Άγ. Ιωάννης ΧρυσόστομοςΆγιοι - Πατέρες - Γέροντες

Η Ανατροφή των παιδιών κατά τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο (μέρος 2ο)

30 Ιανουαρίου 2010

Συνέχεια από (1)

2. Η ανατροφή των παιδιών τότε και τώρα. Οι τρεις έρωτες.

Για να πεισθούμε όμως για την επικαιρότητα των παιδαγωγικών ιδεών του χρυσοστομικού αυτού έργου είναι ανάγκη να δούμε για λίγο την πνευματική ατμόσφαιρα της τότε εποχής, την πνευματική ατμόσφαιρα της Αντιοχείας την οποίαν έχει υπ’ όψει του ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. Να δούμε δηλαδή με ποια μορφωτικά ιδανικά εφοδίαζε τότε τους νέους της η Αντιόχεια. Αν ο εφοδιασμός αυτός είναι παρόμοιος προς αυτόν που εμείς σήμερα δίνουμε στους νέους μας, τότε η κριτική που κάνει ο ιερός πατήρ είναι κριτική και για τη δική μας εποχή, και για το δικό μας παιδαγωγικό έργο και ως διδασκάλων και ως γονέων. Τα στοιχεία για τη γνώση αυτής της ατμόσφαιρας θα τα αντλήσουμε και από το έργο που παρουσιάζουμε και από άλλα έργα του συγγραφέως.

Η αδιαφορία για την πνευματική συγκρότηση των νέων, για την ηθική τους ολοκλήρωση, ήταν το πρώτο γνώρισμα της στάσεως των γονέων. Τα σχέδιά τους για το μέλλον των παιδιών αποκλειστικά και μόνον περιορίζονταν στο να επιτύχουν επαγγελματικά στη ζωή, στο να ευημερήσουν. Πρακτικοί, υλόφρονες και ατομικιστικοί είναι οι στόχοι. Στα πλαίσια αυτών των στόχων οι γονείς εφρόντιζαν να εξασφαλίσουν όλες τις υλικές ανέσεις για τα παιδιά τους, δεν ελογάριαζαν δε έξοδα και κόπους και θυσίες για να βρουν τα κατάλληλα σχολεία, τους καλυτέρους διδασκάλους, ώστε να αποκτήσουν τα παιδιά τα εφόδια εκείνα που θα τα βοηθούσαν στην κοσμική ζωή και καρριέρα τους. Η μανία για την απόκτηση και απόλαυση υλικών αγαθών ήταν το ισχυρότερο κίνητρο της φροντίδος για τα παιδιά. Αντιμετωπίζονταν οι νέοι μονομερώς σαν να ήσαν σωματικά μόνον όντα, σαν να μην είχαν ψυχή που ήθελε και αυτή τη φροντίδα της. Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα λοιπόν της μανίας για πλούτη και για κοσμική δόξα ανέπνεαν και εμεγάλωναν τα παιδιά.

Όταν, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ακούσει κανείς τους γονείς να συμβουλεύουν τα παιδιά να μάθουν γράμματα, η επιχειρηματολογία τους είναι η εξής: Ο τάδε, ενώ καταγόταν από πτωχή και άσημη οικογένεια, με τα γράμματα που έμαθε κατάφερε να γίνει μέγας και τρανός, να πάρει σπουδαίες θέσεις, να γίνει πλούσιος, να νυμφευθεί με πλούσια γυναίκα, να κτίσει ωραίο σπίτι. Άλλος πάλι με τις γλώσσες που έμαθε πήρε σπουδαία θέση στα ανάκτορα και ρυθμίζει αυτός όλες τις υποθέσεις. Οι περισσότεροι προβάλλουν σαν παραδείγματα τους επιτυχημένους στη ζωή, «τους. επί γης ευδοκίμους». Στις εύπλαστες έτσι και δεκτικές ψυχές των νέων οι ίδιοι οι γονείς εισάγουν δύο μεγάλα κακά, δύο τυραννικούς έρωτες, τον έρωτα των χρημάτων, του πλούτου, και τον έρωτα της κοσμικής δόξας, της κοινωνικής ανόδου, θα λέγαμε σήμερα. Διαστρέφονται έτσι οι νέοι και γίνονται υλόφρονες και ματαιόδοξοι. Η διαστροφή των νέων σ’ αυτό οφείλεται αποκλειστικά, παρατηρεί ο μέγας παιδαγωγός, στη μανία για τα βιωτικά αγαθά «Ουδαμόθεν την διαστροφήν γίνεσθαι των παίδων, αλλ’ εκ της περί τα βιωτικά μανίας».

