Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΆγιον Όρος

Κοσμάς Μοναχός.Έν​α μικρό αφιέρωμα στον Ηπειρώτη (Αρτινό) καλόγερο που έγραψε ιστορία…​..

21 Σεπτεμβρίου 2012

Κοσμάς Μοναχός.Έν​α μικρό αφιέρωμα στον Ηπειρώτη (Αρτινό) καλόγερο που έγραψε ιστορία…​..

Σύντομα βιογραφικά στοιχεία.

Ο Μοναχός Κοσμάς, κατά κόσμον Ανδρέας Παπαπέτρου, γεννήθηκε στο Γκρίμποβο στις 10 Μαρτίου 1952. Οι γονείς του Γεώργιος και Δήμητρα ήταν άνθρωποι απλοί με βαθιά πίστη στον Θεό.

Ο νεαρός Ανδρέας διακρινόταν από μικρός για την έφεση στα γράμματα. Τελείωσε αριστούχος στην πατρίδα του το Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Εισήλθε στην Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και πήρε το πτυχίο του με άριστα συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στην Ρώμη.

Από την Ρώμη στο Άγιο Όρος και στην Καλαβρία

Ήδη από την νεότητά του διακρινόταν για το ευρύ και ανήσυχο πνεύμα του, το οποίο δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί από μία ζωή συμβατική και «συνηθισμένη». Έψαχνε για το απόλυτο, για πληρότητα ζωής και ελευθερίας. Διαβάζοντας τους βίους των Αγίων και γνωρίζοντας ενάρετους μοναχούς, πόθησε να ακολουθήσει την ζωή τους, μία ζωή κοντά στον Θεό, απερίσπαστη, ασκητική, με προσευχή και εγκράτεια.

Έτσι, εγκαταλείποντας την ματαιότητα του κόσμου, πήρε την μεγάλη απόφαση και το 1984,σε ηλικία 32ετων, πήγε στο Άγιο Όρος, στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου μετά από ενάμιση χρόνο, στις 17 Ιανουαρίου 1986 έγινε μοναχός παίρνοντας το μοναχικό όνομα Κοσμάς.

Η επιλογή του ονόματος δεν ήταν τυχαία. Προστάτη του Άγιο θεωρούσε τον αγιορείτη Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, ο οποίος μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες, κατά τα μέσα του 18ου αιώνα μπόρεσε, ξεκινώντας από το Άγιο Όρος να μεταλαμπαδεύσει την φλόγα της ορθοδόξου πίστεως και της αγάπης προς τον Θεό, προς τα περισσότερα μέρη της τουρκοκρατούμενης τότε Ελλάδας. Χάρις στο ιεραποστολικό έργο του αγιορείτου νέου ιερομάρτυρος Κοσμά του Αιτωλού, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού παρέμεινε χριστιανικό και ορθόδοξο.Μέσα στην Μονή της Μεγίστης Λαύρας παρέμεινε ο π. Κοσμάς ως μοναχός ενάμιση χρόνο. Φλεγόμενος από τον πόθο της ησυχίας, και αφού ασκήθηκε άλλο ενάμιση χρόνο στην έρημο του Αγίου Όρους, εγκαταστάθηκε το 1989 στην Καλύβη του Αγίου Βασιλείου-Οσίου Θεοφίλου Μυροβλύτου στην ερημική περιοχή της Καψάλας, στα όρια της Μονής Παντοκράτορος μέσα σε αυστηρή άσκηση και κακοπάθεια. Είχε ιδιαίτερο σύνδεσμο με τον γνωστό αγιορείτη ενάρετο Γέροντα Παΐσιο. Όταν ο π. Κοσμάς είχε συναντήσει τον π. Παΐσιο, τότε αυτός, δίχως να τον γνωρίζει, τον κοίταξε και του είπε: «Τι ωραίος τόπος που είναι η Καλαβρία π. Κοσμά!». Ο π. Κοσμάς απόρησε, και από τότε άρχισε με πιο πολύ ζήλο να ενδιαφέρεται και να μελετά.

