Οδοιπορικά - Προσκυνήματα

Η Μονή Αγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου, κοντά στους Τρούλλους Λάρνακας της Κύπρου (1)

11 Μαΐου 2010

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος. Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου, Τρούλλοι Λάρνακας, Κύπρος

Αρχιμανδρίτου Συμεών

Η αρχή της Ιστορίας της μονής αυτής είναι επί του παρόντος άγνωστη. Στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους αναφέρεται ως μονή των Μεσοβυζαντινών χρόνων.

Ο Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος (1134) στον Λόγο του για τον Άγιο Θεοσέβιο τον Αρσινοΐτη μίλα για κάποιο θαύμα του Αγίου Θεοσεβίου σ΄ έναν τυφλό μοναχό πού κάνει τάμα στον Άγιο να τον θεραπεύσει και να παραμείνει να υπηρετεί στο ναό του μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο μοναχός όμως δεν τηρεί το τάμα του. Αφού πέρασε λίγο καιρό στο ναό του Αγίου «υπεχώρησε και απελθών περί τα λεγόμενα Μαυροβούνια εν τω του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου σηκώ παρώκησεν εν αυτώ». Υπάρχει πιθανότης ο Άγιος Νεόφυτος να αναφέρεται στη Μονή Μαυροβουνίου, η οποία τότε θα ήκμαζε και θα ήταν γνωστή σ΄ όλη την Κύπρο (κάποιοι ισχυρίζονται ότι πιθανόν ο Άγιος Νεόφυτος να αναφέρεται στο Ναό του Αγίου Γεωργίου Νικοξυλίτη πού βρίσκεται στην Πάφο).

Στις αρχές του 20ου αιώνα ο καθηγητής Χατζηιωάννου στο λαογραφικό σύγγραμμα του Κύπρος, αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η σημερινή κατάστασις του Μοναστηρίου αποδεικνύει το παρελθόν μεγαλείον του. Φαίνονται τα ίχνη και τα ερείπια πολλών οικοδομημάτων. Κίονες στρογγυλοί άνευ αυλάκων, εκ λευκού μαρμάρου κείνται εδώ και εκεί ερριμμένοι, δύο μάλιστα τούτων τους μετεχειρίσθηκαν προς υποστήριξιν του εικονοστασίου εντός της εκκλησίας».

Υπάρχει η πληροφορία ότι μερικούς απ΄ αυτούς τους κίονες πήραν οι Λυσιώτες όταν κατεσκεύαζαν τον γυναικωνίτη της Παναγίας της Λύσης. Από το ένδοξο αυτό παρελθόν σήμερα σώζεται ένα πολύ ωραίο κιονόκρανο, μία μαρμάρινη γλυπτή στήλη, μέρος του παλαιού δαπέδου με μικρά χρωματιστά γεωμετρικά σχήματα, και οι τρεις κίονες που βαστάζουν τη στέγη στο μεγάλο άρχονταρίκι, (πολύ αρχαϊκοί, άνευ διακοσμήσεων). Ο πρώτος κίονας έχει την επιγραφή «1728 Μαΐου 20». Το 1722 η Μονή ανακαινίζεται και η εκκλησία παίρνει περίπου τη σημερινή της μορφή. Ζωγραφίζονται νέες εικόνες από τον γνωστό αγιογράφο Ιωαννίκιο της Μονής του Αγίου Ηρακλειδίου. Χρυσώνεται το τέμπλο του και ζωγραφίζονται οι κετταπέδες του. Η εικόνα του Χρίστου Μεγάλου Αρχιερέως είναι της περιόδου αυτής, κτήμα και δαπάνη Ανθίμου Μονάχου 1739.

