Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΓέρ. Εφραίμ ΒατοπαιδινόςΓέρ. Ιωσήφ Ησυχαστής

Αίσθησις Ζωής Αθανάτου (7) – Ομιλίες για τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή

14 Οκτωβρίου 2009

p. athanasios kai gerontas iosif

Συνέχεια από (6)

Αρχιμ. Εφραίμ, Καθηγουμένου Ι. Μ. Μονής Βατοπαιδίου

Ο μακάριος Γέροντας ασκούσε όμως και τον εξομολογητικό τρόπο προσευχής ως προσωπικής συνομιλίας με τον Χριστό, την Παναγία ή τους Αγίους. Οι προσευχές του αυτές, που μερικές διασώθηκαν γραπτώς, περικλείουν μεγάλο ύψος θεογνωσίας και αυτογνωσίας. Όποιος τις διαβάσει μπορεί να καταλάβει ότι, εξέρχονται από μία συντετριμμένη καρδία που φλέγεται από τον θείο πόθο και έρωτα, και εκφράζονται από μία φωτισμένη διάνοια που έχει οικειοποιηθεί διά της αυτομεμψίας την πνευματική γνώση. Ας παραθέσουμε ένα δείγμα τέτοιας προσευχής: «Δέσποτα γλυκύτατε, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, εξαπόστειλον την Αγίαν Σου Χάριν και λύσόν με εκ των δεσμών της αμαρτίας! Φώτισόν μου το σκότος της ψυχής, όπως κατανοήσω το Σον άπειρον έλεος, και αγαπήσω και ευχαριστήσω αξίως Σε τον γλυκύτατόν μου Σωτήρα Θεόν, τον άξιον πάσης αγάπης και ευχαριστίας. Ναι, Αγαθέ ευεργέτα μου και πολυεύσπλαγχνε Κύριε, μη απώσης αφ’ ημών το Σόν πλούσιον έλεος, αλλά σπλαγχνίσθητι το Σον πλάσμα. Γιγνώσκω, Κύριε, το βάρος των εμών πλημμελημάτων, αλλ’ είδον και το Σον ανείκαστον έλεος! Θεωρώ το σκότος της αναισθήτου μου ψυχής, αλλά πιστεύω με χρηστάς ελπίδας αναμένων τον θείον Σου φωτισμόν και την απαλλαγήν των πονηρών μου κακών και ολεθρίων παθών, τη πρεσβεία της γλυκυτάτης Σου Μητρός, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας και πάντων των Αγίων. Αμήν».

Η ενάρετη ζωή αποτελούσε για τον μακάριο Γέροντα μία φυσιολογική κατάσταση. Όλες οι αρετές και τα χαρίσματα είχαν συνδεθεί αρρήκτως και υποστασιασθεί στο πρόσωπό του. Η υπέρ φύσιν αγνότητα, η θεομίμητος ταπείνωση και υπακοή, η υπέρλογη σιωπή, τα ασταμάτητα δάκρυα, το χαροποιό πένθος, η μεγάλη ανεξικακία, η απέραντη υπομονή, η ακατάπαυστη προσευχή, η άδολη και ανυπόκριτη αγάπη αποτελούσαν τους προσφιλείς κρίκους της αλυσίδας των εν Χριστώ αρετών του. Έδινε όμως ιδιαίτερη βαρύτητα στην διάκριση, για την οποία μιλούσε με πολύ θαυμασμό. Την χαρακτήριζε ως το άριστο μέσο στην συνεχή μάχη του αοράτου πολέμου και ιδιαίτερα για τους μοναχούς. «Άλας, παιδιά, άλας χρειάζεται», έλεγε, και εννοούσε την διάκριση.

Έχοντας ο ίδιος αποκτήσει την κορωνίδα των αρετών, την αγάπη, την σύστηνε και ως μέσο ασκήσεως προς αποβολή των παθών, αλλά και ως κατάληξη και καρπό κάθε ασκητικής προσπαθείας. Έλεγε: «Ουδέν άλλο δύναται τόσον να βοηθήση και κατευνάση τον θυμόν και όλα τα πάθη, όσον η αγάπη προς τον Θεόν και πάντα συνάνθρωπον. Με την αγάπην ευκόλως νικάς, παρά με τους άλλους αγώνας». «Με την αγάπην προς τον Χριστόν και την Παναγίαν περισσοτέρως αποκτάς νήψιν και θεωρίαν παρά με άλλους αγώνας. Καλά είναι και όλα τα άλλα, όταν καλώς γίνωνται, αλλ’ η αγάπη υπέρκειται όλων». «Με την αγάπην και την απλότητα, χωρίς πολλούς διαλογισμούς, γρηγορώτερα φθάνεις εις τον άνω λιμένα».