Καρπός των μελετών του υπήρξε η έκδοση του πρωτοτύπου κειμένου με νεοελληνική μετάφραση του Βίου του Οσίου Λουκά του Γραμματικού το 1992 καθώς και του πρωτοτύπου κειμένου του Βίου του Οσίου Ηλία του Νέου (του Σικελιώτου), με εισαγωγή και μετάφραση στα νέα ελληνικά και παράλληλη μετάφραση στα ιταλικά από τον Stefano dell’ Isola, το 1993.

Με ενέργειες του π. Κοσμά τελέσθηκε στις 2.5.1993 θεία Λειτουργία στον παλαιό μικρό ναό του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στον Ιέρακα της Καλαβρίας που ήταν κλειστός για αιώνες. Παρόντος του ιδίου, ο Καλαβρός φιλόλογος Domenico Minuto ανέγνωσε στα ιταλικά λόγο του π. Κοσμά που άρχιζε ως εξής:«Ήρθαμε εδώ από την απέναντι στεριά ακολουθώντας τους ίδιους δρόμους που έκαναν οι εικόνες της Παναγίας, μία από τις οποίες, η Οδηγήτρια (Madona d’ Istria) του Ιέρακος, έφθασε εδώ κάτω στο γιαλό. Τις ίδιες διαδρομές έκαναν και οι Άγιοι της Καλαβρίας, που πήγαιναν όπου τους οδηγούσε το Πνεύμα του Θεού. Άλλωστε αυτή η θάλασσα περισσότερο μας ενώνει, παρά μας χωρίζει» 

Tό το ίδιο Πνεύμα του Θεού οδήγησε τον π. Κοσμά, μετά από μία σύντομη παραμονή στην έρημο του Αγίου Όρους, να μεταβεί τον επόμενο χρόνο, φθινόπωρο του 1994, στην Καλαβρία όπου παρέμεινε για 11 συνεχόμενα χρόνια μέχρι το τέλος του 2005. Έχοντας την ευλογία του πνευματικού του εγκαταστάθηκε στα ερείπια του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννου του Θεριστού στο Μπιβόντζι. Αναστήλωσε τον ερειπωμένο ναό με πολλούς κόπους, ζώντας σε συνθήκες ιδιαίτερα δύσκολες. Αναφέρει σε ένα σχετικό κείμενο:«Μόλις πρωτοήρθα να μείνω μέσα στα ερείπια του Μοναστηριού γοητεύθηκα από την ερημιάεπιθυμούσα ν  ἀκουστον ξανά οι ψαλμωδίες μας, η ελληνική λαλιά…».Έγραφε εξομολογητικά: «Θυμούμαι νοσταλγικά τα πρώτα χρόνια στο μοναστήρι, όταν η εκκλησία ήταν ξεσκέπαστη, όπου φώλιαζε ο γκιώνης. Χωρίς νερό, χωρίς ηλεκτρικό. Όμως η χάρη του αγίου ήταν εμφανής… Προτίμησα το ρόλο του καντηλανάφτη κι όχι του ιεραποστόλου. Εδώ έζησαν πολλοί άγιοι…».

Για την επιστροφή της Ορθοδοξίας στην Ιταλία αναφέρει επιγραμματικά ο π. Κοσμάς:«τρεις είναι οι παράγοντες που επέτρεψαν και προκάλεσαν την επιστροφή της Ορθοδοξίας. Ο πρώτος ήταν η έντονη επιθυμία μερικών πεφωτισμένων, οι οποίοι ανέπτυξαν σχέσεις με την Ελλάδα και ιδιαίτερα με το Άγιον Όρος.

Ο δεύτερος είναι η Ενωμένη Ευρώπη, η οποία επιτρέπει άνετη και απρόσκοπτη κίνηση μεταξύ των πολιτών των κρατών-μελών της… Ο τρίτος παράγοντας είναι η αποϊεροποίηση του Δυτικού κόσμου, ο οποίος εναγωνίως αναζητά το ιερόΗ παρουσία μας σ  ἕναν τόπο που είχε τραφεί με φιλοκαλικά κείμενα κατά το παρελθόν είναι ευπρόσδεκτη και προκαλεί ποικίλες συζητήσεις, καλές περιέργειες και ενδιαφέρουσες αναζητήσεις».

