Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΓέρ. Ιωσήφ ΒατοπαιδινόςΓέρ. Ιωσήφ ΗσυχαστήςΈργα Γέρ. Ιωσήφ

Θείας Χάριτος Εμπειρίες, Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής (9)

12 Αυγούστου 2009

osios iosif o isihastis2Συνέχεια από (8)

(+Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)

8. Ο πόλεμος της πορνείας και το χάρισμα της αγνότητος.

Εις όλην αυτήν την περίοδον, που ήσαν χωρίς συνοδίαν, είχαν αύστηράν νηστείαν, και ιδίως ο Γέροντας. Λάδι μόνον το Σαββατοκύριακον έτρωγαν και όχι πάντοτε, αλλά όταν έβρισκαν. Κατά την περίοδον των πρώτων χρόνων μετά τον θάνατον του Γέροντος τους και εις συνέχειαν οκτώ ολοκλήρων ετών, ο Γέροντας είχεν σαρκικόν πόλεμον και αυτό συνέτεινε εις το να έχουν τόσον αυστηράν νηστείαν. Ο Γέροντας έτρωγε κάθε ημέραν μετά την ενάτην ώραν εικοσιπέντε δράμια παξιμάδι, και αν καμμιά φορά είχαν χόρτα ή όσπρια βραστά και πάλιν πολύ ολίγα. Μας έλεγεν ότι συνέχειαν, επί οκτώ χρόνια, όσον ήτο ο πόλεμος, αυτός δεν εκοιμήθη εις το πλευρόν, ούτε πλάγιασε παντελώς, αλλά καθήμενος εις το σκαμνί κοιμόταν τας ώρας που είχε διορισμένας.

Μας έλεγε: «Πάντοτε εις την περίοδον αυτήν ήτο ο σαρκικός πόλεμος σφοδρός, ιδίως όμως εις το τέλος κατά το έβδομον και όγδοον έτος, τόσον ειχε επιδεινωθή, που κόντεψε να απελπισθώ. Όλα τα μέσα που γράφουν οι άγιοι Πατέρες από αγωνιστικής απόψεως τα είχα εξαντλήσει, μα ο πόλεμος δεν υποχωρούσε. Από την πολλήν νηστείαν και την αγρυπνίαν το σώμα μου έπεσε τελείως και το πάθος δεν ελαττώθηκε. Κατά καιρούς ταπεινωνόταν ολίγον αλλ’ ύστερα άρχιζε σφοδρότερον».

Είχε συνήθειαν, όταν τον ενοχλούσε κανένα πάθος να παραμερίζη μόνος του και να κτυπά τον εαυτόν του με ένα ξύλον, μέχρις ότου η οδύνη των πληγών τον απαλλάξει από τον πόλεμον. Τόσον δε πολύ είχε κτυπήσει κάποτε τον εαυτόν του, που όπως μας έλεγεν, επέρασαν εβδομάδες και ήτο πιασμένος από την μέσην και κάτω, από τον πολύν δαρμόν. «Έκλαιγα, μας έλεγε, με πόνον πολύν και παρακαλούσα την Κυρίαν μας Θεοτόκον, επέμενα όσο ημπορούσα, αλλά τίποτε. Υποχωρούσε το πάθος ολίγον και πάλιν άρχιζε. Η θέσις μου πλέον ήτο δύσκολη, γιατί άρχισε να κλονίζεται η πίστις μου και νόμιζα ότι με εγκατέλειψε ο Θεός. Όπως ήμουν έτσι καταβεβλημένος και απελπισμένος, κάθισα πάλιν εις το σκαμνί μου και έλεγα την ευχήν, γιατί αυτή ήτο η μόνη μου παρηγοριά και είχα τα μάτια μου κλειστά. Νύκτα ήτο και βρισκόμενος εις το δωμάτιόν μου -αν πρέπει να λεχθή δωμάτιον αυτό, γιατί ήτο πολύ στενό-αισθάνθηκα ότι κάποιος με ψηλαφά εις τα κάτω μέρη του σώματος και άνοιξα τα μάτια μου. Βλέπω τότε το πνεύμα της πορνείας να κάθεται μπροστά μου οφθαλμοφανώς, όπως ακριβώς το περιγράφουν οι Πατέρες, το κεφάλι του γυμνόν με μικρά όρθια κέρατα, το πρόσωπον του πελιδνόν και αρρωστημένον και τα μάτια του μικρά και στρογγυλά και το σώμα του με τρίχες και ανέδιδε τρομεράν δυσωδίαν. Από την οργήν μου που κατάλαβα τις ήτο, όρμησα επάνω του με όσην ταχύτητα ημπορούσα, και να τον κρατήσω φυσικά δεν ήτο δυνατόν, τον ψηλάφησα όμως με τε χέρια μου καθώς έφυγε από την πόρτα και μέχρι σήμερον είναι εις την μνήμην μου ακόμη η αίσθησις εκείνη της τραχύτητος, όπως που να κράτηση κανείς αγριόχοιρον, και η δυσωδία του επί οκτώ ήμερες δεν έφευγε. Από τότε , Χάριτι Θεού, έπαυσε τελείως ο πόλεμος της σαρκός και ξανά δεν με ενόχλησε παντελώς, ούτε τέτοιος λογισμός με ενόχλησε.

