Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΓέρ. Ιωσήφ ΒατοπαιδινόςΓέρ. Ιωσήφ ΗσυχαστήςΈργα Γέρ. Ιωσήφ

Θείας Χάριτος Εμπειρίες, Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής (13)

17 Αυγούστου 2009

osios-iosif-o-isihastis2Συνέχεια από (12)

Τον ερωτούσαμεν: «Δεν δειλιάσατε καθόλου»; Και μας έλεγεν: «Εις την αρχήν ήρθαν πολλοί λογισμοί δειλίας, η ψυχή όμως δεν δείλιασε καθόλου. Εκείνος που βιάζεται να μη ζη διά τον εαυτόν του, αλλά ό,τι ακούει το κάνει γιά τον Θεόν, σε τίποτα δεν έχει να φοβηθή. Ο τοιούτος έχει πάντοτε ως βάσιν του την πιστιν εις όλην του την ζωήν και η πίστις αυτή του αναπληρώνει κάθε τι που οι πειρασμοί του προβάλλουν ως εμπόδιον. Όταν άπαξ και δις ο άνθρωπος παραδώση τον εαυτόν του τελείως εις τον Θεόν με πιστιν, καθώς είπα,τότε βλέπει φανερά την Χάριν του Θεού, όπου τον σκεπάζει και τον δυναμώνει να κατορθώση εκείνο που από ανθρωπινής δυνάμεως και σκέψεως ήτο αδύνατον να γίνη. Αυτό δεν είναι μικρόν είναι αυτό που λέγεται από τους Πατέρας πείρα θείας αντιλήψεως. Όταν αυτό συνεχισθή, γεννά την πίστιν της θεωρίας, και η πίστις αυτή, όποιος την έχει, χωρίζει τους τύπους από τας πραγματικότητας».

13. Η αυταπάρνησις και η φιλοπονία ως μέσα συντηρήσεως της Χάριτος του Θεού.

«Γι’ αυτό σας λέγω να βιάζεσθε αψηφούντες τους κινδύνους, που μεγαλοποιεί η φιλαυτία, προκειμένου να φυλάγετε την τάξιν της πρακτικής, καθώς μας γράφουν οι Πατέρες. Γιατί όταν δειλιάτε να κοπιάσετε ολίγον, ούτε Χάριν Θεού πρόκειται να εύρητε, ούτε και την θείαν αντίληψιν θα αισθανθήτε ψηλαφητώς, να λάβετε δύναμιν και πληροφορίαν ιδικήν σας, εσωτερικήν και πραγματικήν, ότι «εγγύς Κύριος τοις επικαλούμενοις αυτόν», και χωρίς το εφόδιον αυτό ποτέ δεν επιχειρεί η ψυχή μεγάλους αγώνας. Όταν σας λέγω να κάμετε υπακοήν, εσείς θέλετε να βάζετε και τον δικόν σας λογισμόν και να προβάλλετε ενδεχόμενα. Όταν σας παρακινώ να έχετε αυταπάρνησιν, αμφιβάλλετε αν θα τα βγάλετε πέρα. Αν σας πω πάλιν για την δίαιταν, να μη εξετάζετε το τι βρέθηκε και εάν είναι παλαιόν ή νέον και προβάλλετε τους όρους της υγιεινής.

Μα αυτοί οι όροι δεν ανήκουν εις την πίστιν, η οποία αψηφά και τον προ οφθαλμών θάνατον, αλλ’ εις την εξωτερικήν και κοσμικήν γνώσιν και λογικήν. Σας φαίνεται μικρόν το πράγμα, εν τούτοις είναι μέγα, γιατί όπου μπαίνει η γνώσις φεύγει η πίστις και έτσι αποκλείεται η πραγματική σκέπη της προνοίας του Θεού, που απόκειται εις τους βεβαιοπίστους όπως τους αποκαλούν οι άγιοι Πατέρες. Όταν ο άνθρωπος βιασθή από την αρχήν να αφήση τελείως την ιδικήν του γνώσιν και θέλησιν και να ρίψη τον εαυτόν του ολότελα εις το θείον θέλημα χωρίς αμφιβολίαν, αλλά και να το ζήτηση εμπόνως από τον Θεόν με πολλήν ταπείνωσιν, θα τον καταξίωση ο Θεός να γευθή το μέγα τούτο πράγμα. Πολλοί μου είπαν ότι κάτι βρήκαν εις την άρχή, σιγά σιγά όμως δεν το πρόσεξαν και το έχασαν. Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σ’ αυτήν την στάσιν, δεν κοιτάζει συνήθειες και τύπους, ουτε τον εαυτόν του περιποιείται, ούτε ενδιαφέρεται από τας παρατηρήσεις των ανθρώπων, ούτε και οι φυσικοί όροι ενίοτε λειτουργούν σ’ αυτόν όπως εις τους λοιπούς ανθρώπους, γιατί κάποια αόρατος δύναμις τον σκεπάζει και τον προστατεύει, που δεν είναι εις τους άλλους γνωστή και αντιληπτή.