Για το έργο του π. Κοσμά στην Ιταλία υπάρχουν σίγουρα πολλοί άνθρωποι με πλούσιες προσωπικές εμπειρίες που θα είχαν πολλά να πουν για τον ταπεινό μοναχό, τον διακονητή των Αγίων, για την ανιδιοτελή και γεμάτη αγάπη προσφορά του σε όλους αδιακρίτως.Μερικούς μήνες μετά την άδικη και οδυνηρή απομάκρυνση του π. Κοσμά από την Ιταλία, επανήλθε στην Καψάλα το καλοκαίρι του 2006 και συγκεκριμένα στην Καλύβη των Εισοδίων της Θεοτόκου. Στο ιστορικό αυτό εξάρτημα της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος έζησαν κατά το παρελθόν σπουδαίες προσωπικότητες όπως ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο άγιος Μακάριος Κορίνθου και ο άγιος Νήφων ο Χίος. Στην ταπεινή αυτή Καλύβη, της οποίας ήτο Γέρων, άφησε την τελευταία του πνοή στις 12 Δεκεμβρίου 2010 (Ν.Η.).Μέχρι τέλους, ο πόθος και η αγάπη του για τους αδελφούς του στην Ιταλία έφλεγε την καρδιά του.

Σε ένα από τα τελευταία του κείμενα τολμά να αναφέρει εξομολογητικά αλλά και προφητικά:«Όλες οι ομορφιές του κόσμου τούτου μου άφησαν ένα κατακάθι πίκρας και μαρασμού… Πέρα από ένα ξεφάντωμα, πέρα από μια αισθητική απόλαυση, πέρα από μια ύψιστη σαρκική ηδονή, ο Θεός μας περιμένει πάντα στην άλλη όχθη όταν αποκαμωμένοι από το ανικανοποίητο νιώθουμε την παγερή μοναξιά μας… Πάντα ανοίγει ένα παράθυρο σκοτεινό αλλά αληθινό και μας δείχνει αν θέλουμε να δούμε τα πράγματα διαφορετικά. Μη φοβηθείς τέτοια παράθυρα ούτε να σβήσης από τη μνήμη σου έναν αιφνίδιο θάνατο ενός συμπολίτη σου γιατί θα χάσης ένα πολύτιμο οπτικό πεδίο. Οι ατυχίες είναι κοντά, έτοιμες να ανοίξουν ρήγμα στην τσιμεντένια αυτοπεποίθησή μας. Μέσα απ  ατ τα «απαίσια» ρήγματα φθάνει ο Θεός που σέβεται κι αγαπά την μοναξιά μας. Τίποτε ισχυρότερο από την απελπισία».

Και σε ένα άλλο κείμενό του επίσης αναφέρει:«Αναλογίζομαι το έργο του Κυρίλλου και του Μεθοδίου, το οποίο εξωτερικά απέτυχε αλλά είχε μακροχρόνιες επιπτώσεις. Αναλογίζομαι τις ταπεινώσεις και τους διωγμούς που υπέστησαν».Πράγματι,ο π. Κοσμάς δεν θα πρέπει να σβήσει από την μνήμη μας. Ο αιφνίδιος θάνατός του μας ανοίγει ένα πολύτιμο οπτικό πεδίο. Το έργο του, πιστεύουμε, θα έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις. Άναψε το κεράκι του αγιορειτικού μοναχισμού και της ορθοδόξου παραδόσεως μετά από πολλούς αιώνες στην Ιταλία, και τώρα, ελεύθερος στον ουρανό, απαλλαγμένος από κάθε πόνο, λύπη και στεναγμό, συνεχίζει την αποστολή του: να εύχεται για τους αδελφούς του που τόσο αγάπησε.

Αιωνία η μνήμη του δούλου του Θεού Κοσμά μοναχού !Να έχουμε την ευχή του!

