Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός

Το μυστήριο του μεγαλείου

3 Ιανουαρίου 2010

Το μυστήριο του μεγαλείου

ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ

της Ελένης Μάγκου, διδάκτορος Χημείας Παν/μίου Πατρών, προϊσταμένης Τμήματος Χημικών και Φυσικών Ερευνών του Έθνικου Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών

Ένα υψηλό τεχνολογικό επίτευγμα της Αρχαίας Ελλάδας εξακολουθεί, παρά τις πολυετείς επιστημονικές προσπάθειες, να μην έχει αποκαλύψει όλα τα μυστικά του. Ο μηχανισμός των Αντικυθήρων κρύβει μέσα του ακόμη πολλή αρχαία γνώση αστρονομίας, μηχανικής, μαθηματικών και τεχνικών κατασκευής, γεγονός πού αυξάνει την αξία του.

Σύμιοι σφουγγαράδες με το καΐκι τους στην θέση του ναυαγίου στα Αντικύθηρα. 1903

Ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων είναι το σημαντικότερο εύρημα υψηλής τεχνολογικής ανάπτυξης της αρχαιότητας. Είναι ό παλαιότερος μηχανισμός στον κόσμο που φέρει οδοντωτούς τροχούς (γρανάζια) και μετρητικούς κύκλους που σχετίζονται με ηλιακό, σεληνιακό και ζωδιακό κύκλο. Σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα αρχαιολογικά και βιβλιογραφικά δεδομένα, ανασύρθηκε από την θάλασσα το 1901 και είναι το σημαντικότερο από τα ευρήματα των ανελκύσεων του ναυαγίου πού εντοπίσθηκε το 1900 από σφουγγαράδες στο μικρό νησί των Αντικυθήρων.

Αποτελείται από θραύσματα και είναι πιθανόν ελλιπής, αφού καινούργια θραύσματα του αναγνωρίζονται σταδιακά ακόμη και πρόσφατα ανάμεσα στα αδημοσίευτα ευρήματα του ναυαγίου πού φυλάσσονται στην Χαλκοθήκη του Εθνικού Άρχαιολογικού Μουσείου μαζί με αδημοσίευτα ευρήματα που προήλθαν από μεταγενέστερες καταδύσεις του Κουστώ (1978) στην θέση του ναυαγίου. Ο μηχανισμός σήμερα αποτελείται:

  1.  Από τρία κύρια θραύσματα (Α, Β, C), τα όποια εκτίθενται στην Συλλογή Χαλκών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα του.
  2.  Από τρία άλλα θραύσματα (D, Ε, F), τα όποια συμπληρώνουν τον μηχανισμό. Απ’ αυτά, τα Ε και F αναγνωρίσθηκαν ως τμήματα του μηχανισμού πολύ μεταγενέστερα από την αρχική ανέλκυση του. Το μεν θραύσμα Ε αναγνωρίσθηκε από τον αρχαιολόγο Καλλιγά γύρω στο 1988, το δε θραύσμα F από την αρχαιολόγο Ζαφειροπούλου το 2005, έπειτα από ακτινογράφηση τους με ακτίνες Χ στο Ακτινογραφικό Εργαστήριο του Εθνικού Μουσείου (Μάγκου).
  3. Από έναν μεγάλο αριθμό θραυσμάτων με επιγραφές, μεταξύ των οποίων το θραύσμα G της πλάκας της μπροστινής πόρτας πού είναι και το μεγαλύτερο άπ’ αυτά.
  4. Από υπόλοιπα της ξύλινης θήκης στην οποία βρέθηκε αρχικά ο μηχανισμός και τέτοια υπόλοιπα σώζονται σήμερα στα θραύσματα Α και F.

Τα θραύσματα Α, Β, Q D, Ε, F του μηχανισμού των Αντικυθήρων και οι αντίστοιχες ακτινογραφίες του στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (φωτ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).

Ο μηχανισμός από την ανεύρεση του το 1901 μελετήθηκε από διάφορους ερευνητές. Η δομή και η λειτουργικότητα του δεν έχουν πλήρως διευκρινισθεί και, παρά την πλούσια βιβλιογραφία με πιθανές ερμηνείες που έχουν κατά καιρούς καταγραφεί, ο μηχανισμός εξακολουθεί να παραμένει ένα μυστήριο της αρχαίας τεχνολογίας και να προκαλεί επιστημονικές διαφωνίες. Ό,τι είναι γνωστό μέχρι σήμερα έχει στηριχθεί έξ ολοκλήρου στον Price (1974) και στις διαφωνίες των Bromley (1986, 1990a, 1990b, 1990c, 1993), Wright and Bromley (2001), Edmunds and Morgan (2000), Freeth (2002a, 2002b) και Wright (2002a, 2002b, 2003a, 2003b, 2004, 2005).

