Θεολογία και Ζωή

Τον νέκρωσε η αμαρτία, τον ανέστησε η μετάνοια.

2 Μαρτίου 2011

Τον νέκρωσε η αμαρτία, τον ανέστησε η μετάνοια.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

Στο σημερινό Ευαγγέλιο ακούσαμε την Παραβολή του ασώτου υιού. Με αυτήν ο Κύριος θέλει να μας φανερώσει α) τον πλούτο της αγάπης του στον άνθρωπο, προς τον οποίο κινείται με «μανικόν έρωτα» και «παραφοράν αγάπης». Και β) να εκθέσει την ιστορία της ανθρωπότητας, η οποία εκπροσωπείται με δύο γιους. Ο ένας, ο νεώτερος, φεύγει από το πατρικό σπίτι, γίνεται άσωτος, αλλά ταπεινώνεται, μετανοεί και απολαμβάνει την αγάπη και το έλεος του Πατέρα. Ο άλλος, ο μεγαλύτερος, φαινομενικά βρίσκεται κοντά στον Πατέρα, ενώ πραγματικά είναι μακρυά του, γιατί φθονεί τον αδελφό του, δεν υπακούει στον πατέρα του, εμμένει στο θέλημά του και στερείται του πατρικού συμποσίου. Ας τα δούμε όλα πιό αναλυτικά.

1. Ο άνθρωπος και η «ουσία»

Ο άνθρωπος, για τον οποίο μιλά η Παραβολή, είναι ο Θεός. που για να μας δείξει τον πλούτο της φιλανθρωπίας του, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και έγινε άνθρωπος, για να μας κάνει θεούς. Με τους δύο γιους θέλει να δείξει την ιδιότητα του πατέρα, με πολύ δυνατή την πατρική αγάπη, που ξέρει να σφιχταγκαλιάζει, να φιλά, να δέχεται, να συγχωρεί τους αμαρτωλούς. Απ’ αυτό τον πατέρα ζητεί ο νεώτερος γιός, το «επιβάλλον μέρος της ουσίας». Ποιά είναι η «ουσία» αυτή; Είναι τα θεία χαρίσματα που μας χάρισε ως πατέρας, για να έχουμε τη δυνατότητα να του μοιάσουμε. Είναι η ίδια η ύπαρξή μας η υλική, ο «χους (=το χώμα) εκ της γης», το αισθητό μέρος, αλλά και η «πνοή ζωής», η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που έβαλε μέσα μας, το πνευματικό μέρος της ύπαρξής μας, για να ζωοποιεί την υλική φύση μας. Για να φωτίζει τον κυβερνήτη νου και τις άλλες δυνάμεις μας (σκέψη, φρόνηση, θέληση, επιθυμίες) να κατευθύνονται «άνω»: Να μπορούμε να πραγματοποιούμε τη ζωή ως αγάπη, σχέση και κοινωνία με τον Θεό και τους ανθρώπους, κατ’ εικόνα των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος.

Έτσι ο άνθρωπος είναι πνεύμα και ύλη, επίγειος, αλλά και ουράνιος. Πλάστηκε για να είναι ενιαίος και αδιαίρετος και να ζει και να υπάρχει θεανθρώπινα. Να είναι εικόνα και «δόξα», δηλαδή φανέρωση του Θεού. Κάθε χωρισμός του θείου από το ανθρώπινο, είναι απόρριψη της σχέσεως με τον Θεό, διασπά και τεμαχίζει τον άνθρωπο και φέρει τον θάνατό του. Αυτή είναι η «ουσία», που μας χάρισε ο Θεός και την οποία ο νεώτερος γιός ζήτησε από τον Θεό να χωρίσει στα δυό. Να χωρίσει το θείο από το ανθρώπινο.