Κοσμάς Μοναχός. Ο Τελευταίος Νεκρός Ταξιδιώτης.
( Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σύναξη τεύχος 117 )
 
Ο π. Κοσμάς, Aγιορείτης μοναχός, κατά κόσμον Ανδρέας Παπαπέτρου, φιλόλογος, έγινε δόκιμος στη Μονή της Λαύρας στα τέλη του 1984 και εκάρη αρχές του 1986. Διέμεινε σε διάφορα μέρη του Αγίου Όρους μέχρι το 1994. Επί δέκα έτη βρισκόταν στην Κάτω Ιταλία (1994-2005). Εκοιμήθη στις 12.12.2010 στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου στην Καψάλα του Αγίου Όρους.Στις συζητήσεις του επέμενε ιδιαίτερα στις «επιστροφές» της παπαδιαμαντικής αφήγησης ως σταθερού μοτίβου της. Περισσότερο αναφερόταν στον «Αμερικάνο» και στον «Νεκρό Ταξιδιώτη». Θεωρούσε ότι ο Παπαδιαμάντης ζούσε με την προσμονή της επιστροφής στη γενέτειρά του και ότι οι «επιστροφές» στο έργο του είναι κατά κάποιον τρόπο «αυτοβιογραφικές». 

Το μοτίβο ολοκληρώνεται στον «Νεκρό Ταξιδιώτη», που δημοσιεύεται το 1910, λίγο πριν από τον θάνατο του μεγάλου συγγραφέα. Στο τρίτο μέρος των «Λογισμών και διαλογισμών» του «στη Μεγάλη Ελλάδα», που δημοσιεύτηκε αμέσως μετά τον θάνατο του, σχολιάζοντας το Συναξάρι της 25ης Αυγούστου για την επάνοδο του λειψάνου του Αποστόλου Βαρθολομαίου, ο π. Κοσμάς γράφει: «Νεκρός επιτύμβιος, θαλασσοπόρος γεγένησαι, ταις θείαις προστάξεσιν καταπειθόμενος, και ως ήλιος, προς Δύσιν εξ Εώας, Απόστολε έφθασας, καταφωτίζων αυτήν […] Ίσως ο επιμελητής του Παπαδιαμάντη θα έπρεπε να γράψει κάτι εδώ έχοντας υπ’ όψιν τον “Νεκρό Ταξιδιώτη” που έφθασε αρμενίζοντας στη Σκιάθο. Άλλωστε γνωρίζουμε ότι ήταν βαθύς και άπληστος αναγνώστης και γνώστης των Συναξαρίων»[1].

Ο π. Κοσμάς, πριν γίνει μοναχός, είχε βρεθεί για λόγους μεταπτυχιακών σπουδών στη Ρώμη. Τότε συνδέθηκε με κύκλο Ορθοδόξων Ελλήνων που κατοικούν μόνιμα εκεί και μεταστραφέντων. Η γνωριμία του με τους ανθρώπους αυτούς, όπως και το ενδιαφέρον του για τα απομεινάρια των ελληνοφώνων της πάλαι ποτέ Μεγάλης Ελλάδας, έφεραν τα βήματά του πάλι στην Ιταλία. Με ενέργειες των παραπάνω και δικές του τελέστηκε στις 2.5.1993 Θεία Λειτουργία στον παλαιό μικρό ναό του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στον Ιέρακα της Καλαβρίας, που ήταν κλειστός για αιώνες. Παρόντος του ιδίου, ο Καλαβρός φιλόλογος Domenico Minuto ανέγνωσε στα ιταλικά λόγο του π. Κοσμά που άρχιζε ως εξής: «Ήρθαμε εδώ από την απέναντι στεριά ακολουθώντας τους ίδιους δρόμους που έκαναν οι εικόνες της Παναγίας, μια από τις οποίες, η Οδηγήτρια (Madona d’ Itria) του Ιέρακος, έφθασε εδώ κάτω στο γιαλό. Τις ίδιες διαδρομές έκαναν και οι Άγιοι της Καλαβρίας, που πήγαιναν όπου τους οδηγούσε το Πνεύμα του Θεού. Άλλωστε αυτή η θάλασσα περισσότερο μας ενώνει, παρά μας χωρίζει»[2]. Από το 1994 μέχρι το 2005 θα μείνει στην περιοχή. Θα εγκατασταθεί στα ερείπια του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννου του Θεριστή στο Μπιβόντζι και θα το αναστηλώσει εκ θεμελίων. Ζώντας εκεί σε συνθήκες πολύ δύσκολες, χωρίς στοιχειώδεις προϋποθέσεις, σχεδόν στο ύπαιθρο, πέτυχε να ξαναλειτουργήσει το μοναστήρι και να γίνει ο νέος κτίτοράς του.

