισμα, και τα σώματα των νεκρών αποκαταστάθηκαν.

Ακούστηκε δεύτερο σάλπισμα, και σά να βγήκε Πνεύμα Κυρίου άπό τη σάλπιγγα, πού έβαλε πάλι κάθε ψυχή μέσα στο νεκρό σώμα της. Δέος και φόβος κυρίεψε κάθε ύπαρξη. Τρόμος και φρίκη απλώθηκαν στα ουράνια και στα επίγεια.

Ακούστηκε και τρίτο σάλπισμα, φοβερότερο, πού συγκλόνισε τα σύμπαντα. Οί νεκροί αναστήθηκαν άπό τα μνήματα αστραπιαία. Θέαμα φρικτό! Στάθηκαν όλοι όρθιοι – κι ήταν αναρίθμητοι, περισσότεροι άπό τους κόκκους πού έχει όλο το χώμα της γής. Συνάμα σαν πυκνή βροχή κατέβαιναν τα ουράνια αγγελικά τάγματα προς το Θρόνο της Ετοιμασίας, ψάλλοντας δυνατά:

– «»Αγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα ή γη φόβου και τρόμου»16.

«Ολος ό λαός και ή αναρίθμητη αγγελική παράταξη στάθηκαν και κοίταζαν ψηλά, περιμένοντας με φρίκη και δέος να κατέβει στη γή ή φοβερή θεία εξουσία.

Ξάφνου όμως βροντές και αστραπές έσκισαν τον αέρα, ένώ σεισμός τρομερός συγκλόνισε την κοιλάδα της Δίκης. Σάστισαν όλοι κι άρχισαν να τρέμουν.

Το στερέωμα τ’ ούρανού τραβήχτηκε σαν παραπέτασμα.

Και νά! Φάνηκε πίσω του ό Τίμιος Σταυρός, λάμποντας σαν τον ήλιο και σκορπίζοντας θεϊκές μαρμαρυγές. Τον κρατούσαν οί άγιοι άγγελοι, ανοίγοντας το δρόμο για τον Κύριο μας Ίησού Χριστό, τον Κριτή της οικουμένης.

Σε λίγο ακούστηκε μια μυριόστομη πρωτάκουστη δοξολογία:

– «Ευλογημένος ό ερχόμενος έν ονόματι Κυρίου87. Θεός Κύριος και έπέφανεν ημίν88, Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος89».

Σαν τέλειωσε τουτος ό ζωηρός ύμνος, φανερώθηκε ό Κριτής πάνω στις νεφέλες, καθισμένος σε θρόνο ψηλό και πύρινο, πού με τις υπέρλαμπρες φλόγες του κατάκαιγε τον ουρανό και τη γή. *

Ξαφνικά, μέσ’ άπ’ το πλήθος των αναστημένων νεκρών, μερικοί άρχισαν ν’ αστράφτουν σαν τον ήλιο και ν’ αρπάζονται στον αιθέρα, πάνω σε νεφέλες, για να συναντήσουν τον Κύριο τους. Οί περισσότεροι όμως, αλίμονο, έμειναν κάτω. Θρηνούσαν πικρά, πού δεν αξιώθηκαν ν’ αρπαχτούν κι αυτοί άπ’ τις νεφέλες, κι ήταν φαρμακωμένες οί ψυχές τους άπό τη λύπη και την οδύνη. «Επεσαν στα γόνατα, μπροστά στον Κύριο, μα ξανασηκώθηκαν χωρίς αποτέλεσμα.

Γύρω άπό το θρόνο της Ετοιμασίας, όπου ήταν καθισμένος ό Μέγας Κριτής, παρατάχθηκαν όλες οί ουράνιες δυνάμεις με φόβο και τρόμο. Στα δεξιά Του στάθηκαν όλοι όσοι είχαν άρπαχθεϊ άπ’ τις νεφέλες. Οί υπόλοιποι οδηγήθηκαν στ’ αριστερά Του, κι ήταν Ιουδαίοι, άρχοντες, αρχιερείς, ιερείς, βασιλιάδες και πολύ πλήθος μοναχών και λαϊκών. Στέκονταν καταντροπιασμένοι, ταλανίζοντας τους εαυτούς τους και θρηνολογώντας για την απώλεια τους. Στα πρόσωπα τους ήταν ζωγραφισμένη ή καταισχύνη, ή συντριβή, ή αγωνία, ή φρίκη… Πένθος βαρύ είχε απλωθεί άνάμεσά τους. «Αλλοι αναστέναζαν βαθιά. «Αλλοι βογγούσαν με σπαραγμό. «Αλλοι όδύρονταν, χύνοντας ποτάμι τα δάκρυα. Και άλλοι είχαν βυθιστεί σε μιάν απελπισμένη, νεκρική σιωπή. Δεν φαινόταν άπό πουθενά παρηγοριά, άπό πουθενά ελπίδα…