2. Η πορεία του νεώτερου γιου

Η πορεία του νεώτερου γιού, είναι η πορεία του ανθρώπου της πτώσεως, πορεία προς τον θάνατο, στην αληθινή κόλαση, γιατί είναι πορεία απόρριψης και εγκατάλειψης του Θεού. Ξεκινά από τη στιγμή, που ο νεώτερος γιός ζητά να φύγει από το πατρικό σπίτι και την παρουσία του Πατέρα. Και όταν λέμε να φύγει, δεν σημαίνει σε άλλο τόπο, αλλά σε άλλο τρόπο ζωής. Να μη είναι κάτω από την κηδεμονία του Θεού και χωρίς την τήρηση των εντολών Του, που είναι ζωή. Πίστεψε πως μπορεί μόνος του να γίνει θεός. Νόμισε πως είναι ικανός για όλα. Νόμος του ο εαυτός του, η φιλαρέσκεια του, η φιλαυτία του. Έκανε κακή χρήση του θείου χαρίσματος του «αυτεξουσίου», της ελευθερίας, που μας χάρισε ο Θεός να επιλέγουμε τον τρόπο ζωής μας, μαζί μ’ Αυτόν ή χωρίς Αυτόν.

Γι’ αυτό ο Πατέρας-Θεός δεν προσπαθεί να αποτρέψει τον γιό του από τη φυγή, γιατί δεν θέλει κοντά του ανθρώπους, που δεν τον αγαπούν και νομίζουν πως δεν τον έχουν ανάγκη. Τους αφήνει να ωριμάσουν, να καταλάβουν την ανεπάρκειά τους, να δοκιμαστούν ελεύθερα και μόνοι τους να επιστρέψουν.

Έτσι ο άσωτος -ο πεπτωκώς άνθρωπος- «συναγαγών άπαντα» τα θεία χαρίσματα, την «ουσία» του πατέρα του, «αποδημεί» από τον τρόπο ζωής του Θεού, την προσωπική σχέση μαζί Του και αρχίζει άλλη ζωή, χωρίς τον Θεό. Τον ενδιαφέρει να ζήσει βιολογικά, για να ικανοποιεί τις επιθυμίες του υλικού μέρους της ύπαρξής του. Και εγκαταλείποντας τον Θεό, παίρνουν τη θέση Του τα αμαρτωλά πάθη. Αυτά τον κυβερνούν και τον κατευθύνουν και υποδουλώνεται σ’ αυτά. Η «ουσία» του, τα χαρίσματα που του έδωσε ο Θεός, διασκορπίζονται στα διάφορα πάθη, για να απολαύ­σει τις ηδονές της αμαρτίας. Οι ηδονές όμως δεν διαρκούν. Μόλις ο άνθρωπος δοκιμάσει την ηδονή, αυτή φεύγει και ο άσωτος θέλει την επανάληψή της. Ο διάβολος δεν επιτρέπει τον κορεσμό, για να μη σταματήσει ο άνθρωπος να αμαρτάνει. Είναι η αμοιβή των δαιμόνων, όταν ο άνθρωπος υποδουλωθεί σ’ αυτούς. Είναι ο θάνατος της ψυχής από την απουσία του Θεού.

Το Ευαγγέλιο μίλα για λιμό και στέρηση του άσωτου. Είναι ο λιμός για τον οποίο ομιλεί ο Μ. Κανών, «Λιμός Θεού κατέλαβέ με». Είναι η πνευματική πείνα από τη στέρηση του Θεού. Όλες οι τροφές, που ικανοποιούν μόνο το σώμα, μοιάζουν με ξυλοκέρατα, αν λείπει ο «Άρτος της Ζωής». Τρέφεται το σώμα, αλλ’ η ψυχή πεθαίνει από ατροφία και ακολουθεί η φθορά και ο θάνατος του σώματος. Επειδή η φιλήδονη ζωή δεν χορταίνει τον άνθρωπο, νοιώθει την πείνα και την στέρηση του Θεού, από τον διασκορπισμό των θείων χαρισμάτων. Τίποτε το θείο και πνευματικό δεν του μένει. Η στέρηση είναι πλήρης. Γι’ αυτό και έγινε άσωτος, δηλαδή στερημένος σωτηρίας. Στερημένος από τον Θεό, από τη σχέση μαζί Του, από την ευλογία να αγαπά και να αγαπάται. Η φύση του αμαυρώθηκε.

