Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΓέρ. Ιωσήφ ΒατοπαιδινόςΓέρ. Ιωσήφ ΗσυχαστήςΈργα Γέρ. Ιωσήφ

Θείας Χάριτος Εμπειρίες, Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής (27)

12 Σεπτεμβρίου 2009
Γράμμα του Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή

(+Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)

Επιστολή 17

Προς Μοναχή Βρυαίνη,

Ιερά Μονή Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, Καλογραιών Καλαμάτας.

Άγιον Όρος, τη 15/3/1959.

Τέκνον μου αγαπητόν και ευλογημένον, Βρυαίνη, σπλάγχνα μου θεία και ιερά, εύχομαι να είσαι καλά.

Έλαβον την επιστολήν σου και είδον και εχάρην όπου εύχεσαι να γίνω καλά.

Παιδάκι μου μικρότερο, με επεσκέφθη ο καλός μας Θεός -διότι με αγαπάει- με μίαν πολύ βαρείαν ασθένειαν, βρογχο-υπερ-πνευμονίαν. Με ξενυκτούσαν ότι θα έφευγα, έκλαιγαν τα παιδάκια μου, αλλά δεν ήλθεν η ώρα. Εκατόν είκοσι ενέσεις μου έκαμαν. Τέλος πάλιν εγύρισα. Έχω φοβερά δύσπνοια, όπου αν μία μέρα δεν πάρω φάρμακο να πέση, κινδυνεύω να σκάσω.

Τώρα είμεθα καλύτερα και επιάσαμε πάλιν να γράφωμε εις τους αδελφούς. Λοιπόν, είδες ότι η Χάρις αρχίζει να σε επισκέπτεται, και όσον δύνασαι βιάζου να λες την ευχήν, και θα ιδής ότι πολλή ωφέλεια θα σου γίνη εις την ψυχήν σου.

Η δύναμις όλη της ψυχής είναι η προσευχή. Και καθώς το σώμα ενδυναμώνει με τας τροφάς και τα διάφορα καρυκεύματα όπου του κάμνομε, έτσι και η ψυχή μας θέλει πρώτον την ευχή, ανάγνωσιν, λόγον προφορικόν, παράδειγμα να βλέπη, και έτσι ολίγον κατ΄ ολίγον εξυπνάει. Διότι, αν την αφήσης, κοιμάται, την κυριεύει η λήθη, η αναισθησία· θέλει ξανέμισμα, όπως κάνομεν, όταν φυσάμε να ανάψωμεν την φωτιά. Τα παραδείγματα είναι τα φυσήματα, οπου πέφτει η στάκτη πού είναι η λήθη, και ανάβουν τα κάρβουνα όπου γεννούν την θερμότητα. Έτσι φεύγει η αναισθησία, όπου γεννάει την πλάνη και νομίζει ο άνθρωπος ότι είναι καλά, χωρίς να είναι καλά.

Λοιπόν εσύ, μικρό μου παιδάκι, τώρα όπου έχεις καιρόν, κλάψε διά να χαρής, πένθησε, φώναξε, αγκάλιαζε την εικόνα της Παναγίας, όπως αγκαλιάζεις την μανούλα σου, και ωσάν μικρό φώναζε την Μάνα, Μανούλα μου, βοήθησε με, δος μου ότι γνωρίζεις ωφέλιμο διά την ψυχή μου. Και λέγε της πολλά λόγια και θα εξαντλής Χάριν παρήγορον κάθε φορά όπου θα την παρακαλής· θα απόκτησης αγάπην.

Αυτή θα σου χαρίση και την ευχήν, αυτή θα ανάψη φλόγα και έρωτα εις τον Χριστόν, διότι μεσιτεύει εις τον Υιόν της, και όλας τας αιτήσεις της τής κάμνει, διότι είναι Μανούλα Του και δεν της χαλάει το θέλημα. Λοιπόν, ο,τι θέλεις, απ΄ αυτήν να ζητάς, ωσάν μικρό παιδάκι όπου ζητάει απ΄ την μάνα του και κυλίεται στα φουστάνια της, την φιλάει, την αγκαλιάζει, την γεμίζει δάκρυα.