Αντίθετα, όσοι στέκονταν στα δεξιά του Κριτή, ήταν όλοι φαιδροί και φωτεινοί σαν τον ήλιο, όλοι σεμνοί, δοξασμένοι και λαμπεροί σαν το φώς, όλοι φλογισμένοι, θαρρείς, άπό μια θεόφωτη αστραπή, πού τους έκανε να φεγγοβολούν πραγματικά – αν δεν είναι τολμηρό να το πει κανείς – σαν τον Κύριο και Θεό τους.

Παρευθύς ό φοβερός Κριτής έριξε το βλέμμα Του κι άπ’ τη μια κι άπ’ την άλλη μεριά. Στα δεξιά κοίταξε με ικανοποίηση, κι ένα γλυκό χαμόγελο άνθισε στα χείλη Του. «Υστερα γύρισε και σ’ αυτούς πού ήταν στ’ αριστερά. Αμέσως ταράχτηκε και πήρε βιαστικά τη ματιά Του από πάνω τους.

Δυνατή κι επιβλητική ακούστηκε τώρα ή φωνή Του να λέει στους πρώτους:

– «Δευτε οί ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην ύμιν βασιλείαν από καταβολής κόσμου. Επείνασα γάρ, και έδώκατέ μοι φαγεϊν, έδίψησα, και έποτίσατέ με, ξένος ή μην, και συνηγ άγετε με, γυμνός, και περιεβάλετέ με, ή σθένη σα και έπεσκέψασθέ με, έν φυλακή ή μην και ήλθετε προς με»90.

Εκείνοι τότε Τον ρώτησαν με απορία:

– «Κύριε, πότε σε ειδομεν πεινώντα και έθρέψαμεν, ή διψώντα και έποτίσαμεν; Πότε δε σε ειδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλομεν; Πότε δε σε είδομεν ασθενή ή έν φυλακή, και ήλθομεν προς σε;»91.

Και Αυτός τους αποκρίθηκε:

– «Αμήν λέγω υμίν,εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε»92.

«Υστερα στράφηκε οργισμένος στους άλλους, στ’ αριστερά Του, και τους είπε με αυστηρότητα και αποστροφή:

– «Πορεύεσθε άπ’ έμου οί κατηραμένοι εις το πυρ το αίώνιον το ήτοιμασμένον τω διαβάλω και τοις αγγέλοις αύτου. Επείνασα γάρ, και ουκ έδώκατέ μοι φαγείν, έδίψησα και ούκ έποτίσατέ με, ξένος ήμην, και ού συναγάγετε με, γυμνός, και ού περιεβάλετέ με, ασθενής και έν φυλακή, και ούκ έπεσκέψασθέ με»93.

Παραξενεμένοι κι αυτοί Τον ρώτησαν:

– «Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα ή διψώντα ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή έν φυλακή, και ού διηκονήσαμεν σοι;»94.

– «Αμήν λέγω ύμίν, έφ’ όσον ούκ έποιήσατε ένί τούτων των ελαχίστων, ουδέ έμοί έποιήσατε»95. Χαθείτε άπό μπροστά μου, «οί έσκοτισμένοι της γης»96! Στον τάρταρο! Έκεί πού είναι «ό κλαυθμός και ό βρυγμός των οδόντων»97! Εκεί πού θα τυραννιέστε και θα θρηνείτε αιώνια!

Μόλις ό Κριτής ανήγγειλε τη μεγάλη απόφαση Του, ξεχύθηκε, ξαφνικά, άπό τ’ ανατολικά ένας τερά¬στιος πύρινος ποταμός, πού κυλούσε ορμητικά προς τη δύση. Ηταν πλατύς σαν θάλασσα. Βλέποντας τον οί αμαρτωλοί άπ’ τ’ αριστερά, ζάρωσαν και κιτρίνισαν άπό τον τρόμο.

84. Ψαλμ. 144:1.
85. Ψαλμ. 98:5.
86. ΠρβΚ. Ήσ. 6:3.
87. Ψαλμ. 117:26.
88. Ψαλμ. 117:27.
89. Ήσ. 9:6.
90. Ματθ. 25:34-36.
91. Ματθ. 25:37-39.
92. Ματθ. 25:40.
93. Ματθ. 25:41-43
94. Ματθ. 25:44.
95. Ματθ. 25:45.
96. Ψαλμ. 73:20.
97. Ματθ. 25:30. Λουκ. 13:28.

Συνεχίζεται…