Όλοι οι γονείς εφρόντιζαν, λέγει, να εξασφαλίσουν πλούτη, και ενδυμασία, και υπηρέτες, και οικόπεδα. Το μόνο για το οποίο δεν εφρόντιζαν ήταν η ψυχική καλλιέργεια, το να γίνει ο νέος ενάρετος και ευσεβής. Αντιθέτως μάλιστα τις αρετές τις θεωρούσαν ελαττώματα και αδυναμίες. Επικρατούσε μία πλήρης αντιστροφή των αξιών. Οι κακίες επήραν τα ονόματα των αρετών και οι αρετές τα ονόματα των κακιών. Ο έρωτας της δόξης ονομαζόταν μεγαλοψυχία, του πλουτισμού ελευθερία, η αυθάδεια ονομαζόταν παρρησία, η αδικία ανδρεία. Αντίθετα η σωφροσύνη εθεωρείτο χωριατιά, η επιείκεια δειλία, η δικαιοσύνη ανανδρία, η ανεξικακία ασθένεια και η ταπείνωση δουλοπρέπεια.

Μέσα σ’ αυτήν την πνευματική σύγχυση τίποτε το σαφές και σταθερό δεν υπήρχε. Ούτε δικαστήρια, ούτε νόμοι, ούτε σχολεία ημπορούσαν να βοηθήσουν. Τους δικαστές τους διέφθειραν οι πλούσιοι με τα χρήματα, οι δε διδάσκαλοι ενδιαφέρονταν μόνο για την αμοιβή τους. «Ουδέν όφελος δικαστηρίων, ουδέ νόμων, ουδέ παιδαγωγών, ου πατέρων, ουκ ακολούθων, ου διδασκάλων τους μεν γαρ ίσχυσαν διαφθείραι χρήμασιν, οι δ’ όπως αυτοίς μισθός γένοιτο ορώσι». Όσοι ανησυχούσαν γι’ αυτήν την κατάσταση ή παρεπλανώντο με καθησυχαστικά κηρύγματα ή δεν μιλούσαν, επειδή εφοβούντο την δύναμη των ακολάστων.

Η ηθική ασυδοσία και οι κοινωνικές αναταραχές οφείλονται κατά τον Άγιο Χρυσόστομο στην εσφαλμένη φροντίδα για τα παιδιά, στην παραμέληση της ψυχικής τους καλλιεργείας· «Τούτο εστι, ο την οικουμένην ανατρέ­πει πάσαν, ότι των οικείων αμελούμεν παίδων, και των μεν κτημάτων αυτών επιμελούμεθα της δε ψυχής αυτών καταφρονούμεν». Δεν διστάζει γι’ αυτό να ονομάσει εγκληματική αυτή την αδιαφορία των γονέων για την καλλιέργεια της αρετής και της ψυχής των παιδιών είναι παιδοκτόνοι, φονείς των παιδιών τους, όσοι τα εφοδιάζουν με τυραννικά πάθη, με κακίες που σκοτώνουν και τυραννούν καθημερινώς την ψυχή τους8.

