Θεολογία και Ζωή

Ήταν κάποτε παιδιά-Ο Γέρων Χατζηγιώργης

16 Δεκεμβρίου 2009

VatopaidiFriend: Στο πρώτο βιβλίο της νέας παιδικής σειράς «Ήταν κάποτε παιδιά», των εκδόσεων «Άθως», η βραβευμένη συγγραφέας Άννα Ιακώβου, μας ταξιδεύει στην καρδιά της Καππαδοκίας, στην Κερμίρα, τόπο καταγωγής του μικρού Γαβριήλ, (του μετέπειτα ονομαστού Γέροντα Χατζηγιώργη του Αθωνίτη που έγινε γνωστός από το γνωστό βιβλίο που έγραψε γι’ αυτόν ο Γέροντας Παΐσιος).

Ένα μικρό απόσπασμα αφιερώνουμε,  στους μικρούς μας φίλους, από τη παιδική ζωή του.

…… Γαβριήλ, παιδί μου, πήγαινε στην εκκλησία και παρακάλεσε την Παναγία να σε βοηθήσει να μάθεις γράμματα. Και μη στεναχωριέσαι, γιαβρίμ. Εσύ είσαι τόσο καλό παιδί, έξυπνο, πρόθυμο, εργατικό. Όλες ετούτες τις χάρες ο Θεός σου τις έδωσε. Παρακάλεσε τώρα να σε κάμει να μάθεις και γράμματα που τόσο λαχταράς.

Ο Γαβριήλ κούνησε το κεφάλι του μέσα στην αγκαλιά της και δίχως να μιλήσει πήγε και κλείστηκε στην κάμαρα του.

Στις τρεις επόμενες μέρες ο Γαβριήλ βγήκε για πολύ λίγο απ’ το δωμάτιο του. Νήστεψε αυστηρά τούτες τις μέρες κι έκανε συνεχώς μετάνοιες. Σαν το ’χε αποφασίσει να πάει στην Παναγιά, τη χάρη ετούτη τη μεγάλη να της ζητήσει, πίστευε πως έπρεπε κάτι να κάνει κι αυτός, μια μικρή θυσία, έναν κόπο, να χύσει έναν κόμπο ιδρώτα. Ντροπή θα ήταν να πάει μ’ άδεια χέρια στην Παναγιά, μονάχα για να γυρέψει.

Σαν νύχτωσε για τα καλά η τρίτη μέρα, ο Γαβριήλ βγήκε από το σπίτι, για να πάει στην εκκλησιά. Διάλεξε αυτή την ώρα να πάει να προσευχηθεί, για να μην τον δει κανείς, για να μη δει κανέναν.

Μόλις έφτασε έξω από το ναό. βρήκε, όπως ήταν φυσικό, την πόρτα του σφαλιστή, μα ετούτο καθόλου δεν τον ένοιαζε. Γονάτισε μπρος της και με ευλάβεια και δάκρυα που χύνονταν απ’ τα μάτια του ποτάμι προσκύνησε.

 – Δώσε μου, Βασίλισσα του Ουρανού, να μάθω γράμματα, παρακάλεσε ψιθυριστά με όλη του την καρδιά. Και πήγε να ψελλίσει για δεύτερη φορά τούτα τα λόγια, μα δεν πρόλαβε, γιατί είδε ν’ ανοίγει μπρος του η πόρτα της εκκλησιάς. Σάστισε ο Γαβριήλ κι αργά σηκώθηκε από καταγής, έχοντας καρφωμένα τα μάτια του σ’ εκείνη τη σκιά που ερχότανε απ’ το βάθος του ναού προς το μέρος του. Θαμπά ξεχώρισε στην αρχή μια μοναχή μα, όταν ήρθε κοντά κι άπλωσε το χέρι της να πιάσει το δικό του, γνώρισε την Παναγιά του τέμπλου να του χαμογελάει.

Δίχως να φοβηθεί σταλιά ο Γαβριήλ, και νιώθοντας τη ζεστασιά της παλάμης της στο χέρι του, την ακολούθησε μέσα στην εκκλησιά.

Ήρθανε οι δυο τους και στάθηκαν μπρος στη μεγάλη εικόνα του Χριστού στο τέμπλο.

– Γιε μου, δώσε στο μικρό Γαβριήλ να μάθει γράμματα, είπε η Παναγιά, κοιτάζοντας την εικόνα, και ύστερα γύρισε, ευλόγησε το παιδί με το χέρι Της κι έσκυψε και το φίλησε στο κεφάλι..

– Τώρα έμαθες γράμματα, του είπε χαμογελώντας.

Με τούτα τα λόγια έφυγε από δίπλα του και μπήκε στη βόρεια πύλη του Ιερού.