Η Μονή Αγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου, κοντά στους Τρούλλους Λάρνακας της Κύπρου

Το Δεκέμβριο του 1735 επισκέπτεται τη Μονή ο Ρώσος περιηγητής μοναχός Βασίλειος Μπάρσκυ και την περιγράφει: «Ολίγας ημέρας αργότερον επεσκέφθην την μικράν Μονήν Αγίου Γεωργίου. Η μικρά αυτή Μονή ευρίσκεται εις τα σύνορα της Αρχιεπισκοπικής περιφερείας μεταξύ μικρών και γυμνών βουνών εντός της κοιλάδος εις ομαλόν και τερπνόν μέρος μετά υγειούς αέρος και πηγαίου ύδατος. Περιβάλλεται υπό ικανών οπωροφόρων δένδρων κυρίως ελαιών και μορεών. Οι μοναχοί ζουν εκ των αιγών και της μετάξης. Η Μονή αυτή ωκοδομήθη κατά τους τελευταίους χρόνους υπό τουρκικήν κατοχήν. Έχει ολίγους μονάχους, δυο – τρία κελλία, έναν μικρόν αλλά ωραίον και καλώς διατεταγμένον ναόν, ο οποίος έχει μίαν καμπουρωτήν στέγην, δύο εισόδους και λιθόστρωτον πάτωμα».

Λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι έξω από το μοναστήρι είχε φούρνους και ότι γινόταν μεγάλη πανήγυρις, πιο μεγάλη από του Άη Γιωρκού της Σκάλας. Υπήρχαν δε εδώ τόσες πολλές όρνιθες, ώστε «οι καλόγεροι εσυνάαν τ΄ αύκά με τες κοφίνες». Και ότι «οι γεναίτζες του χωρκού Τρούλλοι, όταν κάτσουν τες όρνιθες, τάσσουν έναν πουλλίν στον «Άη Γιώρκην πού εν΄ γιατρός των ορνίθων».

Η Μονή μετά τις σφαγές και λεηλασίες του 1821 αρχίζει να φθίνει και να παρακμάζει. Λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι ο Κουτσιουκ Μεχμέτ «έκοψεν δώδεκα καλόηρους».

1854 Μαρτίου πρώτη, η Μονή ενοικιάζεται στον Χαράλαμπον Ιωάννου από τους Τρούλλους για τρία χρόνια με ενοίκιο τρεις χιλιάδες γρόσια. Ένας από τους όρους της συμφωνίας είναι, «ο ενοικιαστής να ανάπτη την κανδήλαν του Αγίου αδιαλλείπτως και να προσκαλή δις του μηνός ιερέα διά να ιερουργή την ιεράν εκκλησίαν».

Από το ποσό του ενοικίου φαίνεται η μεγάλη κτηματική περιουσία πού διαθέτει η Μονή. Το μεγάλο δωμάτιο με τους τρεις κίονες (αρχονταρίκι) εχρησιμοποιείτο μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα ως ελαιοτριβείο. Η αιωνόβια (μακαριστή πλέον) μητέρα του πατρός Αντωνίου, ιερέα των Τρούλλων, διασώζει την πληροφορίαν ότι επρόλαβε εδώ στη Μονή έναν ιερομόναχο από την Αθηαίνου ονόματι Τράνταν (δέν ενθυμείτο το μικρόν όνομά του), ο οποίος είχε φέρει εδώ και μερικές γυναίκες, πιθανώς διά να συστήσει γυναικεία μονή. Η προσπάθεια απέτυχε. Οι γυναϊκες παντρεύτηκαν στην Αθηαίνου και ο ιερομόναχος επέστρεψε και αυτός στην Αθηαίνου. Ο ιερομόναχος λεγόταν Πανάρετος. Ήταν διάκονος του τότε Μητροπλίτη Κιτίου. Μετά δε τη χηρεία του έγινε ιερομόναχος. Υπηρέτησε και ως εφημέριος εις την Παναγία του Αβδελλερού.

Λίγο πριν το 1930 ο εκ Τρούλλων Χατζηαντώνης Σπανός, ερασιτέχνης ξυλουργός και επίτροπος της εκκλησίας του Αγίου Μάμα, άνθρωπος ζηλωτής εις τα εκκλησιαστικά, όπως τον ενθυμείτο ο πατήρ Αντώνιος, αναλαμβάνει να επιδιορθώσει το παλαιό τέμπλο συμπληρώνοντας τα ελλείποντα με νέο ξύλο και Σταύρωση άνευ ζωγραφικής στο άνω μέρος. Τις νέες επιφάνειες τις έβαψε με το λουλλακί χρώμα πού έβαφαν τα κάρα!