Η κοινωνία δεν πάσχει από έλλειψη επιτηδείων επιχειρηματιών, από έλλειψη εγγραμμάτων και σπουδασμένων, πάσχει από έλλειψη εναρέτων ανθρώπων. Πάσχει, γιατί έχει κατακλυσθή από τους επιτηδείους, οι οποίοι προκειμένου να αυξήσουν τα πλούτη και να σιγουρέψουν την καλοπέρασή τους, είναι αδίστακτοι. Πάσχει, γιατί οι αρχομανείς στην προσπάθειά τους να ανέλθουν αναστατώνουν το παν. Πάσχει, γιατί η απόκτηση πολυτελών οικιών και ανέσεων έχει γίνει ο μοναδικός στόχος. Εις αυτό οφείλεται η κοινωνική κακοδαιμονία, αυτοί καταστρέφουν την αρμονική κοινωνική συμβίωση και όχι όσοι ζουν με αρετή και αγιότητα. «Τούτο γαρ εστι, τούτο όπερ πάντα απολώλεκεν, ότι πράγμα ούτως αναγκαίον, και την ημετέραν συνέχον ζωήν, περιττόν είναι και πάρεργον δοκεί». Και το αναγκαίο και συνεκτικό αυτό της κοινωνίας πράγμα είναι η αρετή, η ψυχική καλλιέργεια.

Κοντά σ’ αυτά τα δύο πάθη και ένα άλλο εξ ίσου τυραννικό και επικίνδυνο, ή μάλλον περισσότερο επικίνδυνο για την εύφλεκτη νεότητα, κυριαρχούσε στο κλίμα της αγωγής των νέων. Ο πανσεξουαλισμός, όπως θα λέγαμε σήμερα, η διέγερση δηλαδή και η ικανοποίηση της σαρκικής επιθυμίας, ο έρωτας της σάρκας. Διστάζει ο ιερός πατήρ να αναφερθεί στο θέμα αυτό, σ’ αυτόν τον τόσο ιερό χώρο των ανθρωπίνων σχέσεων, που είχε καταντήσει ο πιο βρωμερός χώρος, τόσο βρωμερός, ώστε να είναι της μόδας και να μη προκαλούν αντίδραση ακόμη και οι σαρκικές σχέσεις μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλλου. Ξεπερνάει όμως τους δισταγμούς και την εντροπή του, για να ελέγξει και να καυτηριάσει την αδιαφορία όλων των υπευθύνων φορέων της αγωγής, μπροστά σ’ αυτή την ανατροπή όχι μόνον των ηθικών αλλά και των φυσικών νόμων. Απορεί δε και ο ίδιος, μαζύ με την έκφραση της απορίας πολλών άλλων, πώς ο Θεός μακροθυμεί τόσο πολύ και ανέχεται αυτήν την αποκτήνωση του ανθρώπου, και δεν στέλνει φωτιά για να κάψει την πόλη της Αντιοχείας, όπως άλλοτε τα Σόδομα και τα Γόμορα.

Μεγάλη ευθύνη για τον ηθικό εκτραχηλισμό αποδίδει στο θέατρο, το θεματολόγιο του οποίου κυρίως εκαλύπτετο από υποθέσεις πορνειών και μοιχειών, από υποθέσεις πορνό. «Και γαρ και μοιχείαι και γάμων εκεί κλοπαί και γυναίκες εκεί πορνευόμεναι, άνδρες ηταιρηκότες, νέοι μαλανιζόμενοι, πάντα παρανομίας μεστά, πάντα τερατωδίας, πάντα αισχύνης», παρατηρεί επί λέξει9.

Οι τρεις λοιπόν έρωτες, των χρημάτων, της δόξας, και της σάρκας κυριαρχούσαν στον πνευματικό χώρο της εποχής του Χρυσοστόμου και καθόριζαν και τις αρχές προς τις οποίες ήταν προσανατολισμένη αγωγή των νέων. Τα στοιχεία αυτά κρίνει στην πραγματεία του «Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων», όπου δίνει κατευθύνσεις για την ορθή πορεία της αγωγής.

Συνεχίζεται…