Το κενό όμως του Θεού, κανένας δεν μπορεί να το αναπληρώσει. Χωρίς Θεό θα είναι μόνο «σάρκα», που φθείρεται και πεθαίνει. Εξομοιώνεται προς τα ζώα και μάλιστα τους χοίρους. Η ζωή του έγινε χοιρώδης, δηλαδή εμπαθής και ακάθαρτη. Σ’ αυτό τον εξώθησαν και οι «πολίτες» της μακρινής εκείνης από τον Θεό χώρας, οι δαίμονες. Εκεί οδηγείται ο άνθρωπος, πού θεωρεί βαρύ τον ζυγό του Κυρίου. Υποτάσσεται στον ζυγό των παθών και πέφτει στην κατάσταση των ζώων. Τη δόξα και την τιμή που του χάρισε ο Θεός, τη σχέση με τον Θεό της αγάπης και τους αδελφούς του, την πήραν οι χοίροι, τα ξυλοκέρατα, οι χοιροβοσκοί, η σάρκα, τα πάθη. «Πάση ηδονή επομένη εστίν η αηδία» (αββάς Ισαάκ). Εκείνο που ακολουθεί τη σαρκική ηδονή είναι η αηδία.

«Τη νοοτροπία του άσωτου, ας τη ζητήσουμε στους εαυτούς μας» (ι. Χρυσόστομος).

3. Ήλθεν «εις εαυτόν»

Μετά τη συνειδητοποίηση της πτώσεώς του, της αποτυχίας και της αστοχίας του να απολαύσει τη ζωή, όπως σχεδίασε και οραματίστηκε, «ήλθεν εις εαυτόν». Επομένως όταν ενεργούσε, όπως ενήργησε, ήταν «εκτός εαυτού». Η αναγνώριση της πτώσεως μας, είναι προϋπόθεση για τη μετάνοια.

«Αρχή Μετανοίας το πένθος», η λύπη. Είναι το ξεκίνημα για τη σωτηρία. Τώρα αρχίζει να καταλαβαίνει ότι η τάση για απομάκρυνση από τον Πατέρα του, ήταν οι αντιστάσεις της σαρκικής φύσεώς του, για να μη υποταγεί στον Θεό και το θέλημά του. Επειδή υπόκυψε στην αυτόνομη χοϊκή φύση του, υποδουλώθηκε σ’ αυτή και έφθασε μέχρι τον άδη. Τώρα που έγινε «νεκρός και απολωλώς», θα κατάλαβε το κόστος της απομάκρυνσης από τον Θεό Πατέρα.

Η μόνη σωτηρία είναι το: «Αναστάς πορεύσομαι προς τον Πα­τέρα μου». Όσο κι’ αν βυθίστηκε στην ακολασία και την ασωτία, όσο κι’ αν έζησε στον άδη, η εικόνα του Πατέρα δεν αφανίστηκε από μέσα του. Η δίψα της επιστροφής στον πατέρα, είναι κατάλοιπο από τον αρχικό τρόπο της ζωής ως αγάπης και κοινωνίας με τον Πατέρα.

Η αίσθηση ότι έχει πατέρα έγινε η σωτηρία του. Και όταν τον εγκατέλειπε, πατέρα τον είπε και τώρα που επιστρέφει, πατέρα τον προσφωνεί. «Αναστάς» από την πτώση του, ήλθε προς τον πατέρα αυτού.

Και ο πατέρας φαίνεται υπερβολικά σπλαχνικός. Με τη σιωπώσα αγάπη του, τον ανέμενε στον σταυρό της αναμονής, μέχρι να επιστρέψει. Και τώρα τρέχει μακρυά, τον αγκαλιάζει ολόκληρο και τον καταφιλεί, για να του δείξει πως γίνεται δεκτός, όχι σαν δούλος, αλλά υιός. Με το φίλημά του τον εξαγνίζει και τον αγιάζει.