Η σημερινή αγία τράπεζα είναι έργο δικό του. Αποτελείται από τμήματα της παλαιάς την οποίαν μίκρανε και κετταπέδες του παλαιού τέμπλου κομμένους και τοποθετημένους ανάποδα, αναλόγως της εφαρμογής των. Ο ουρανός της παλαιάς αγίας τράπεζας, πολύ μεγάλος και βαρύς, αγιογραφημένος εσωτερικά, ήτο ακουμπησμένος στο νότιο τοίχο του ναού.

Ο Γκάννις, άγγλος κυβερνητικός υπάλληλος και συγγραφέας πού υπηρέτησε στην Κύπρο από το 1926 μέχρι το 1932, επισκέπτεται την εκκλησία και συναντά αυτό το συμπίλημα. Ο Γκάννις χαρακτηρίζει τον ανωτέρω ξυλουργό ως «unspeakable carpenter» («ανεκδιήγητον»), διότι στην προσπάθειά του να επιδιορθώσει το τέμπλο έκαμε τόση καταστροφή ώστε σε μία περίπτωση ένα κομμάτι πολύ ωραίας εικόνας του Χριστού του 16ου αιώνα το χρησιμοποίησε για να μπαλώσει το τέμπλο.

Αναφέρει, επίσης, εικόνα του Αγίου Νικολάου, (του 16ου αιώνα) με απομεινάρια χρυσού φόντου, εικόνα του Προδρόμου, δωρεά Ελένης και του υιού αυτής (1702) και εικόνα της Θεοτόκου, δωρεά εις μνήμην του πρεσβυτέρου Γερασίμου πού πέθανε το 1782.

Η αδελφότητα της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου (το 2009), Τρούλλοι Λάρνακας, Κύπρος

Αυτή ήταν η κατάσταση της εκκλησίας μέχρι τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Πιθανώς κατά το έτος 1957 Άγγλοι στρατιώτες εισέρχονται στο ναό και είτε για λόγους εκδίκησης, είτε φοβούμενοι μήπως το καλυμμένο μέρος ένεκα του τέμπλου χρησιμοποιηθεί ως κρύπτη αγωνιστών, το συντρίβουν κυριολεκτικά. Οι επίτροποι του Αγίου Μάμα των Τρούλλων και άλλοι έρχονται και περισυλλέγουν το σπασμένο τέμπλο και το στοιβάζουν στον τόιχο της εκκλησίας. Τις εικόνες τις μεταφέρουν είτε στο παρεκκλήσιο της Αγίας Μαρίνας, είτε στην εκκλησία του Αγίου Μάμα.

Με την επαναλειτουργία της Μονής μερικές εικόνες και ένα μανουάλι επεστράφησαν. Εδώ άφησαν μία εικόνα του Αγίου Γεωργίου του έτους 1871. Από πυρκαγιά όμως, το άνω μέρος της εικόνας κάηκε και ο Άγιος παρουσιάζετο χωρίς κεφαλήν. Η κατάσταση μέσα στην εκκλησία φαίνεται τα χρόνια αυτά κάπως θλιβερή. Μία Μονή από την ένδοξη βυζαντινή εποχή παρουσιάζεται σήμερα ερειπωμένη με ένα μικρό ναό χωρίς τέμπλο και εικόνες και η εικόνα του Αγίου Γεωργίου χωρίς κεφάλι!

Τον χειμώνα του έτους 1963 ο νότιος τοίχος της εκκλησίας έπεσε συμπαρασύροντας ολόκληρη τη στέγη εκτός από την κόγχη του ιερού.

Αμέσως στο νέο χρόνο η εκκλησία ξανακτίζεται όπως ήταν προηγουμένως. Κτίστης είναι ο Χριστάκης Αρτέμη από το Άρσος.

Εσωτερικά εξακολουθεί να μην έχει τέμπλο. Μεταξύ των ελάχιστων εικόνων παραμένει η εικόνα του Αγίου Γεωργίου με καμένο κεφάλι.