Ο Γαβριήλ στάθηκε να την καρτεράει ακούνητος στην ίδια θέση που τον άφησε. Πόση ώρα πέρασε δεν κατάλαβε μα, όταν είδε πως αργούσε να φανεί, πήγε δειλά να Την ψάξει. Η Παναγιά όμως ήτανε άφαντη. Γύρισε όλη την εκκλησιά γυρεύοντας Την, μα πουθενά δεν την είδε,

Απ’ τα παράθυρα τα στενά της εκκλησιάς άρχισε να μπαίνει δειλά το πρώτο φως της μέρας. Μαζί του κατέφθασε κι ο νεωκόρος, ο γερο-Προκόπης, για ν’ ανοίξει το ναό και να σημάνει  την καμπάνα.

Βλέπει τότε έκπληκτος ορθά­νοιχτες τις πόρτες και το παιδί μονάχο του να γυροφέρνει μέσα.

– Πώς βρέθηκες εδώ του είπε. Ποιος σ’ άνοιξε τις πόρτες; Μα καλά. εσύ δεν είσαι ο Γα­βριήλ του Ιορδάνη που ψάχναμε να βρούμε;

– Ναι, εγώ είμαι, είπε το παιδί.

– Και, πώς μπήκες μέσα στην εκκλησιά;

– Η Παναγιά ήρθε και μ’ άνοιξε, του είπε ο Γαβριήλ.

– Η Παναγιά; ψέλλισε έκπληκτος εκείνος.

– Η Παναγιά που στέκει εκεί, στο τέμπλο.

– Μα πώς γίνηκε αυτό; είπε ο γέροντας χαμένος. Και δε σου είπε τίποτε; Δεν της είπες τίποτε; Ρώτησε, πιστεύοντας απ’ την αρχή ως το τέλος τα λόγια του παιδιού.

– Της είπα να με βοηθήσει να μάθω γράμματα που δεν μπορώ τέσσερα χρόνια τώρα στο σχολειό μήτε τ’ όνομά μου να διαβάσω.

– Κι εκείνη; ρώτησε γεμάτος αγωνία ο νεωκόρος.

– Μου είπε πως τώρα έμαθα γράμματα, απάντησε με σιγουριά το παιδί.

Ο γερο-Προκόπης σκούπισε σαστισμένος με την άκρη του μανικιού το ιδρωμένο του μέτωπο κι αφού στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα συλλογισμένος όρμησε στο αναλόγιο του δεξιού ψάλτη κι αρπάζοντας ένα βιβλίο γύρισε τρέχοντας πίσω στο παιδί και του το ’βαλε στα χέρια.

– Διάβασε, το πρόσταξε. Διάβασε να ιδώ αν μπορείς να διαβάζεις.

Το παιδί άνοιξε θαρρετά το βιβλίο κι άρχισε αργά στην αρχή, σχεδόν μουρμουριστά, να διαβάζει….

– «Ρητορεύουσα, ου σθένει γλώσσα. Δέσποινα, υμνολογήσαί σε υπέρ γαρ τα Σεραφείμ, υψώθης κυήσασα, τον Βασιλέα Χριστόν ον ικέτευε, πάσης νυν βλάβης ρύσασθαι, τους πιστώς σε προσκυνούντας.»

Ο Γαβριήλ σήκωσε αργά τα μάτια από το βιβλίο και χαμογέλασε σαν να μην πίστευε ετούτο που γίνηκε. Ο γερο-Προκόπης όμως χίμηξε αλαφιασμένος και του άρπαξε το βιβλίο από τα χέρια, κι αφού πρώτα το έκλεισε με δύναμη, το άνοιξε πάλι, ορίζοντας εκείνος ετούτη τη φορά που το παιδί θα του διαβάσει.

– Διάβασε, το πρόσταξε τρέμοντας.

– «Του Γαβριήλ φθεγξαμένου σοι, Παρθένε, το χαίρε….»

Ο νεωκόρος άρχισε να κάνει το σταυρό του. Έκλαιγε και γελούσε μαζί κι όταν τελείωσε το παιδί τούτο που διάβαζε έτρεξε σαν τρελός έξω από την εκκλησιά, έπιασε το σκοινί της καμπάνας και άρχισε να τη χτυπά χαρμόσυνα, πότε πετώντας στον αέρα. πότε πατώντας στη γη, και δε σταμάτησε σταλιά, μέχρι που μαζεύτηκε όλη η Κερμίρα στης εκκλησιάς τα σκαλοπάτια…

 (Άννα Ιακώβου, «Ήταν κάποτε παιδιά, Ο Γέρων Χατζηγιώργης ο Αθωνίτης».  Άθως-παιδικά. Εκδ. Σταμούλη 2007)