Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΓέρ. Ιωσήφ ΒατοπαιδινόςΓέρ. Ιωσήφ ΗσυχαστήςΈργα Γέρ. Ιωσήφ

Θείας Χάριτος Εμπειρίες, Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής (2)

3 Αυγούστου 2009

osios iosif o isihastisΣυνέχεια από (1)

(+Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)

ΕΠΙΣΤΟΛΙΜΑΙΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Προς τον πολυαγαπητόν μου αδελφόν ο βίος του αείμνηστου μας πατρός Ιωσήφ του Ήσυχαστου, τελείωθέντος κατά την 15ην Αυγούστου 1959 εν τη Ιερά Νέα Σκήτη του Αγίου Παύλου εν Αγίω Όρεί Άθωνος

I. Εισαγωγικά.

«Ω θάνατε, ως πικρόν σου το μνημόσυνον», κατά τον θείον Σειράχ. Και παρ’ όλον που δεν αρμόζει να το λέγωμεν εμείς οι χριστιανοί, εγώ το είπα διότι ήμουν λυπημένος που υστερήθηκα το πλέον αγαπητόν μου πρόσωπον εις αυτήν την παροικίαν μας. Και παρ’ όλον που έτσι αισθάνομαι και διάκειμαι δια τον αγαπητόν μου Γέροντα, πολλάκις όταν έζη, τον ελύπησα και τον επίκρανα. Πάντοτε αισθάνεται κανείς λύπην, όταν καταλάβη πως ελύπησε ένα πρόσωπον που το αγαπά. Και όταν συμβή να υστερηθή αυτό το πρόσωπον, τότε η λύπη του είναι μεγαλυτέρα. Αυτά τα λέγω διά να μάθουν, αν είναι τρόπος, και άλλοι υποτακτικοί -και ιδίως όσοι αξιωθούν να εύρουν Γεροντάδες πραγματικά πνευματικούς- να είναι όσον το δυνατόν προσεκτικοί, διότι όταν απαρθή απ’ αυτών ο προστάτης και οδηγός των, τότε θα πενθήσουν και θα κλάψουν ενθυμούμενοι την προτέραν των απροσεξίαν.

Στοχαζόμενος την θέσιν μου και το τι έχασα, και δη εις τας πονηράς ταύτας ημέρας, απεφάσισα να γράψω τουλάχιστον τον βίον του, όσον μπορέσω να θυμηθώ, για να έχω καν αυτήν την παρηγορίαν, εφ’ όσον δεν πρόκειται εδώ πλέον να τον ξαναδώ. Πράγματι, ο πρώτος μου σκοπός είναι αυτός· αλλά και οι πρόχειροι επικριταί και κατήγοροι του συγχρόνου μοναχισμού και του ιερού μας τούτου Τόπου θα μάθουν, εάν θέλουν, ότι εις όλας τας γενεάς και εποχάς υπάρχουν άνθρωποι πραγματικά θεοφοβούμενοι που αγάπησαν ολοψύχως τον Θεόν.

Δεν υπήρξα πάντοτε με τον αείμνηστόν μου Γέροντα, διότι είμαι νεώτερος, αλλ’ όμως εις το διάστημα αυτό όπου ήμουν, δώδεκα περίπου χρόνια, δεν ελάττωσε διόλου την αρχικήν του ευλάβειαν και παρ’ όλας τας περιπέτειας όπου έπαθε, είτε ως Γέρων πλέον, είτε ως ασθενής που πολύ δοκιμάστηκε. Από εκείνον που έμαθε να μη ζη δι’ εαυτόν, αλλά διά τον Χριστόν, ουδεμία περίστασις δύναται να αφαίρεση τον πρωταρχικόν του σκοπόν.

Όταν ήμουν μικρός εις την πατρίδα μου και άκουγα τους πατέρες εις το μοναστήρι μας να λέγουν ότι εις το Άγιον Όρος είναι μοναχοί που ασχολούνται με την νοεράν προσευχήν, αισθανόμουν μίαν ιδιαιτέραν χαράν ,η δε περιέργεια μου δεν με άφηνε να ησυχάσω και όλον παρακαλούσα τον μακαρίτην πνευματικόν μου, (τόν ενάρετο ιερομόναχο Κυπριανό (1878-1955), πνευματικό της Ιεράς Μονής Σταυροβουνίου Κύπρου) να με πληροφόρηση λεπτομερέστερον διά αυτό το πράγμα. Σημείωσε ότι από το 1920 έως το 1922 εχρημάτισεν εις το Άγιον Όρος και πάλιν επέστρεψεν εις την πατρίδα μας και γνώριζε καλά για την πνευματικήν ζωήν του τόπου.