Η αιτία διά να χάση ο άνθρωπος την κατάστασιν αυτήν είναι όταν αρχίση, έστω και εις το ελάχιστον, να αμφιβάλλη διά την πρόνοιαν του Θεού και αρχίζει να προτιμά κάτι της ανθρωπινής αρεσκείας και προφάσεως και ιδίως εις τας περιπτώσεις, που έλαβε προηγουμένως πείραν της θείας αντιλήψεως. Τότε λαμβάνει θέσιν η φιλαυτία και προκρίνεται το θέλημα του άνθρωπου. Και εκεί που επικρατούσε η χρεία μόνον, τώρα κατέχει η επιθυμία και το αποτέλεσμα είναι να παύση τελείως κάθε αισθητή βοήθεια από τον Θεόν και μένει ο άνθρωπος γυμνός από την μυστικήν έκείνην σκέπην, την αόρατον και ακατάληπτον από τους άλλους, η οποία φυλάσσει, κατά τον ψαλμόν, τα νήπια».

Εμείς τον ερωτούσαμεν: «Καλά, γιατί εις τας αλλοιώσεις κρύβει την παρουσίαν Της η Χάρις, ένω ο άνθρωπος δεν βρίσκεται να άφησε το καθήκον του, εν τούτοις όμως αισθάνεται παντελή ξηρασίαν και απογοήτευσιν»; Και μας έλεγεν: «Όταν αυτό δεν προήλθε από την αμέλεια, που είναι ο πλησιέστερος και τακτικότερος πόλεμος και κίνδυνος του ανθρώπου ή γενικά εξ ιδικής του υπαιτιότητος, η ελπίς και το θάρρος δεν φεύγουν από την ψυχήν. Και την μεν υστέρησιν και απουσίαν της Χάριτος αισθάνεται ο άνθρωπος, το θάρρος του όμως και η πίστις δεν κλονίζονται· σαν μυστικά μέσα του κάποιος να τον ενθαρρύνη. Όταν όμως η απουσία της Χάριτος προήλθε από ολιγοπιστίαν, όπως είπαμεν ανωτέρω, η από αμέλειαν, τότε η δοκιμασία είναι πολύ σκληρή, γιατί χάνεται και το θάρρος του ανθρώπου και η ελπίδα του σβήνει τελείως και κυριεύει η δειλία και η αναποφασιστικότης. Εδώ εις την κατάστασιν αυτήν, αν δεν υπάρχη οδηγός πεπειραμένος και άφθονα δάκρυα, χρειάζεται πολύς κόπος για να σταθή εις τα πόδια του ο άνθρωπος».

Αυτά και άλλα πολλά τέτοια που μας έλεγε συνέχεια , τα διεπιστώσαμεν εις τον εαυτόν του και από το εξής συμβεβηκός. Δεν μας επέτρεπε ποτέ να ιδούμεν το σώμα του ή τυχόν κανένα μέλος του γυμνόν, ούτε και σε κανέναν άλλον επέτρεψεν, αλλά ούτε και άλλαζε τα ρούχα του ποτέ, ούτε και ιατρικήν περίθαλψιν εδέχθηκε ποτέ -έστω και την παραμικράν-και μόνον τώρα εις το γήρας του όπου κατέπεσε τελείως τον επείσαμεν με την βίαν και εδέχθη εξωτερικήν βοήθειαν.

