Θεολογία και Ζωή

Η πρώτη γέννηση του Χριστού

24 Δεκεμβρίου 2009

Η θεία αποκάλυψη, όπως μας την παραδίδει η αγία Γραφή και μας την ερμηνεύουν οι άγιοι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, δεν μιλά μόνο για μία γέννηση του Χριστού, αλλά για τρεις γεννήσεις.

  • Για την άχρονη και αΐδια γέννησή του από τον Πατέρα,
  • για την εν χρόνω ενανθρώπησή του από την παρθένο Μαρία,
  • και για την εν Πνεύματι αγίω γέννησή του στη ζωή των αναγεννημένων πιστών.

Κάθε γέννηση αποτελεί και μία σπουδαία δογματική αλήθεια, που δημιουργεί ανάλογες ηθικές υποχρεώσεις σ’ αυτόν που θα την εγκολπωθεί. Έτσι ο πιστός μελετώντας τις τρεις γεννήσεις του Χριστού αφ’ ενός γνωρίζει καλύτερα το πρόσωπο του Κυρίου και αφ’ έτερου μαθαίνει ακριβέστερα το θέλημά του, ώστε να το εφαρμόσει για τη σωτηρία του.

Η ΠΡΩΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ

Εν αρχή ην ο Λόγος

1. Το μυστήριο της αγίας Τριάδος

Η πρώτη γέννηση του Χριστού είναι η άχρονη και αΐδια γέννησή του από το Πατέρα. Στην αγία Γραφή ο Χριστός ονομάζεται Υιός Θεού. Για να είναι Υιός, σημαίνει ότι γεννήθηκε και ότι έχει Πατέρα. Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά στο μυστήριο της τριαδικότητας του Θεού· Πατήρ, Υιός και άγιο Πνεύμα τρία πρόσωπα, αλλά ένας Θεός. Πώς συμβαίνει αυτό, είναι αδύνατο να το εννοήσει ανθρώπινος νους, αλλά ούτε υπάρχει και παράλληλο παράδειγμα στη φύση. Οι πατέρες της Εκκλησίας μας, για να μας βοηθήσουν να πλησιάσουμε το μυστήριο, χρησιμοποιούν τα παραδείγματα του ήλιου και του νου. Όπως ο ήλιος γεννά το φώς και εκπορεύει τη θερμότητα, αλλά δεν παύει να αποτελεί ένα σώμα· όπως ο νους γεννά το λόγο και εκπορεύει τη σκέψη, αλλά δεν παύουν να είναι και τα τρία αξεχώριστα· έτσι ο Πατήρ γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Πνεύμα το άγιο, αλλά δεν παύουν ούτε στιγμή τα τρία πρόσωπα ν’αποτελούν μία ουσία και μία φύση.

Εν τούτοις, κι αν δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πώς ο Θεός δεν είναι μόνος, μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε γιατί ο Θεός δεν είναι μόνος. Η κοινή λογική βεβαιώνει ότι κανείς δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος, έστω και αν βρίσκεται στο ωραιότερο μέρος, και με τις ιδανικότερες συνθήκες, όταν του λείπει η συντροφιά. Είναι δυνατόν, λοιπόν, να φαντασθούμε ποτέ το μακάριο και τέλειο ον που λέγεται Θεός, να είναι μόνο; Αυτός που είναι η ίδια η αγάπη να απολαμβάνει μόνος στους άπειρους αιώνες όλα όσα η πανσοφία και η παντοδυναμία του προσφέρει; Τουλάχιστον από αύτη την άποψη το δόγμα της αγίας Τριάδος ικανοποιεί πλήρως το λογικό μας. Κι αν δεν μπορούμε να καταλάβουμε το πώς, μπορούμε όμως να το παραδεχθούμε· «η μονάς εν τριάδι και η τριάς εν μονάδι», κατά την έκφραση αρχαίου διδασκάλου.

2. Γεννηθέντα, ου ποιηθέντα.