Μας έλεγε για τον αείμνηστον Γερο-Καλλίνικον, γιατί εκάθισε μαζί του ένα χρόνο σχεδόν, που ήτο μία εξέχουσα φυσιογνωμία του Αγίου Όρους και γενικά του μοναχισμού, εις το θέμα ιδίως της νηπτικής. Για τον Γερο-Γεράσιμον, που τότε καθόταν εκεί κοντά εις τον Γερο-Καλλίνικον και ήτο πολύ βιαστής, ιδίως εις την εγκράτειαν και την ακτημοσύνην. Αυτός ο μακαρίτης ειχεν ισόβιον το πένθος. Όταν καμμιά φορά τον ερωτούσε κανείς ότι δήθεν θέλη και αυτός να ησυχάση, του έλεγε: «Παιδί μου, αν δεν έχης πένθος μη επιχείρησης· χωρίς πένθος ήσυχαστής δεν προκόβει». Πριν κατέβει εις τα Κατουνάκια, όπως είπα, κοντά εις τον Γερο-Καλλίνικο, εκάθισεν εις το Καρμήλιον που είναι το εκκλησάκι του Προφήτου Ηλιού, δεν θυμάμαι πόσα χρόνια, και έκαμε υπομονήν εις το υπερβολικώτατον εκείνο ψύχος, όπου κατά τον χειμώνα είναι αδύνατον να ζήση άνθρωπος εκεί. Μου έλεγε και άλλας λεπτομέρειας τας όποιας εδώ τώρα παραλείπω.

Αυτά όλα ήσαν η αιτία που άναψαν την επιθυμίαν μας να επισκεφθώμεν το Άγιον Όρος και να μη καθίσωμεν αμέσως εις έναν τόπον, έως ότου εύρομεν τέτοιους ανθρώπους βιαστάς και ενάρετους και να καθίσωμεν αν είναι τρόπος με αυτούς. Δόξα τω Θεώ, ότι κατά τα τέλη του έτους 1946 εφθάσαμεν εις Άγιον Όρος μετά από πολλάς περιπέτειας. Δεν ήμουν μόνος μου όταν ήρθα, και εν πρώτοις εις την Σκήτην της Αγίας Άννης εις τινα καλύβην. Είμεθα δύο, ομού με έναν άλλον αδελφόν από την πατρίδα, και νομίζω ότι είχομεν και οι δύο τον ίδιον σκοπόν. Παρ’ όλον που είμεθα υπό περιορισμόν, σύμφωνα με την τάξιν που έχουν για τους νέους, δεν εβραδύναμεν να διαπιστώσωμεν εξ ακοής περί της ζωής διαφόρων ερημιτών και ησυχαστών των ημερών μας.

Πολύ μου κίνησε το ενδιαφέρον η ζωή του αειμνήστου Γέροντος μου, όταν μου διηγούντο γι αυτόν οι μοναχοί μετά των οποίων έμενα. Έκτοτε προσπαθούσα να πραγματοποιήσω τον πόθον μου, πράγμα που επέτυχον κατά τον Αύγουστον του 1947. Κατ’ αρχάς δεν ήθελε να με κράτηση, όχι γιατί ήτο κουρασμένος από την προτέραν του συνοδίαν που υπέστη περιπέτειες, αλλά και για το ακατάλληλον του τόπου και την έλλειψιν καλύβης για να καθίσω. Αυτά τα δύο τρία δωματιάκια, αν επιτρέπεται να τα ονομάσωμεν έτσι, ήσαν γι αυτούς και δεν επερίσσευεν για άλλον. Υπεσχέθηκα εγώ τότε, ότι θα κτίσω μόνος μου σιγά σιγά – και μάλλον όχι γι αυτό αλλά τον φώτισε ο Θεός – με κράτησε και έτσι ήμουν όλος χαρά.