Έρευνα του μηχανισμού την περίοδο 1902-1970

Οι πρώτες μελέτες που έφεραν τον μηχανισμό στο φως της δημοσιότητας προέρχονται κυρίως από Έλληνες επιστήμονες και αναφέρονται στα θραύσματα Α, Β, C, D και σε επιγραφές όπως την G και πολλές άλλες μικρότερες, καθώς και στα συνευρήματά του. ΟΙ μελέτες των πρώτων αυτών ερευνητών (Σβορώνος, Ρεδιάδης, Στάης, Ράδος, Ρέμ και Θεοφανίδης) είναι κυρίως περιγραφικές και στηρίζονται:

1) Στην μακροσκοπική και μικροσκοπική παρατή ρηση των θραυσμάτων του μηχανισμού.

2) Στην απλή φωτογράφηση και στην φωτογράφηση με πλάγιο φωτισμό κυρίως των θραυσμάτων με τις επιγραφές για καλύτερη δυνατότητα ανάγνωσης των επιγραφών.

Στις πρώτες αυτές μελέτες καταγράφηκαν τα ορατά γρανάζια και οι μετρητικοί κύκλοι του μηχανισμού και δόθηκε στον μηχανισμό ο χαρακτηρισμός του αστρολάβου ή κάποιου οργάνου ναυσιπλοίας.

Αργότερα, στην δεκαετία του ’50, ασχολήθηκε με τον μηχανισμό ο Αμερικανός ερευνητής Derek De Solla Price (1955, 1959a, 1959b), ο όποιος τον χαρακτήρισε ένα αρχαίο ελληνικό κομπιούτερ με ωρολογιακό μηχανισμό λόγω των γραναζιών πού διέκρινε στον μηχανισμό με την παρατήρηση και την φωτογράφηση.

Τρισδιάστατη αξονική τομογραφία του θραύσματος Α του μηχανισμού και η ακτινογραφία του στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Έρευνα του μηχανισμού την περίοδο 1970-1974

Την περίοδο αυτή, ο Price συνέχισε δυναμικότερα την έρευνα του μηχανισμού και απέκλεισε για τον μηχανισμό τον αρχικό χαρακτηρισμό του ως αστρολάβου, και έδωσε στον μηχανισμό τον χαρακτηρισμό «ωρολογιακός ημερολογιακός μηχανισμός με διαφορικό γρανάζι». Ή πρώτη ολοκληρωμένη μελέτη του μηχανισμού από τον Price ήρθε με την δημοσίευση της μονογραφίας του Gears from the Greeks (1974). Κατασκεύασε μοντέλο του μηχανισμού με το όποιο αναπαρήγαγε την πιθανή λειτουργία του. Σήμερα το μοντέλο αυτό εκτίθεται μαζί με τα τρία κύρια θραύσματα του μηχανισμού στην Συλλογή Χαλκών του Έθνικου Αρχαιολογικού Μουσείου. Ή μονογραφία είναι τεκμηριωμένη και αποτέλεσε βάση για τις μεταγενέστερες έρευνες. Ή μελέτη του Price (1974) στηρίχθηκε στις τεχνικές εξέτασης πού διέθετε ή τεχνολογία της εποχής εκείνης, όπως:

1) Στην συμβατική ακτινογράφηση του μηχανισμου με άκτίνες-γ και άκτίνες-Χ άπό τον φυσικό επιστήμονα Καράκαλο του Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών «Δημόκριτος». Ή ακτινογράφηση αποκάλυψε το θαύμα της πολυπλοκότητας και της υψηλής τεχνολογίας πού έκρυβε ό μηχανισμός, άφου κατέγραψε σε επίπεδο ακτινογραφικό φίλμ σύστημα από 30 οδοντωτούς τροχούς, μεταξύ των οποίων ένα επικύκλιο διαφορικό σύστημα οδοντωτού τροχού. Η ακτινογράφηση αυτή αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην ιστορία της μελέτης του μηχανισμού και κέντρισε το ενδιαφέρον της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας. Η αποκάλυψη των 30 γραναζιών στο εσωτερικό του μηχανισμού ήταν σημαντική, άλλά ή δισδιάστατη αποτύπωση τους στο ακτινογραφικό φίλμ δεν επέτρεψε στον Price να αποδώσει την σωστή θέση και διάταξη των γραναζιών στον χώρο, γεγονός πού τον δυσκόλεψε στην ερμηνεία της λειτουργίας τους και τον οδήγησε στην ανάγκη προσθήκης διατάξεων γραναζιών και εξαρτημάτων για να μπορέσουν να λειτουργήσουν τα θραύσματα του μηχανισμού ώς ενιαίος μηχανισμός. Ή αξιοθαύμαστη έρευνα του Price, βασισμένη στις εξαιρετικές ακτινογραφίες με ακτίνες-Χ του Καράκαλου, χαρακτήρισε τον μηχανισμό ένα αστρονομικό ημερολόγιο πού έδειχνε την θέση του Ηλίου και της Σελήνης, μπορούσε να υπολογίζει τις κινήσεις και των άλλων γνωστών τότε πλανητών (του Ερμή, της Αφροδίτης, του Κρόνου, του Δία και του Άρη) και να υπολογίζει ορισμένους αστρονομικούς κύκλους, όπως τον αστρικό κύκλο της Σελήνης, χρησιμοποιώντας τον λόγο του Μέτωνα (19 χρόνια=254 αστρικοί μήνες) και άπό αυτόν με ένα διαφορικό γρανάζι υπολόγιζε τις φάσεις της Σελήνης (συνοδικός μήνας = το διάστημα πού μεσολαβεί ώστε ή Σελήνη να βρεθεί στην ίδια φάση π.χ. από γεμάτη Σελήνη πάλι σε γεμάτη Σελήνη).

