Άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

Μήπως είσαι εξαρτημένος;

16 Μαρτίου 2010

Συνήθως τίποτε δεν οδηγεί τόσο πολύ σε παράφρονες ενέργειες, όσο η εξάρτηση απ’ τη γνώμη των ανθρώπων, η οποία κάνει τους ανθρώπους δειλούς, αγενείς, κόλακες και υποκριτές.

Για ποιό λόγο λοιπόν οι Φαρισαίοι έλεγαν ότι ο Χριστός έχει δαιμόνιο; Δεν το έλεγαν επειδή επιθυμούσαν τη δόξα εκ μέρους των ανθρώπων;

Γιατί δε οι περισσότεροι άνθρωποι δεν σκέπτονταν ορθά περί του Ιησού; Δεν το έκαναν αυτό επειδή δεν τους κατείχε το πάθος του φθόνου;

Γιατί τίποτε απολύτως δεν κάνει τόσο παράνομους και ανόητους τους ανθρώπους, όσο το ότι εξαρτώνται απ’ τη γνώμη του κόσμου. Και τίποτε δεν τους κάνει πιο ενάρετους και αδαμάντινους, όσο το να την περιφρονούν.

Γι’ αυτό χρειάζεται πάρα πολύ δυνατή ψυχή εκείνος που σκέπτεται ν’ αντισταθεί στη τόσο ισχυρή ορμή και βία αυτού του ανέμου. Γιατί, όταν μεν ευημερεί προβάλλει τον εαυτό του πάνω απ’ όλους, όταν δε βρεθεί στην αντίθετη κατάσταση, θέλει να εξαφανίσει τον εαυτό του. Κι αυτό αποτελεί γι’ αυτόν και γέεννα και βασιλεία, όταν εξουσιάζεται από  αυτό το πάθος». (Ι. Χρυσοστόμου, Ομιλία 40η εις το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο).

 Το παράδειγμα του δίκαιου Νώε

 Πώς μπόρεσε, ο Νώε ενώ τόσος λαός τον περιγελούσε, τον επιτιμούσε, τον χλεύαζε, τον γελοιοποιούσε (πάλι βεβαίως τα ίδια λέω και δεν θα παύσω να τα λέγω), να περιφρονήσει και να γίνει ανώτερος. Πώς; Εγώ απαντώ. Επειδή διαρκώς έβλεπε προς το Άγρυπνο Μάτι, εκεί είχε στραμμένο έντονα το βλέμμα της διανοίας του και στο εξής πρόσεχε για όλους αυτούς σαν να μην υπήρχαν καθόλου.

Και πράγματι έτσι έχουν τα πράγματα. Γιατί όταν κάποιος πληγωθεί με εκείνον τον έρωτα (δηλ. τον θείο έρωτα) και θέσει τον εαυτό του στον πόθο προς τον Θεό, τίποτ’ άλλο δεν βλέπει απ’ τα ορατά, αλλά συνεχώς φαντάζεται Εκείνον, που επιθυμεί, και κατά τη νύκτα, και κατά την ημέρα κι όταν κοιμάται, κι όταν είναι εντελώς ξυπνητός.

Να μη σε παραξενεύει λοιπόν, αν κι ο δίκαιος αυτός αφού έστρεφε κάποτε εκεί τη διάνοιά του, δεν πρόσεχε κανένα από εκείνους, οι οποίοι προσπαθούσαν να τον ανατρέψουν. Γιατί αφού έκανε ό,τι εξαρτιόταν απ’ αυτόν και κέρδισε τη χάρη του Θεού, γινόταν ανώτερος όλων.

«Ο Νώε δε, λέγει, εύρε χάριν ενώπιον Κυρίου του Θεού». Αν και δεν ήταν ευχάριστος σ’ ολόκληρο το ανθρώπινο γένος της τότε εποχής, ούτε επιθυμητός, επειδή δεν ήθελε να βαδίζει τον ίδιο μ’ αυτούς δρόμο, αλλά βρήκε χάρη σ’ Εκείνον, που εισέρχεται στις καρδιές μας, κι Εκείνος δέχτηκε τη διάθεσή του».( Ι. Χρυσοστόμου, 23η Ομιλία Εις την Γένεσιν).