Πάντοτε μας τόνιζε τούτο: «Αν θέλετε να αισθανθήτε ευκρινώς βοήθειαν από την θείαν Χάριν, να έχετε υπ’ όψιν σας ότι θα κάμετε πολλήν υπομονήν. Εάν ο άνθρωπος δεν καταβάλη όσην έχει δύναμιν και δεν δείξη με την πράξιν ότι αγαπά τον Θεόν περισσότερον της ιδικής του υπολήψεως και της ζωής, φανερά την Χάριν του Θεού δεν βλέπει. Όταν ο άνθρωπος αξιωθή να φθάση εις το σημείον αυτό και να λάβη βοήθεια φανερά από την Χάριν του Θεού μέσω της υπομονής του από μεγάλους πειρασμούς, τότε αισθάνεται προκοπήν εις το πνευματικόν του στάδιον και γίνεται, τρόπον τινά, ανδρειότερος εις τον εαυτόν του και αισθάνεται ότι απέκτησε περισσοτέραν δύναμιν. Τότε γίνεται τολμηρότερος εις τους κινδύνους και από τα σκώμματα των ανθρώπων μένει ανεπηρέαστος. Το μεγαλύτερον δε, δυναμώνει εις την πίστιν, γιατί έχει ως ενέχυρον την προλαβούσα πείραν της θείας αντιλήψεως».

Άλλοτε πάλιν μας έλεγεν: «Επήγαμεν με τον πατέρα Αρσένιον να αγοράσωμεν ολίγον σιτάρι από το λιμάνι της Κερασιάς για πρώτην μας φοράν. Εύκολα δεν εχαλούσαμεν το «τυπικόν» μας εις το να φάγωμεν κάτι πριν της ενάτης ώρας, έτσι και τότε επήγαμεν νηστικοί. Επήραμεν από είκοσι πέντε οκάδες και κινήσαμεν προς επιστροφήν δεν πρόλαβαμεν όμως να φθάσωμεν ούτε εις την μέσην της αποστάσεως και δεν ημπορούσα πια. Ένα σώμα αδύνατον και καταβεβλημένον από τόσες κακουχίες, δεν ήτο εύκολον να αχθοφορή και σε τόσον ανηφορικόν δρόμον όπως είναι αυτός. Όσον προέβαινε η ώρα, άρχιζε και η ζέστη και μετά η δίψα που ενίσχυσαν την εξάντλησίν μου περισσότερον. Η εξάντλησίς μου ήτο τόση, που ούτε ξεφόρτωτος δεν ημπορούσα να περπατήσω πια. Επιχείρησα κατ’ επανάληψιν, αλλά ματαίως. Βλέποντας ότι αφ’ εαυτού μου δεν ήτο δυνατόν να συνεχίσω και ότι για τον Θεόν το κάμνω αυτό, έστρεψα όλον μου τον λογισμόν μέσα μου και έκλαψα λέγοντας «τι αδυνατεί εις τον Θεόν»; Στις δύσκολες στιγμές φαίνεται η θεία βοήθεια και έτσι λέγοντας και πιστεύοντας αισθάνθηκα μέσα μου κάτι που ανεκαινισε τας δυνάμεις μου και ολη εκείνη η προτέρα αθυμία και εξάντλησις έφυγεν. «Πάμε Αρσένιε», λέγω και έκινήσαμεν. Από τότε μέχρι να ανεβώμεν επάνω, αισθανόμουν ότι κάποιος με σπρώχνει από πίσω και ανέβηκα έτσι φορτωμένος που δεν ημπορούσα να ανέβω αδειανός. Γι’ αυτό σας λέγω να έχετε πίστιν και υπομονήν».

Κατά την περίοδον αυτήν έκαμε πολλούς κόπους και υπέφερε πολλούς πειρασμούς, εξ όσων μας έλεγε κατά καιρούς. Όταν μας πολεμούσε η μικροψυχία και η αμέλεια μας παρακινούσε και μας έλεγε κάτι που ο ίδιος έπαθε.