Μερικοί προσκυνητές διηγούνται ότι βλέπουν να περιφέρεται έδώ ένας στρατιώτης χωρίς κεφάλι. Η ίδια η γυναίκα πού μου διηγήθηκε το γεγονός μου είπε ότι στο μέρος της κεφαλής υπήρξε κάτι σαν ομίχλη και δε διεκρίνετο το πρόσωπο. Άλλοι αναφέρουν ότι άκουσαν και φωνή πού τους έλεγε: «Μέχρι πότε θα με έχετε σ΄ αυτή την κατάσταση;»

Άλλος, κάτοικος Λειβαδιών, μου ανέφερε με συγκίνηση ότι τις μέρες του ΄74 ήτο στρατιώτης στο απέναντι βουνό και έβλεπαν φωτιά προς το μέρος του ιερού, η οποία έβγαινε μέσα από την εκκλησία του Αγίου.

Η κτηματική περιουσία της Μονής ανερχόμενη σε 817 σκάλες παρεχωρήθη υπό του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην κυβέρνηση για τη μισθοδοσία των ιερέων της υπαίθρου, πλην των δέκα στρεμμάτων εντός των οποίων ευρίσκετο η Μονή. Πρόσφατα η κυβέρνηση έχει επιστρέψει στη Μονή δύο κτήματα τα οποία γειτνιάζουν προς αυτήν.

Τα κτήματα αυτά νοικιάζονταν στους γεωργούς της παρακείμενης Κοινότητας των Τρούλλων. Γι΄ αυτό το Συμβούλιο της Κοινότητας ανέλαβε μερικά μέτρα εξωραϊσμού του χώρου, όπως την επιχωμάτωση και περίφραξη της Μονής με τοίχους άντιστήριξης ανατολικά, φύτευση δένδρων, κυρίως πεύκων και κυπαρισσιών, μεταφορά νερού κοκ. Με τη φροντίδα του ιερέως της Κοινότητας έγινε νέο τέμπλο και εικόνες.

Η Μονή Μαυροβουνίου ήταν για μας, όπως και για τον πολύ κόσμο της Κύπρου, άγνωστη. Είχαμε έλθει και παλαιότερα εδώ, αλλά δεν δώσαμε πολλή σημασία. Έμοιαζε με ένα ερημοκκλήσι το μέρος παρά με μονή. Η απόφασή μας να έλθουμε εδώ ελήφθη το Δεκέμβριο του 1993. Τίποτε τυχαίο δεν υπάρχει στην πνευματική πορεία των ανθρώπων. Έτσι και εμείς είχαμε έλθει εδώ τυχαία για άλλο λόγο την ήμερα εκείνη. Η χάρις αναδύεται από ένα τόπο, αλλά δεν τη συλλαμβάνεις πάντοτε. Εκείνη την ημέρα μίλησαν μέσα μας η ιστορία και η παλαιότητα του τόπου και οι ευχές τόσων κεκοιμημένων πατέρων «των ενθάδε ευσεβώς κειμένων και εν ασκήσει διαλαμψάντων».

Το τοπίο με τα ξερά βουνά σε μετέφερε στο Σινά ή στην Παλαιστίνη, στους τόπους που γράφτηκε το Γεροντικό και ξεκίνησε ο μοναχισμός. Ήταν Δεκέμβριος του 1993. Όλα ήταν καταπράσινα πλην των κεφαλών των βουνών.

Υπήρχε στο όλο τοπίο έντονη παλαιοδιαθηκική ποίηση. Ο χείμαρρος με τον καλαμιώνα, η συστάδα με τις φοινικιές, το ασκητικό και έρημο του τοπίου. «Και ήσαν εκεί δώδεκα πηγαί υδάτων και εβδομήκοντα στελέχη φοινίκων» [Έξοδος, ιε΄, 27]. Εκεί έσται ευφροσύνη ορνέων, επαύλεις καλάμου και έλη» [Ησαΐας, λε΄, 7]. «Και έξανθήσει και ύλοχαρήσει και άγαλλιάσεται τα έρημα του Ιορδανού» [Ησαΐας, λε΄, 2].