Παρ’ όλη την αγάπη του πατέρα ο άσωτος, που τώρα σώζεται, εξομολογείται την αμαρτία του: «Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου…». Είναι σαν να λέγει: Για όλα εγώ πταιω. Δεν τα ρίχνει στον πατέρα του, πως τον είχε τάχα πολύ αυστηρά, πως τον καταπίεζε και γι’ αυτό έφυγε. Πιστεύει πως μόνο αυτός είναι ένοχος και αποφεύγει όλες τις δικαιολογίες. Οι εντολές του Πατέρα Του ήταν «φορτίο ελαφρό».

Ο πατέρας τον αποκαθιστά στην αρχική θέση του υιού. Τον ντύνει με την αρχική στολή, τη θεία Χάρη και του χαρίζει ξανά την υιοθεσία. Δεν τον κάνει «μίσθιον» (=μισθωτό) αλλά υιό αγαπητό. Του προσφέρει «δακτύλιον» στο χέρι, που είναι ο αρραβώνας της μελλούσης ζωής και Βασιλείας, που είναι σημείο ότι ξαναρχίζει η σχέση με τον επουράνιο Νυμφίο.

Αν η αρχή της Μετανοίας είναι το πένθος, το τέλος είναι η αποκατάσταση στον πατρικό οίκο. Αρχίζει μια άλλη ζωή, ως αγάπη, σχέση και κοινωνία με τον Θεό και τους ανθρώπους, «κατ’ εικόνα» της ζωής των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Είναι συμμετοχή στη ζωή του Χριστού. Αυτό είναι Μετάνοια. Και «υποδήματα εις τους πόδας» για τον ευαγγελισμό, γιατί χριστιανός είναι «η του πλησίον ωφέλεια». Και ακόμη είναι η δύναμις για να «πατά επάνω όφεων και σκορπιών» (τον σατανά). Και του δίνει και το πιό σπουδαίο: Τον «Μόσχον τον σιτευτόν» -Σώμα και Αίμα Χριστού- που σφάγηκε, για να μας μεταδίδει τη ζωή του. Τώρα θα απαλλαγεί από τον «λιμόν Θεού», γιατί θα τρώγει τον «Μόσχον», τον «πάντοτε εσθιόμενον και μηδέποτε δαπανώμενον». Είναι η τροφή για όσους μένουν στο σπίτι του Πατέρα. Και «φαγόντες ευφρανθώμεν». Όλους τους ενώνει μεταξύ τους και με τον Θεό η κοινή συμμετοχή στον «Μόσχον τον σιτευτόν». Αρχίζει ένας καινούργιος τρόπος ζωής, αγάπης και κοινωνίας και αλληλοπεριχώρησης. Όλοι χωράνε σε όλους και στον Θεό και ο Θεός σ’ αυτούς. Είναι αυτό που συνιστά την Εκκλησία. Σ’ αυτή τη νέα ζωή, μας οδηγεί η Μετάνοια, το δεύτερο Βάπτισμα. Απαιτείται όμως αγώνας για διαφύλαξη. Ο φόβος μήπως φθάσουμε σ’ αυτό τον ξεπεσμό, «μοιάζει με ράβδο πατρική που μας κυβερνά, μέχρι που θα φθάσουμε στον παράδεισο τον πνευματικό. Και όταν φθάσουμε εκεί μας αφήνει (ο φόβος) και φεύγει» (αββάς Ισαάκ).

4. Ο πρεσβύτερος υιός

Το κριτήριο που δίνει η Παραβολή, για την αξιολόγηση των δύο υιών, στους οποίους βρισκόμαστε όλοι, είναι η άγαπητική σχέση με τον Πατέρα τον «εν τοις ουρανοίς» και με τον κάθε άνθρωπο-αδελφό. Μπορούμε να αγαπήσουμε τον Θεό-Πατέρα με όλο το είναι μας και να δεχθούμε μέσα μας τον άλλο άνθρωπο, χωρίς εξαίρεση; Αυτό μάς σώζει.

Ο νεώτερος γιός έφτασε στον θάνατο, γιατί τραυμάτισε και απέρριψε τη σχέση αυτή. Και ήρθε στη ζωή, όταν μετανόησε, εξομολογήθηκε και αποκατάστησε τη σχέση με τον Πατέρα του.