Στο ψαλμό 109 ο Θεός μιλά στο Δαυίδ γι’ αυτή τη πρώτη και άχρονη γέννηση του Χριστού· «Εκ γαστρός προ εωσφόρου εγέννησά σε», λέει. Πριν από τα άστρα και πριν από το χρόνο ο Πατέρας γέννησε το Χριστό από τη γαστέρα του, ή όπως διαβάζουμε στο κατά Ιωάννη ευαγγέλιο, εκ του κόλπου του. Και ασφαλώς ο Θεός δεν έχει γαστέρα ούτε κόλπο, αλλά χρησιμοποιεί αυτές τις ανθρώπινες εικόνες, για να μας αποκαλύψει μία υπερφυσική αλήθεια- ότι ο Υιός είναι ομοούσιος με το Πατέρα, έχει την ίδια ουσία μ’ αυτόν ως γνήσιο γέννημά του. Το «εκ γαστρός» σημαίνει ότι τον γέννησε από τη φύση του, από τα ίδια του τα σπλάχνα, από την ουσία του, από το μυαλό της θεότητάς του, ερμηνεύει αρχαίος πατέρας. Όπως αυτό που γεννιέται από φυτό, είναι φυτό, από ζώο είναι ζώο, από άνθρωπο είναι άνθρωπος, έτσι και αυτός που γεννήθηκε από το Θεό, είναι Θεός· «είναι φως εκ φωτός, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού», όπως διακηρύττει το Σύμβολο της πίστεως, «γεννηθείς, ου ποιηθείς προ πάντων των αιώνων».

Γεννήθηκε ο Χριστός, δεν δημιουργήθηκε. Είναι Υιός, και μάλιστα μονογενής και πρωτότοκος, πρώτος και μοναδικός. Ας το ακούσουν αυτό oι αιρετικοί, ιδιαίτερα οι μάρτυρες του Ιεχωβά, που ισχυρίζονται ότι ο Χριστός είναι το πρώτο κτίσμα του Θεού. Ο χαρακτηρισμός δεν είναι πρωτόκτιστος, αλλά πρωτότοκος, κι αυτό διαφέρει, όσο διαφέρει το κτίζω από το τίκτω, το δημιουργώ από το γεννώ· διαφέρει, όπως διαφέρει το δημιούργημα ενός επιπλοποιού, το έπιπλο, από το παιδί του επιπλοποιού. Μέσα στην αγία Γραφή δεν συναντάμε ούτε μία φορά το ρήμα κτίζω ή ποιώ για το Χριστό, άλλα μόνο το ρήμα τίκτω ή γεννώ.

Ο Χριστός είναι ο μόνος στον οποίο κυριολεκτείται, πράγματι, η ονομασία Υιός του Θεού. «Πριν Αβραάμ γενέ­σθαι, εγώ ειμί» (Ιω 5,58), διακηρύττει ο ίδιος. Ο Αβραάμ έγινε, δημιουργήθηκε· αυτός, όμως, είναι, υπάρχει αιωνίως και ακτίστως. Βέβαια, όλοι οι άνθρωποι είναι παιδιά του Θεού από τη δημιουργία τους, διότι τους έπλασε ο Θεός. Ακόμη περισσότερο, οι άνθρωποι του Θεού είναι παιδιά του Θεού και ονομάζονται, μάλιστα, υιοί Θεού. Ιδιαίτερα στην εποχή της Κ. Διαθήκης, αφ’ ότου ήλθε η χάρις, η υιοθεσία των πιστών από το Θεό Πατέρα προβάλλεται σαν σύνοψη όλων των ευεργεσιών, που προκύπτουν από το λυτρωτικό έργο του Κυρίου. Αλλά εμείς έχουμε απλώς την υιοθεσία, ο Χριστός έχει την υιότητα. Εμείς είμαστε οι θετοί υιοί, ο Ιησούς είναι ο γνήσιος και μονογενής Υιός, που έχει τα χαρακτηριστικά του Πατέρα του, που του μοιάζει απόλυτα, έχει την ίδια ουσία. Είναι κι αυτός Θεός.