Ο π. Κοσμάς ζούσε με ένα όνειρο. Την αναβίωση του μοναχισμού και της Ορθοδοξίας στην ελληνόφωνη Μεγάλη Ελλάδα. Το όνειρό του ήταν «ουτοπικό». Άνθρωπος παθιασμένος με τις ιδέες του, δεν μπορούσε να αντιληφθεί την προβληματική του εγχειρήματος. Το όνειρό του δεν έγινε ούτε στιγμή Ουτοπία. Οι ουτοπίες απαιτούν άλλες προϋποθέσεις, ικανές να συνεγείρουν συλλογικότητες σε ένα όραμα που μπορεί να απειλήσει και τελικά να ανατρέψει την πραγματικότητα. Αντίθετα η «ουτοπία» του π. Κοσμά δεν πέτυχε τίποτε περισσότερο από τη δική του παρουσία, τη ζεστασιά του, τη φροντίδα για τους ανθρώπους που τον πλησίαζαν μέσα από μια ανιδιοτελή πέρα για πέρα συνείδηση. Πολλοί από μας συνάντησαν ανθρώπους που βρέθηκαν ή πέρασαν από κοντά του, κυρίως Έλληνες φοιτητές αλλά και Ιταλούς που ένιωσαν το πραγματικό ενδιαφέρον του για την πνευματική τους πορεία. Αλλά μέχρι εδώ και ουδέν πλέον.

Ο π. Κοσμάς αμύητος στην καθημερινότητα του βίου, «ασυνάλλακτος και αμαθής των ανθρωπίνων διδαγμάτων», σύμφωνα με αρχαίο ορισμό του μοναχού, δεν μπόρεσε να διαχειριστεί τις δυσκολίες και τα προβλήματα που ανέκυψαν κατά την ανάπτυξη του εγχειρήματός του. Το πρώτο ήταν η εκκλησιαστική γραφειοκρατία, που δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει τον π. Κοσμά και να τον εντάξει σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο ποιμαντικής ευθύνης και εκκλησιαστικής μαρτυρίας. Τον αντιμετώπισε με τον συνήθη διαχειριστικό και διεκπεραιωτικό τρόπο της και τον θυσίασε στο πρώτο σκάλωμα. Το δεύτερο ήταν ο θρησκευτικός τυχοδιωκτισμός που συνυπάρχει με τη γνήσια αναζήτηση της εκκλησιαστικής αλήθειας των μεταστρεφομένων. Και το τρίτο και καθοριστικότερο ήταν ο αθέμιτος ανταγωνισμός των ορθοδόξων δικαιοδοσιών στη Διασπορά.

Η εκκλησιαστική γραφειοκρατία και ο θρησκευτικός τυχοδιωκτισμός δημιούργησαν τις προϋποθέσεις του διωγμού του από τη μονή το 2005. Μετά από λίγο η μονή πέρασε στη δικαιοδοσία της Ρουμανικής Εκκλησίας. Ο π. Κοσμάς επέστρεψε στο Άγιο Όρος και εγκαταστάθηκε στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου της Καψάλας, πολύ κοντά στο κελί του Οσίου Θεοφίλου, όπου είχε εγκαταβιώσει παλαιότερα. Εκεί ζούσε με την προσδοκία της επιστροφής του στην Καλαβρία. Η εκκλησιαστική διοίκηση του ζήτησε πρόσφατα να γυρίσει για να βοηθήσει στην επανάκτηση της μονής. Για ένα εξάμηνο προ του θανάτου του, βρισκόταν εκεί. Παρά την κακή έκβαση της υπόθεσης, συνέχιζε να ελπίζει σε συναντήσεις πατριαρχών και στις αποφάσεις των ιταλικών δικαστηρίων στα οποία έφτασε ο ανταγωνισμός των δικαιοδοσιών.