Μίαν ημέραν μας επέβαλε να του αλλάξωμεν την φανέλλαν του, και είδαμεν εις την πλάτην του ότι ήσαν κάτι ιδιότροπες τρύπες,πολλές και μεγάλες σαν τους κόμβους του οκταποδιού. Όταν τας έξυνες εσωτερικά, έβγαινε κάποια ξηρά ύλη σαν πίτουρα. Τον ερωτήσαμεν τι ήταν αυτό, και μας ειπε το έξης: «Όταν ήμουν εις τον Άγιον Βασίλειον και πηγαίναμεν εδώ και εκεί για να φτιάσωμεν τας καλύβας μας, ίδρωνα από την ζέστην και τον κόπον. Επειδή όμως δεν άλλαζα, γιατί εις την πραγματικότητα δεν είχα και δεύτερον για να αλλάξω, βγήκαν εις την πλάτην μου κάτι εξανθήματα. Σιγά σιγά μεγάλωσαν,με ερέθιζαν και με πονούσαν πολύ. Ειχα βάλει τότε ως αρχήν να μη κοιτάζω σε τίποτε τον εαυτόν μου, αλλά να τα αφήνω όλα εις τον Θεόν και αμεριμνούσα. Δεν με ενοχλούσαν και υπερβολικά. Όταν όμως άφηνα ολίγον τον λογισμόν μου από την πίστιν, αμέσως άρχιζε η δειλία και η μικροψυχία. Εγώ λοιπόν για να μη με καταβάλουν και χάσω την ελπίδα μου εις τον Θεόν και ιδίως εις την Κυρίαν μας Θεοτόκον που μας υπεσχέθη να μας είναι προνοητής, πήρα έναν ντορβά διπλόν και ξεκίνησα για την Ιβήρων για παξιμάδι και αφού τον γέμισα γύρισα πίσω φορτωμένος. Τα σπυριά από το βάρος, και όπως ήσαν φουσκωμένα και γεμάτα ύλην, έσπασαν και κόλλησε η φανέλλα μου επάνω σαν έμπλαστρο, εγώ όμως σε τίποτε δεν υπεχώρησα και ούτε άλλαξα, ούτε τότε ούτε ύστερα. Όπως πίστευα έτσι και έγινε· δεν συνέβη τίποτα. Ξεκόλλησε η φανέλλα μου σιγά σιγά και η πληγές θεραπεύτηκαν από μόνες τους και αυτό που βγαίνει τώρα είναι η ύλη που έμεινε μέσα και εξηράνθη».

Κάποτε που είχε στενοχωρηθή πολύ εξαιτίας της συνοδίας του, γιατί, όπως είπαμεν, όσοι πήγαιναν τους κρατούσε και ήσαν τότε πέντε έξι και όπως ήσαν συνηθισμένοι με τας ιδιοτροπίας τους, αντί να ωφεληθούν, έβλαπταν προκαλούντες ανησυχίαν και μέριμναν. Ο Γέροντας βλέποντας την κατάστασιν και τον πατέρα Αρσένιον να στενοχωρήται, εθλίβετο υπερβολικά και άρχισε να παρακαλή τον Θεόν να δώση λύσιν της καταστάσεως. Όσο πρόβαινε όμως η κατάστασις και χειροτέρευε. Μία νύκτα, μας έλεγεν ο Γέροντας, εκεί που αγρυπνούσε και προσευχόταν και παρακαλούσε γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπόν να τους φωτίση ο Θεός να φύγουν, βλέπει έξαφνα και γέμισε το δωμάτιον φως και από την στέγην, που του φάνηκε ότι άνοιξε, βλέπει και κατεβαίνει ο Κύριος μας επάνω εις τον Σταυρόν, όχι ως εικόνα, αλλά ζωντανός, με όλας τας κανονικάς διαστάσεις της παναγίας του σταυρώσεως και όταν ακούμπησε περίπου εις το πάτωμα ο Σταυρός, τον κοίταξε ο Κύριος μας με ύφος παρηγορητικόν και του λέγει: «Τόσον εύκολα κουράζεσθε εσείς; Δεν βλέπεις έμενα τι υπέφερα για εσάς;». «Μόλις ήκουσα τα λόγια του Κυρίου», έλεγεν ο Γέροντας, «έπεσα κάτω εις το έδαφος μπροστά εις τον Σταυρόν και φώναξα, «Κύριε, βοήθησε μας τους αμαρτωλούς» και κλαίοντας και φωνάζοντας εκεί με πολλήν θέρμην και αγάπην προς τον Κύριόν μας, ανελήφθη πάλιν από την στέγην, όπως εκατέβη πριν. Από εκείνην την ημέραν έπαυσε και η συνοδία μου να με ενοχλή και λίγοι λίγοι έφυγαν σιγά σιγά και ειχα πάλιν ειρήνην, όπως και πριν».

Συνεχίζεται…