3. Άχρονη και αΐδια γέννηση

Η πρώτη, λοιπόν, γέννηση του Χριστού συνέβη αχρόνως, πριν γίνει ο κόσμος, και προαιωνίως, χωρίς αρχή. Δεν υπήρξε εποχή που να μην υπήρχε ο Υιός, όπως δεν υπήρξε εποχή που να μην υπήρχε Θεός Πατέρας. Βέβαια, σύμφωνα με τα ανθρώπινα δεδομένα το παιδί δεν έχει την ίδια ηλικία με το γεννήτορα, αφού γεννιέται αργότερα. Αλλά για τον Θεό δεν ισχύουν οι πεπερασμένοι νόμοι μας. Όπως δεν υπάρχει περίπτωση να έχουμε ήλιο χωρίς φώς και χωρίς ζεστασιά, έτσι «άμα Πατήρ, άμα Υιός, άμα Πνεύμα άγιο»· αυτή είναι η διδασκαλία της αγίας Γραφής. «Εν αρχή ην ο Λόγος», αποκαλύπτει ο Ιωάννης, «και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος» (Ιω 1,1). Άναρχος ο Λόγος Χριστός, συνάναρχος και ομοούσιος με το Θεό Πατέρα· συνομήλικος και ισοδύναμος. Και όταν ο Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή του περιγράφει τον Μελχισεδέκ ως τύπο του Χριστού, γράφει ότι ο Χριστός είναι «απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος, μήτε αρχήν ήμερων μήτε ζωής τέλος έχων» (Εβ. 7,3).

Αχρονολόγητος και αγενεαλόγητος ο Υιός του Θεού, αφού η γέννησή του βρίσκεται έκτος χρόνου και τόπου. Ο «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβ. 13,8), λέει άλλου ο απόστολος. Ολοκάθαρα λοιπόν διακηρύσσεται στη Γραφή ότι ο Υιός δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, όπως και ο Πατέρας, είναι αΐδιος. Είναι «ο πρώτος και ο έσχατος, η αρχή και το τέλος, το Α και το Ω, ο ων και ο ην και ο ερχόμενος» (Απ 22,13· 1,8).

Η πρώτη, λοιπόν, γέννηση του Χριστού δεν είναι μόνο άχρονη και αιώνια, είναι και αΐδια. Η λέξη αιώνιος χαρακτηρίζει αυτόν που δεν έχει τέλος, άλλα έχει αρχή· αιώνιοι είναι οι άγγελοι και οι άνθρωποι. Η λέξη αΐδιος χαρακτηρίζει αυτόν που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος· αΐδιος είναι μόνο ο Θεός. Για την αΐδιο γέννηση του Χριστού μαρτυρεί μία καταπληκτική περικοπή στο θεόπνευστο βιβλίο των Παροιμιών, με την οποία ασχολήθηκε και η Α’ Οικουμενική σύνοδος. Στη περικοπή αύτη η ενυπόστατη Σοφία, ο Θεός Λόγος, αποκαλύπτει ότι δεν γεννήθηκε κάποτε, έστω στην αρχή, αλλά γεννιέται συνεχώς από το Πατέρα. «Ο Κύριος με είχε στις ενέργειες του δημιουργό των έργων του. Με είχε θεμέλιο πριν από το χρόνο, στην αρχή, πριν κάνει τη γη και πριν κάνει τις αβύσσους, πριν αναβλύσουν οι πηγές των υδάτων, πριν θεμελιωθούν τα βουνά, και με γεννά πριν απ’ όλα τα ψηλώματα. Ο Κύριος έκανε τη γη που είναι κάτω από τον ουρανό, τα χωράφια, τις ερήμους και όλη την οικουμένη. Όταν ετοίμαζε τον ουρανό, ήμουν μαζί του και όταν ξεχώριζε το χρόνο του πάνω στους ανέμους. Όταν σταθεροποιούσε τα σύννεφα επάνω και ασφάλιζε τις πηγές της γης κάτω και στέριωνε τα θεμέλια της γης, ήμουν μαζί του και συναρμολογούσα. Μ’ εμένα χαιρόταν και εγώ ευφραινόμουν κάθε μέρα, σε κάθε ώρα στη συντροφιά του· ευφραινόμουν στη συντροφιά του, όταν ευφραινόταν που τελείωσε την οικουμένη και όταν ευφραινόταν για τους ανθρώπους» (Πρμ 8,22-31). Αυτό είναι ακόμη ένα σημείο, για το οποίο δεν βρίσκουμε παράλληλο στις ανθρώπινες συγγένειες, όπου το παιδί γεννιέται άπαξ και συν τω χρόνω ξεκόβεται όχι μόνο από το πατέρα, αλλά και από την οικογένειά του. Η γέννηση του προαιώνιου Λόγου είναι αΐδια, συμβαίνει πάντοτε, και γι’ αυτό ο σωστότερος χρόνος για να την περιγράψουμε, είναι ο ενεστώτας.