Κάνε αυτό όπως σου γράφω, και εντός ολίγου θα ίδής πόσην αγάπη θα εύρης από την γλυκεία μας Μανούλα. Με πολλήν απλότητα να πορεύεσαι, διά να βρης ψυχής καθαρότητα· η απλότης είναι της ψυχής ευτυχία μεγάλη. Διάβασε της Παναγίας τα θαύματα εις την Αμαρτωλών Σωτηρία, διά να σου γίνη αγάπη, ότι κεφάλαιον πάντων η αγάπη. Και εγώ, αφού πάλιν γύρισα, σε προσεύχομαι να σε δυναμώση ο Κύριος και η Παναγία.

Διατελώ ευχόμενος.

Γεροντάκος Ιωσήφ.

Επιστολή 18

Προς Μοναχή Βρυαίνη,

Ιερά Μονή Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, Καλογραιών Καλαμάτας.

Άγιον Όρος, τη 9/4/1959.

Το αγαπητό μου παιδάκι, το ευλογημένον, Βρυαίνη, σπλάγχνα μου θεία και ιερά, εύχομαι να είσαι καλά.

Έλαβον την έπιστολήν σου και είδον τα εν αυτή και εχάρην διά την υγείαν σου.

Ο Θεός, παιδί μου, είναι αγάπη. Και από αγάπη κινούμενος, θέλων να μεταδώση τον πλούτον της πολλής Του αγάπης, τα πάντα εδημιούργησεν. Ο Θεός δεν είχεν, μήτε έχει ανάγκην από τον άνθρωπον· είναι αυτοδόξαστος, είναι όλος αγάπη. Δι΄ αυτό και άλλο δεν ζήτησε απ΄ τον άνθρωπον, ει μη την αγάπην. «Αγαπήσεις, λέγει, Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης

της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου».

Βλέπεις δηλαδή· όλη η έφεσις της ψυχής σου να στρέψη εις Αυτόν, να μην μοιραστή η αγάπη σου σε γονείς, σε τέκνα, σε υλην τινά, αλλά όλη εξ ολοκλήρου να στρέψης εις Αυτόν και να φωνάζης:

«Ιησού μου, η γλυκεία πνοή μου, το φως της ζωής μου, η μόνη αγάπη μου, η μόνη λατρεία μου, σε λατρεύω, αγάπησόν με, δείξον μοι τον έρωτα της αγάπης σου, να σου αποδώσω τα σα εκ των σων. Μητέρα γλυκεία του Χριστού και ιδική μου, οδήγησόν με προς τον Υιόν σου, όπου εγέννησας και βαστάζεις, όπου βαστάζει τα πάντα».

Τοιαύτα λέγων και πολλά άλλα, όπου κινούν την αγάπην, είναι αδύνατον εντός ολίγου να μην γευθής του Χριστού την αγάπην, όπου τα εντός σου, η καρδία σου θα φτερουγίζη, φλεγόμενη απ΄ του Χριστού την θερμήν αγάπην.

Τότε ανοιχθήσονταί σου οι οφθαλμοί της ψυχής και θα φύγη η ζάλη των παθών σου. Αλλά και πάλιν δεν θα παύσουν οι πειρασμοί και οι συνεχείς θλίψεις.

Διότι, μόλις η Χάρις υποχωρεί προς δοκιμασίαν, τα πάθη αρχίζουν και οι πειρασμοί. Αλλά πάλιν βία, πάλιν αρχή, πάλιν φωνάζεις, «σώσον με, Κύριε», πάλιν την γλυκεία μας Μανούλα, πάλιν κυλίου στον κόλπον της ωσάν βρέφος ψελίζον. Και ούτως ολίγον ολίγον θα φωτισθής.

Βιάζου, μην ξεχνάς την ευχήν, διότι σου βοηθεί πολύ εν καιρώ πειρασμού. Δεν σε κατάλαβα, τι εννοείς εγκατάλειψιν της ηγουμένης.

