Συναξαριακές Μορφές

Γιατί ο Κύριος απαγορεύει στη Μαρία να τον αγγίξει;

18 Απριλίου 2010

"Μη μου άπτου". Φορητή εικόνα του 1985. Αγιογραφείο του Ιερού Μετοχίου Ορμύλιας.

«Μη μου άπτου»

 Τότε ο Ιησούς, επιτρέποντας να γνωρισθεί και η μορφή του και η φωνή του, την προσφωνεί «Μαρία». Η Μαρία μετά την απάντησή της προς τον δήθεν κηπουρό είχε στραφεί πάλι προς τον τάφο, αφήνοντάς τον πίσω της. Μόλις ακούει τη φωνή του Κυρίου στρέφεται αμέσως πίσω, τον βλέπει και οπωσδήποτε προσπίπτοντας στα πόδια του φωνάζει «Ραββουνί»,που σημαίνει «Διδάσκαλε μου!». Όχι πια Κύριε, αλλά Ραββουνί. Ο άγνωστος που την πλησίασε, που πονετικά τη ρώτησε γιατί κλαίει, δεν είναι άγνωστος, είναι πολύ γνωστός της, είναι ο αγαπημένος της Διδάσκαλος. Ένας κεραυνός χαράς τη συγκλονίζει και ορμά ασυγκράτητη να πιάσει, να φιλήσει τα πόδια του. Αλλά ο Κύριος σοβαρά την εμποδίζει λέγοντας· «Μη μου άπτου· ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον πατέρα μου· πορεύου δε προς τους αδελφούς μου και είπε αυτοίς· αναβαίνω προς τον πατέρα μου και πατέρα υμών, και Θεόν μου και Θεόν υμών» (Ίω 20,17).

Στο χωρίο αυτό, ένα από τα δυσκολότερα της Καινής Διαθήκης, δόθηκαν ποικίλες ερμηνείες, τις οποίες δεν θεωρώ σκόπιμο να εκθέσω εδώ. Καταρχήν, ορισμένοι ερμηνευτές κακώς απέκοψαν το λόγο του Κυρίου «μη μου άπτου» από την υπόλοιπη συνάφεια και διατύπωσαν την απορία: Γιατί ο Κύριος απαγορεύει στη Μαρία να τον εγγίζει; Την ορθή ερμηνεία δίνει ο αυθεντικότερος ερμηνευτής της Εκκλησίας μας, ο άγιος Χρυσόστομος. Η απαγόρευση «μη μου άπτου», που εκφέρεται σε ενεστώτα χρόνο, φανερώνει ότι η Μαρία είχε ήδη περιπτυχθεί τα άχραντα πόδια του Κυρίου, όταν αυτός της μιλά. Εξάλλου λίγο αργότερα ο Κύριος συναντά τις μυροφόρες και επιτρέπει ν’ αγκαλιάσουν και να φιλήσουν τα πόδια του. Ο ίδιος επίσης παρότρυνε το Θωμά και τους άλλους μαθητές να τον ψηλαφήσουν. Με το «μη μου άπτου», λοιπόν, ο Κύριος αποτρέπει τη Μαρία, όχι διότι δεν πρέπει να τον αγγίξει, αλλά διότι θέλει να της διδάξει ορισμένα πράγματα.

Η Μαρία, όταν βλέπει τον αγαπημένο Διδάσκαλο, νομίζει ότι αυτός αναστήθηκε, όπως ανέστησε και τόσους άλλους νεκρούς, και ότι θ’ αρχίσει πάλι την παλιά συναναστροφή με τους μαθητές και τις μαθήτριες του, ότι θα κηρύττει θα έχει ανάγκη της διακονίας της, πράγμα που της δίνει ιδιαίτερη χαρά. Νομίζει ότι η νίκη του και η δόξα του ήταν ν’ αποδείξει στους κακούς φαρισαίους ότι άδικα τον δολοφόνησαν. Δεν μπορεί να συλλάβει τον παγκόσμιο, τον αιώνιο, τον πνευματικό χαρακτήρα της νίκης του κατά του θανάτου. Δεν γνωρίζει ότι η κατάσταση της ανθρώπινης φύσεως του Κυρίου δεν είναι πλέον η κατάσταση της φθοράς, των φυσικών αναγκών, της ταπεινώσεως. Δεν τον είδε ακόμη να παρουσιάζεται «των θυρών κεκλεισμένων», αλλά μόνο να πλησιάζει σαν ταπεινός κηπουρός. Χαίρεται, όπως ακριβώς χάρηκαν οι αδελφές του Λαζάρου, όταν είδαν αναστημένο τον αδελφό τους. Τίποτε περισσότερο δεν κατάλαβε. Πρέπει όμως να τα μάθει όλα.

Ο Κύριος, λοιπόν, θέλει να της διδάξει ότι είναι πλέον στη δόξα του, ότι Αυτός είναι ο Θεός και ανήκει τόσο σ’ αυτήν όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο, ότι πρέπει να τον πλησιάζει με ένα άλλο φρόνημα. Επειδή όμως ήταν υπεροπτικό και αντιπαιδαγωγικό να της πει κατευθείαν όλα αυτά, υψώνει έμμεσα και σιγά-σιγά το νου της στα υψηλότερα, λέγοντας ότι «δεν ανέβηκε ακόμη στον Πατέρα του».