2) Στην χημική ανάλυση και μεταλλογραφική εξέταση για την χημική σύσταση του μετάλλου του μηχανισμού και τον τρόπο διαμόρφωσης του σε γρανάζια και άλλα εξαρτήματα. Λόγω της μοναδικότητας του αντικειμένου οί δύο αυτές εξετάσεις περιορίστηκαν σε θραύσματα άπό φύλλα επιγραφών πού δεν μπορούσαν να συναρμολογηθούν.

Η χημική εξέταση με φασματοσκοπική ανάλυση (10 mg δείγματος σε πλήρη καύση σε τόξο lOAmp συνεχούς και φωτογράφηση στην περιοχή μήκων κύματος άπό 2250-4800 Α) με σφάλμα έως και ±50% έδειξε ότι τα θραύσματα με τις επιγραφές έχουν κατασκευασθεί άπό μπρούντζο, κράμα χαλκου-κασσιτέρου (Cu-Sn) με κασσίτερο κυμαινόμενο γύρω στο 5%.

Η μεταλλογραφική εξέταση σε δύο επίπεδα κομμάτια μήκους 1 mm έδειξε: α) στο ένα κομμάτι ότι το μέταλλο είχε πιθανόν υποστεί ελαφρά ψυχρή κατεργασία στην τελική λείανση ή κατά την χρησιμοποίηση εργαλείου για την εγγραφή των επιγραφών ή των διαβαθμίσεων και β) στο άλλο κομμάτι ότι πρόκειται για ένα τελικά άνοπτημένο μπρούντζο και ότι το αρχικό μέταλλο ήταν επεξεργασμένο με ψυχρή σφυρηλάτηση με μεσοδιαστήματα ανόπτησης και μία εκτενή και ομοιόμορφη ψυχρή κατεργασία πριν από την τελική άνόπτηση στους 500-600ο C.

3) Στην έμμεση χρονολόγηση του μηχανισμού, άφου δεν υπάρχει άμεση φυσικοχημική μέθοδος χρονολόγησης των μετάλλων και η οποία χρησιμοποίησε:

  • Την αρχαιολογική χρονολόγηση του ναυαγίου, ή οποία τοποθετήθηκε, βάσει των συνευρημάτων του, αμφορέων, στην δεκαετία 80-70 π.Χ., βάσει της ελληνιστικής αγγειοπλαστικής μεταξύ 75-50 π. Χ και βάσει της ρωμαϊκής αγγειοπλαστικής στα μέσα του 1ου π.Χ. αιώνα. Συνεπώς τα κοινώς αποδεκτά όρια για τη χρονολόγηση του μηχανισμού είναι μεταξύ 80-50 π.Χ. με πιθανότερη την αρχαιότερη ημερομηνία.
  • Το ξύλο φτελιάς του πλοίου, το οποίο χρονολογήθηκε στο εργαστήριο ραδιενεργού άνθρακα (14C ) με ημίσεια ζωή 5.739 χρόνια στο Πανεπιστημιακό Μουσείο της Φιλαδέλφειας και βρέθηκε να χρονολογείται στο 220+43 π.Χ. Ή χρονολόγηση αυτή αποτελεί ένδειξη ότι το δέντρο πρέπει να κόπηκε περισσότερο άπό έναν αιώνα πριν άπό την εκτίμηση του ναυαγίου βάσει των αρχαιολογικών ευρημάτων του.
  • Την αρχαιολογική χρονολόγηση του ναυαγίου βάσει των αργυρών νομισμάτων πού βρέθηκαν στον χώρο αυτόν άπό την μεταγενέστερη κατάδυση του Coustaeu (1978) και τα οποία χρονολογούνται στο 86 π.Χ.

 Συνεχίζεται…

Πηγή: Περιοδικό Πεμπτουσία, τεύχος 24