Λοιπόν σε εύχομαι καλό Πάσχα και το γραμματάκι μου να σου γίνη πνευματικόν Πάσχα. Και εγώ δεν είμαι τελείως καλά, αλλά με την Χάριν της Παναγίας και με το φάρμακον στέκω.

Σας εύχομαι ταπεινώς.

Γεροντάκος Ιωσήφ.

Επιστολή 19

Προς Μοναχή Βρυαίνη,

Ιερά Μονή Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, Καλογραιών Καλαμάτας.

Άγιον Όρος, τη 12/6/1959.

Ας γράψωμεν και πάλιν εις το ευλογημένο μικρό μας παιδάκι, την αγαπητή μας μικρούλα Βρυαίνη.

Είναι ήμερες όπου πήρα το γραμματάκι σου και είδον τα εν αυτώ. Ελυπήθην πολύ όπου εχάθη το γράμμα μου, διότι είχον γράψει ωραία λόγια, ωφέλιμα από κάθε άλλην φοράν και ο Κύριος γνωρίζει ότι ήμην πολύ βαριά ασθενής, αλλά βιάζομαι πάντοτε.

Τώρα μου έφεραν έναν ιατρόν από έξω. Με εγέλασαν η συνοδία, ότι θα έλθη ένας απ΄ έξω πολύ καλός ιατρός, και μόνος του θέλει να σε κοιτάξη. Επειδή εγώ εβαρύνθην απ΄ τους ιατρούς και δεν ήθελα, μου έπλασαν ψεύματα.

Ήμην πολύ πρησμένος, χωρίς να τρώγω τίποτα (δι΄ αυτό και άργησα να σου γράψω). Λοιπόν τον έφεραν απ΄ την Ιερισσό, και τέλος με έκοίταξε. Μου ειπεν ότι περιοδεύει το Άγιον Όρος -έτσι τον είπαν να ειπή- και έχει την ευχαρίστησιν να με ιδή. Λοιπόν με εξήτασεν δύο φορές καλά, παντού.. Μου είπεν ότι είσαι καρδιοπαθής, έχει το κακόν μεγαλώσει. Αν πριν δύο μήνας με εκοίταζε, θα με υπόσχετο τελείαν υγείαν, τώρα μερική. Διέταξε ενέσεις ενδοφλεβικές κάθε ημέρα, και άλλα διά το πρήξιμον και εντός μιας ώρας τους πήραν το μηχανοκίνητο -ήσαν δύο- και τους έβγαλεν έξω.

Τώρα με την βοήθειαν του Θεού είμαι καλύτερα με τες ενέσεις που έκαμαν τες είχομεν εις το σπίτι από άλλον ιατρόν. Θέλουν να με αναστήσουν και πολεμούν. Τέλος αυτά είναι τα χάλια μου. Τώρα, μόλις λίγο ανάλαβα, άρχισα να σας γράφω.

Λοιπόν, αγάπην πολλήν να έχης εις τον Χριστόν, και δεν θα αργήσης να απόλαυσης Αυτόν. Ουδέν της αγάπης ανώτερον. Αυτό να παρακαλάς να σου χαρίση ο Κύριος και η αυτού γλυκύτατη Μανούλα.

Όταν λέγης την ευχή συνεχώς και επισκίαση η Χάρις Του, τότε θερμαίνεται η ψυχή σου από θείαν αγάπη και φλογίζεται η καρδία σου, όπου μόνον το όνομά του Χριστού θέλει να μελετά συνεχώς, και αυτό να είναι η μόνη πνοή σου και η ζωή σου.

Τότε θα ιδής τι γίνεται μέσα σου· τα δάκρυα δεν κρατιώνται. «Αγάπη, αγάπη», φωνάζει, όλος αγάπη.

Δεν ημπορεί να κράτηση τα κύματα, όπου η ψυχή θέλει να εξέλθη, να πάη κοντά Του. Λοιπόν φθάνει.

Και πάλιν σε εύχομαι.

Ο παππούλης σου Ιωσήφ.

Συνεχίζεται…