Στο ψαλμό 2, επίσης, ο Κύριος λέει· «Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε». Μέσα στην έκφραση «σήμερον γεγέννηκά σε» περιλαμβάνεται και το παρόν και το παρελθόν, και τονίζεται αφ’ ενός με τον παρακείμενο η προαιώνια γέννησή του και αφ’ ετέρου με το «σήμερον» η αΐ­δια γέννησή του σε κάθε παρούσα στιγμή του χρόνου. Το σήμερον, που τόσο μπερδεύει τους ερμηνευτές, σημαίνει απλώς την απειρία των αιώνων, μέσα στην οποία ο Υιός γεννιέται αϊδίως και ακαταπαύστως από το Πατέρα. Αν κάποια στιγμή ο Υιός έπαυε να γεννιέται, τότε και ο Πατέρας θα έπαυε να ήταν γεννήτορας και Πατέρας· άλλ’ αυτό είναι άτοπο για τη θεία φύση και απαράδεκτο για το αναλλοίωτο του Θεού.

Θα μπορούσαμε ασφαλώς να θεολογήσουμε περισσότερο γύρω από την άχρονη και αΐδια γέννηση του Χριστού, αλλά δεν είναι μάλλον σκόπιμο να επιμείνουμε σε ένα θέμα που δεν κατανοείται από τον ανθρώπινο νου. «Ου φέρει το μυστήριον έρευναν»· μόνο με τη πίστη μπορεί κανείς να πλησιάσει αυτά τα μεγάλα και υψηλά θέματα της θεογνωσίας. Όπως δεν μπορούμε να πιάσουμε το ηλεκτρισμένο σώμα χωρίς μονωτικό, ούτε τα αναμμένα κάρβουνα χωρίς λαβίδα, έτσι δεν μπορούμε ν’ αγγίξουμε τα μυστήρια του Θεού με γυμνή τη σκέψη· χρειάζεται η πίστη στη θεία αποκάλυψη. Η γέννηση του Χριστού ως Θεού είναι γέννηση που έγινε αρρήτως, δεν λέγεται, δεν εξηγείται. «Παραπληκτήσωμεν γαρ εις τα του Θεού μυστήρια ερευνώντες», λέει ο θεολόγος Γρηγόριος. Η μόνη ασφαλής διέξοδος, όπως τονίζουν οι πατέρες και τελευταία ο άγιος Κοσμάς, είναι να πλησιάζουμε το μυστήριο της Τριάδος με τη φώτιση του αγίου Πνεύματος, με το θείο λόγο και με μυστηριακή ζωή.

(Στέργιου Ν. Σάκκου, Καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ο Θεός στη γη μας, Θεσ/κη 2005, σ. 107-113).