Συναξαριακές Μορφές

Ο άγιος Νεομάρτυς Μανουήλ από τα Σφακιά

15 Μαρτίου 2010

Μαρτύρησε στη Χίο στις 15 Μαρτίου 1792

Μικρό παιδί πήραν τον Μανουήλ σκλάβο οι Τούρκοι, όταν υπέταξαν τα Σφακιά , μετά από κάποια ανταρσία. Βλέποντάς τον έξυπνο και αποδοτικό στις δουλειές που του ανέθεταν , του έκαναν περιτομή και τον εξισλάμισαν με τη βία. Αλλά ο ευλογημένος νέος δεν αποδέχθηκε τον εξισλαμισμό του, έκανε τα αδύνατα δυνατά να φύγει από εκεί και πράγματι κατάφερε να δραπετεύσει και να πάει στη Μύκονο. Εκεί εξομολογήθηκε, έκανε τον κανόνα του, χρίσθηκε με το Άγιο Μύρο και ζούσε ως Χριστιανός.

Μετά από κάποια χρόνια, νυμφεύθηκε και απέκτησε έξι παιδιά . Κάποια μέρα αντελήφθη ότι η σύζυγός του τον απατούσε. Ως θεοσεβής άνθρωπος, δεν την κακοποίησε ούτε διέδωσε το γεγονός αλλά πήρε τα παιδιά του , έφυγε από το σπίτι της και νοίκιασε άλλο σπίτι, όπου ζούσε ειρηνικά με τα παιδιά του. Ο σύγαμπρος του, άνθρωπος κακός, τον φοβέριζε συνέχεια πως θα του κάνει κακό, επειδή περιφρόνησε την κουνιάδα του.

Κάποια μέρα κατέβαινε ο Μανουήλ από την Σάμο στη Μύκονο, μ’ ένα πλοίο φορτωμένο ξύλα .Κατά τύχη συναντά στη θάλασσα ένα καράβι του καπετάν πασά που περιπολούσε στο Αιγαίο και ήλεγχε τα πλοία . Διατάχθηκε λοιπόν να πλησιάσουν το πλοίο του στόλου για έλεγχο. Μέσα στο καράβι βρισκόταν ο σύγαμπρός του, ως υπηρέτης του αγά του πλοίου. Αυτός, μόλις είδε τον άγιο από μακριά, έτρεξε αμέσως και είπε στον αγά ότι ο άνθρωπος αυτός που έρχεται τώρα με το καΐκι, ήταν κάποτε Τούρκος και τώρα ζει ως Χριστιανός. Αμέσως ο πασάς διέταξε να τον ανεβάσουν στο πλοίο.

Όταν εμφανίστηκε ο άγιος μπροστά του, τον ρώτησε ο αγάς τι άνθρωπος είναι και ο άγιος του απάντησε, Χριστιανός είμαι από την γέννησή μου.

Μια φορά ήσουν Χριστιανός, του λέει τότε ο αγάς, ύστερα έγινες τούρκος με την θέλησή σου. Γι’ αυτό πρέπει πάλι να γυρίσεις στην πίστη μας, διότι ,αν δεν δεχθείς, θα σε βασανίσω άσπλαχνα μέχρι να ξεψυχήσεις,

Ο άγιος του Θεού μάρτυς χωρίς να φοβηθεί καθόλου του απάντησε:

Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θέλω ν’ αποθάνω.

Μόλις τ’ άκουσε αυτά ο αγάς τον παρέδωσε να τον βασανίσουν.

Για πολλές μέρες, μέχρι να φτάσουν στη Χίο, τον βασάνιζαν με μεγάλη σκληρότητα. Στη Χίο βρισκόταν ο ναύαρχος με τον τουρκικό στόλο.

Σαν έφτασαν στη Χίο ο άγιος παρακάλεσε ένα Υδραίο που υπηρετούσε στο πλοίο να βγει έξω και να φέρει ένα πνευματικό να εξομολογηθεί. ‘Όμως κανένας πνευματικός δεν τόλμησε να πάει για τον φόβο των Τούρκων. Μόνο κάποιος κρυφά είπε στον Υδραίο να μεταφέρει στον άγιο κάποια πνευματικά ενθαρρυντικά λόγια, τα οποία και του μετέφερε, και εμψυχώθηκε ο μάρτυς.

Κι εγώ αυτόν τον σκοπό έχω, είπε ο μάρτυς μόλις τ’ άκουσε , τι να πεθάνω σήμερα τι αύριο. Ο κόσμος είναι προσωρινός. Παρά να πεθάνω αύριο κολασμένος καλύτερα σήμερα για την πίστη μου και να σώσω την ψυχή μου.

Ο αγάς τον παρέδωσε στον ναύαρχο εξηγώντας του την υπόθεση. Μόλις παρουσιάστηκε μπροστά στον ναύαρχο τον ρώτησε εκείνος αμέσως τι είναι και ο άγιος απάντησε Χριστιανός.

Τότε διέταξε να τον γυμνώσουν και, καθώς είδε με τα μάτια του την περιτομή, του είπε, πως λοιπόν λες ότι είσαι Χριστιανός ;

Ο μάρτυρας του αποκρίθηκε:

Από τη γέννησή μου Χριστιανός είμαι, όμως σκλαβώθηκα πολύ μικρός και με τούρκεψαν με τη βία, τώρα όμως θέλω να είμαι Χριστιανός πάλι.

Ο ναύαρχος διέταξε να τον αποκεφαλίσουν αμέσως. Ο άγιος τότε σηκώνοντας τα χέρια του και τα μάτια του στον ουρανό είπε μεγαλόφωνα , δόξα σοι ο Θεός.

Τον πήραν τότε οι άνθρωποι του πασά και τον οδήγησαν λίγο πιο πέρα , στην Παλιά Βρύση, όπου ο άγιος γονάτισε μόνος του και έσκυψε την κεφαλή του περιμένοντας με χαρά μεγάλη τον θάνατο. Ο δήμιος όμως ,μόλις σήκωσε το σπαθί, δείλιασε, το πέταξε κάτω κι έφυγε. Έγινε τότε αναταραχή και φασαρία μεταξύ των Τούρκων. Ο άγιος έμενε εκεί, γονατιστός, σκυμμένος και προσευχόμενος. Ένας από τους ναύτες του πασά άρπαξε το σπαθί και τον χτυπούσε συνεχώς αλλά δεν μπόρεσε να τον αποκεφαλίσει. Τον έριξε κάτω τότε εξαγριωμένος και τον κατέσφαξε σαν το πρόβατο.

Όταν ο πασάς έμαθε τη μεγάλη χαρά των Χριστιανών για την τελείωση του μάρτυρος και ότι συγκεντρώνουν χρήματα για να εξαγοράσουν το λείψανο, διέταξε να το εξαφανίσουν. Σήκωσαν το τίμιο λείψανο και την αγία κάρα του μάρτυρος και αφού τους έδεσαν μεγάλες πέτρες τα βύθισαν στη θάλασσα με φωνές και αλαλαγμούς.