Έτσι, επισημαίνει ο άγιος Χρυσόστομος, δείχνει ότι εκεί, στον Πατέρα, σκοπεύει και σπεύδει να πάει. Γι’ αυτό και τους μαθητές του κατά καιρούς μόνο τους πλησιάζει. Η σχέση του με τους μαθητές του και με τους πιστούς του στο εξής δεν θα είναι όπως πριν. Θα είναι εντελώς πνευματικές. Για να μη λυπηθεί όμως από την απαγόρευση η Μαρία και αρχίσει να συλλογίζεται ότι περιφρονήθηκε, την καθιστά ο Κύριος πρώτη ευαγγελίστρια της Αναστάσεώς του, παραγγέλλοντας να πει στους μαθητές ό,τι της είπε Αυτός.

Το νόημα των λόγων του είναι· «Μη με αγγίζεις, Μαρία, διότι δεν ανέβηκα ακόμη στον Πατέρα μου. Εκεί όμως πρόκειται να πάω και δεν θα συναναστρέφομαι πλέον με ανθρώπους, γι’ αυτό δεν πρέπει να με βλέπεις έτσι όπως μ’ έβλεπες μέχρι τώρα».

Η συμπεριφορά του Κυρίου προς τη Μαρία τη Μαγδαληνή είναι ανάλογη με τη συμπεριφορά του προς τη μητέρα του στο γάμο της Κανά. Τότε στην προτροπή της μητέρας του να κάνει κάτι, διότι «οίνον ουκ έχουσι», ο Κύριος απήντησε σοβαρά· «τί εμοί και σοι, γύναι;». Της έδειξε έτσι ότι ο Διδάσκαλος Ιησούς δεν ανήκει πλέον στην ταπεινή οικογένεια της Ναζαρέτ, αλλά στην πνευματική οικογένεια των μαθητών του. Και τώρα στη Μαγδαληνή ο Κύριος λέει· «μη μου άπτου». Δεν ανήκει πλέον στην πνευματική έστω αλλά περιορισμένη οικογένεια των μαθητών μπήκε τώρα στην παγκόσμια οικογένεια που έχει πατέρα το Θεό. Αλλάζουν οι σχέσεις του με τους μαθητές και τις μαθήτριες του. Μετά την Ανάσταση, λοιπόν, ο Κύριος κηρύττει τη νέα κατάστασή του, ενημερώνει το στενό του περιβάλλον για τις νέες μεταβολές και τα αποτελέσματα της νίκης του. Και αρχίζει από τη Μαρία με το «μη μου άπτου».

 Το γεγονός ότι ο Κύριος εμφανίστηκε πρώτα στη γυναίκα αυτή, έχει ορισμένα βαθύτερα νοήματα.

♦     Η Μαρία απολαμβάνει πρώτη τη χαρά της συναντήσεως με τον Κύριο κι αυτό για να βραβευτεί η αφοσίωση, η πίστη της στο Διδάσκαλο, η αγάπη της ευγνώμονης καρδιάς της.

♦     Στο πρόσωπο της Μαρίας επιβραβεύεται η ταπεινή αφοσίωση των μαθητριών του Κυρίου, που δεν σκανδαλίσθηκαν καθόλου από το θάνατό του, ενώ οι μαθητές σκανδαλίσθηκαν. Και φαίνεται ο σκανδαλισμός τους τόσο από το διασκορπισμό τους κατά τη σύλληψη όσο και από την απελπισία των πορευομένων προς Εμμαούς.

Τέλος, το ότι εμφανίσθηκε πρώτα σε γυναίκα και έπειτα σε άνδρα, καθώς λέγουν και οι αρχαίοι ερμηνευτές, έγινε για να ενθαρρυνθεί η γυναίκα, η οποία πρώτη και περισσότερο από τον άνδρα αμάρτησε στο Παράδεισο.

«Η γυναίκα άκουσε πρώτη την απατηλή υπόδειξη του όφεως, είδε με παράνομη επιθυμία τον καρπό του απαγορευμένου δένδρου και καταδικάστηκε σε θλίψη. Γι’ αυτό ο αναστημένος Κύριος», ερμηνεύει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «της επέτρεψε την προσκύνηση και την απέστειλε να φέρει το χαρμόσυνο άγγελμα στους άνδρες. Ήθελε να κάνει άγγελο χαράς αυτή που διακόνησε τη λύπη στον Αδάμ». Η γυναίκα έδειξε κατά την αποκατάσταση πίστη που βραβεύτηκε στο πρόσωπο της Μαρίας Μαγδαληνής, για να αποπλύνει το όνειδός της στο Παράδεισο, που πρώτη παρέβηκε την εντολή του Θεού.

(Στεργ.Ν.Σάκκου, «Αληθώς ανέστη ο Κύριος»)