Ο πρεσβύτερος γιός, φαινομενικά διατηρούσε τη σχέση με τον Πατέρα, αλλά πραγματικά δεν υπήρχε. Όπως αναφέρεται στην Παραβολή, όταν ήλθε ο αδελφός του, βρισκόταν στους αγρούς και όταν ήλθε και πληροφορήθηκε τη χαρά του σπιτιού του, «ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν» στο σπίτι. Αν ήταν αληθινός γιός του Πατέρα, που ήταν όλος αγάπη, έπρεπε να χαιρόταν και να εκδήλωνε την αγάπη του, «κατ’ εικόνα» του Πατέρα. Δεν το έκανε, γιατί μέσα του είχε τα πάθη του φθόνου, του μίσους, της υπερηφάνειας. Αυτά του σύγχυζαν την ψυχή και του σκότιζαν το λογικό. Αγαπούσε μόνο τον εαυτό του και τον θεωρούσε αλάθητο. Του έλειπε η ταπείνωση. Ο πατέρας του χαιρόταν για την ευτυχία του παιδιού του και αυτός λυπόταν. Ποθούσε την τιμωρία του αδελφού του. Θα χαιρόταν αν ο πατέρας τον απέπεμπε. Άρα δεν είχε σχέση με τον Πατέρα.

Τον νεώτερο γιό τον έσωσε η αίσθηση της πατρότητας. Ο μεγαλύτερος, ούτε πατέρα δεν τον προσφωνεί. Η σχέση του με τον πατέρα δεν είναι εσωτερική-αγαπητική, αλλά τυπική. «Τόσα χρόνια σου δουλεύω…». Δούλευε την περιουσία και αγάπη δεν είχε, ούτε στον πατέρα του, ούτε στον αδελφό του. Ισχυρίζεται, πως ουδέποτε παράκουσε τον πατέρα του και τώρα μόλις τον παρακαλεί και αυτός παρακούει και δεν μπαίνει στο σπίτι.

Τον αδελφό του δεν τον αποκαλεί αδελφό, αλλά «ο υιός σου ούτος». Δηλαδή μπορεί ένας να φαίνεται πως είναι κοντά στον Θεό, πως δεν λείπει από την εκκλησία και να καυχάται γι’ αυτό. Αν όμως δεν έχει σχέση με τον Θεό και αγάπη στους αδελφούς του, δεν ζει «κατ’ εικόνα» Θεού.

Η Εκκλησία είναι κοινωνία αγαπωμένων προσώπων. Ο πρεσβύτερος γιός σε κανένα σημείο δεν φαίνεται να παραδέχεται πως έκανε λάθος και να εξομολογηθεί, για να πάρει συγχώρηση. Για όλα φταίει ο πατέρας. Γιατί δέχτηκε το παιδί του, γιατί έσφαξε τον μόσχο τον σιτευτό, γιατί δεν του έδωσε ένα ερίφιο… . Εκθέτει τον αδελφό του, ότι σπατάλησε τήν περιουσία «μετά πορνών», γιατί υπεράνω όλων έχει την οικονομία, το χρήμα και μάλιστα εξευτελίζει τον αδελφό του, για να δείξει τη δική του υπεροχή. Αυτοαποκλείστηκε από τον Παράδεισο της αγάπης του Πατέρα, γιατί δεν είχε αγάπη. Έμεινε χωρίς σωτηρία, ά-σωτος, γιατί δεν «ήλθεν εις εαυτόν». Όπως λένε οι Πατέρες, ο Θεός, για τους καθαρούς είναι φως που φωτίζει, ενώ για τους μη καθαρούς πυρ που φλογίζει.

Εμείς πού βρισκόμαστε; Ποιόν από τους δυό εκπροσωπούμε; Ο Θεός να μας αξιώσει να «έλθωμεν εις εαυτούς», για να κάνουμε τις ορθές διαπιστώσεις, για να μη στερηθούμε του «οίκου του Πατρός» μας και της ευωχίας του Μόσχου του σιτευτού.

(Παύλου Μουκταρούδη, θεολόγου. «Διήρχετο διά των σπορίμων», τ. Β΄εκδ. Ι.Μητροπόλεως Λεμεσού-2008)