Έτσι την ήμερα εκείνη, μετά από προσπάθειες ετών για ανεύρεση κατάλληλου τόπου, εδόθη σε μας ο τόπος και η απάντηση. «Εδώ θα έλθουμε». «Τα γαρ όρη και οι βουνοί εξαλούνται προσδεχόμενοι υμάς εν χαρά και πάντα τα ξύλα του αγρού επικροτήσει τοις κλάδοις.» [Ησαΐας, νε΄ 12]

Την απόφασή μας αυτή την αναφέραμε στο Μητροπολίτη Κιτίου. Η Μονή αυτή, μαζί με τα δέκα στρέμματα γης πού την περιβάλλουν, ανήκουν στην Ιερά Αρχιεπισκοπή. Ο Αρχιεπίσκοπος με επίσημο έγγραφό του παραχωρεί στη Μητρόπολη Κιτίου δικαίωμα χρήσης και πνευματικής ιδιοκτησίας της Μονής αυτής. Έτσι, τον Ιούλιο του 1994 αρχίζουν οι εργασίες ανασύστασης της Μονής. Η διαχειριστική επιτροπή της Μονής Αγίου Γεωργίου Κοντού στην οποία υπηρετούσαμε, με την ευλογία του Μητροπολίτη Κιτίου κ. Χρυσοστόμου, εγκρίνει σεβαστό ποσό για την οικονομική ενίσχυση του όλου έργου. Επίσης η οικονομική και ηθική συμβολή της Κοινότητας Τρούλλων υπήρξε πολύ σημαντική.

Η διάθεση του λαού της Κύπρου να προσφέρει εις το όλον έργον είναι συγκινητική και αποδεικνύει ότι τα κριτήρια του λαού μας, όσον αφορά τον μοναχισμό, δεν έχουν αμβλυνθεί αλλά διατηρούνται αλώβητα και ακέραια, όπως του τα έχει καλλιεργήσει ανά τους αιώνες η μητέρα μας Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο Άγιος Γεώργιος είναι παρών σε κάθε εργασία, σε κάθε δυσκολία πού παρουσιάζεται.

Ο χώρος της Μονής χωρίζεται σε δύο ενότητες. Η πρώτη περιλαμβάνει την παλαιά εκκλησία με το πρόσθετο μέρος του νάρθηκα, το αρχονταρίκι, το γραφείο και την τράπεζα όπως επίσης και το βιβλιοπωλείο. Η δεύτερη ενότητα, άβατη στους κοσμικούς, περιλαμβάνει τα κελλιά των μοναχών, τη βιβλιοθήκη και τα δωμάτια φιλοξενίας. Ακολουθήθηκε πιστά η λαϊκή αρχιτεκτονική των κυπριακών μονών του 17ου – 18ου αιώνα, πού έχει χαρακτήρα απλό και ταπεινό και προσιδιάζει περισσότερο στο πνεύμα του μοναχισμού. Σε διάστημα λιγότερο από δύο χρόνια όλα αυτά είναι έτοιμα. Η μεγάλη εφέστιος εικόνα του Αγίου Γεωργίου ήταν φυλαγμένη πίσω από το εικονοστάσι του Αγίου Μάμα Τρούλλων. Αποτελείται από ξύλα ενός δένδρου που στην Κύπρο λέγεται αόρατος (άρκευθος), τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με δύο κάθετους ζυγούς. Η ζωγραφική επιφάνεια είχε πέσει σχεδόν ολόκληρη. Μεταξύ των ελαχίστων τεμαχίων πού απέμειναν έβγαινε η ονομασία του Αγίου «Μαυροβουνιώτης». Η εργασία της ζωγραφικής από την αδρή πινελιά φαίνεται να είναι έργο του Παύλου ιερογράφου, γνωστού αγιογράφου των μέσων του 17ου αιώνα. Τα ελάχιστα εναπομείναντα σημεία της εικόνας ήταν αρκετά, ώστε να ξαναγίνει το σχέδιο και η επαναζωγράφηση ακριβώς στα ίχνη της παλαιάς.

Συνεχίζεται…

Πηγή: Αρχιμ. Συμεών, Η Μονή Αγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου, γ΄ έκδοση, Κύπρος 2009