Ο Γέροντας διέκρινε την βίωση της αγάπης, ως χαρισματική αίσθηση, από την εντολή της αγάπης, την ασκητική της αγάπης. Δεν σημαίνει επειδή κάνουμε κάποια έργα φιλαδελφίας ότι φθάσαμε και στην εν Χριστώ αγάπη, «την αγάπη του Θεού, [η οποία] εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών διά Πνεύματος Αγίου». Έγραφε ότι «άλλη εστίν η εντολή της αγάπης, διά έργων αγαθών πληρουμένη προς την αλληλοφιλαδελφίαν, και άλλο η ενέργεια της θείας αγάπης. Και το μεν πρώτον άπαντες δύνανται, εάν θέλουν, να το εκπληρώσουν, το δε δεύτερον ουδαμώς, καθ’ ότι μήτε εξ έργων μας γίνεται, μήτε της ημετέρας θελήσεως είναι να γίνη, όταν θέλωμεν και όπως θέλομεν· και, επομένως, απείργει το θέλειν και το ενεργείν μας και απομένει εις ημάς η προαιρετική πρόθεσις και η έμπονος ζήτησις παρ’ Αυτού του Κυρίου μας, επειδή και εις μόνην αυτού την διάγνωσιν έγκειται να μας δώση ή να λάβη το διδόμενον παρ’ Αυτού εξ ημών».

Ο μακάριος Γέροντας πάντοτε πρότασσε την πίστη έναντι της λογικής. Χαρακτηριστική είναι η απόλυτη εμπιστοσύνη που είχε στην πρόνοια του Θεού, ακόμη και για τα πιο μικρά και ασήμαντα πράγματα. Συνεχώς τόνιζε «πού είναι ο Θεός»; «Πάντοτε βοηθεί ο Θεός, πάντα προφθάνει, αλλά θέλει υπομονήν». Την υπομονή στις θλίψεις την αξιολογούσε ως βασική προϋπόθεση ελεύσεως της Χάριτος. Έλεγε: «στο τέλος της εξαντλητικής υπομονής εμφανίζεται αισθητά η Χάρις». Δεν έδινε σημασία ούτε στα ευχάριστα ούτε στα λυπηρά αυτής της ζωής ως καθαυτά αληθινά γεγονότα· έβλεπε τα πάντα υπό το πρίσμα της αιωνιότητας. Θα μπορούσε να ομολογήσει και αυτός μαζί με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, «μήτε το λυπούν, μήτε το ευφραίνον νομίζειν αλήθειαν· ζην δε αλλαχού, κακείσε οράν, και μόνον μεν λυπηρόν ειδέναι κακίαν, μόνον δε ηδύ την αρετήν και την προς Θεόν οικείωσιν».

Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής είχε γίνει διά του εμπειρικού και υπερφυσικού βιώματός του ο τέλειος καθηγητής της επιστήμης των επιστημών και της τέχνης των τεχνών, δηλαδή της μοναχικής βιοτής και ασκήσεως. Η ποιμαντική του μέριμνα είχε Χριστοκεντρικό χαρακτήρα. Η διδασκαλία του επικεντρωνόταν στο να κατανοήσει ο ακροατής του (κυρίως ο μοναχός) «τι το πλάτος και μήκος και βάθος και ύψος» της εν Χριστώ ζωής και να επιθυμήσει την τελειότητα της εν Αγίω Πνεύματι ζωής. Αλλά και όλη η προσπάθεια, ο έμπονος διά προσευχής αγώνας του, αποσκοπούσε να μυσταγωγήσει και να μεταγγίσει στον ακροατή του την όντως ζωή.

Η φήμη του μακαρίου Γέροντος ως εμπείρου και πρακτικού πνευματικού καθοδηγητού έκανε πολλούς Αγιορείτες μοναχούς και λαϊκούς να τον επισκέπτονται και να του ζητούν σχετικές συμβουλές. Έγραφε δε για την προσφορά του αυτήν: «Έρχονται από διαφόρους Μονάς και Σκήτας του Όρους, και Θεία Χάριτι, λέγομεν τα χορηγούμενα παρά του Κυρίου». «Εφέτος ήλθαν από την Γερμανίαν μόνον και μόνον να μάθουν διά την νοεράν προσευχήν· από την Αμερικήν μου γράφουν με τόσην προθυμίαν».

Ο Γέροντας Ιωσήφ έζησε σε μια περίοδο παρακμής του αγιορειτικού και γενικότερα του ορθόδοξου μοναχισμού. Σημαντικά γεγονότα διαδραματίσθηκαν τον 19ο αιώνα με σκοπό την Δυτικοποίηση της Ελλάδος και την εκφράγκευση της Ορθοδοξίας. Οι προτεσταντικές επιδράσεις που υπέστη η Εκκλησία μας κατά τον 19ο αιώνα έφεραν ολέθριες συνέπειες και αλλοιώσεις στον μοναχισμό. Ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833), φορέας του ευρωπαϊκού θεϊστικού Διαφωτισμού, το 1831 κυκλοφορεί τον «Ιερατικό Συνέκδημο», στον οποίο συνοψίζει την εκκλησιαστική ιδεολογία του. Προβάλλει τον μοναχισμό ως προερχόμενο από κύκλους εγκρατητικούς, δηλαδή αιρετικούς. Συνδέει την αντιμοναστική προπαγάνδα με την σωτηρία της Ελλάδος.

Συνεχίζεται…