Όπως είπαμε, οι ουτοπίες ανατρέπουν καταστάσεις και αλλάζουν την πραγματικότητα. Η περίπτωση του π. Κοσμά δεν ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία των κοινωνικών φαινομένων. Η δική του «ουτοπία» δεν άλλαξε την Καλαβρία, άλλαξε όμως τον ίδιο τον π. Κοσμά. Όσο ζούσε στο Άγιο Όρος κινούνταν στα πρόθυρα του ζηλωτισμού και υπερμαχούσε της «αδιάλλακτης» Ορθοδοξίας. Η παραμονή του στην Καλαβρία τον έκανε σ’ αυτό το θέμα εντελώς διαφορετικό. Η κατανόηση των άλλων, οι ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των Εκκλησιών, τα πραγματικά προβλήματα του διαλόγου πέραν των δημοσίων δηλώσεων και των πανηγυρικών εμφανίσεων, η πορεία του Χριστιανισμού στον κόσμο άρχισαν να τον απασχολούν με άλλο τρόπο. Αυτό τον έφερε σε εσωτερική αντίθεση με έναν ολόκληρο κόσμο στον οποίο ανήκε και αγαπούσε. Χωρίς ποτέ να διαχωρίσει τη θέση του απ’ αυτόν, διαπίστωνε και εξέφραζε, όταν του ήταν δυνατό, τα αδιέξοδα αυτού του κόσμου, την άγνοια, τον στενό του ορίζοντα, την ανασφάλειά του και την αδυναμία του να κατανοήσει τις ευθύνες του. Θεωρούσε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης τη συζήτηση περί Αντιχρίστου και συναφών θεμάτων που κατέχει σημαντική θέση σ’ αυτόν τον κόσμο εδώ και δύο περίπου δεκαετίες. «Τι θα ήταν ο Σολωμός χωρίς την ιταλική του παιδεία; Τι θα ήταν ο Φώσκολος χωρίς τη Ζάκυνθο; Τι προσθέτει, τι αφαιρεί και τι ελευθερώνει η “ξένη” παιδεία; Οι απαντήσεις δεν φθάνουν όλες στα περβόλια μας»[3].

Ο π. Κοσμάς είχε μεγάλη παιδεία. Τα εκκλησιαστικά κείμενα, τα δημοτικά τραγούδια, η λογοτεχνία έβρισκαν στο πρόσωπό του έναν ικανό αναγνώστη, που έβλεπε τις αποχρώσεις, άκουε τις φωνές και αντιλαμβανόταν τα κενά. Στα λίγα κείμενά του που δημοσιεύτηκαν, άνετα μπορεί κανείς να παρατηρήσει τα παραπάνω. Αυτόματα πάει το μυαλό μας αντιθετικά σε όσα ακούμε στις μέρες μας περί παραδόσεως και γλώσσας από ανθρώπους που κόπτονται για πράγματα που δεν καταλαβαίνουν. Σ’ αυτό το σημείο ας θυμηθούμε δύο παραπομπές του που φωτίζουν τη σκέψη και τη δράση του. Η μία είναι ένας αρχαίος απόλογος που χρησιμοποιούσε ο Βερνάρδος της Σάρτρ: «Είμαστε νάνοι πάνω στους ώμους γιγάντων. Έτσι βλέπουμε περισσότερο και μακρύτερα από αυτούς, όχι επειδή η όρασή μας είναι οξύτερη ή το ύψος μας μεγαλύτερο, αλλά επειδή μας σηκώνουν στον αέρα και μας ανεβάζουν στο γιγάντιο ύψος τους». Η άλλη παραπομπή του ήταν στον Μπενεντέτο Κρότσε: «Κάθε αληθινή ιστορία είναι ιστορία σύγχρονη». Ο π. Κοσμάς ανέπνεε μέσα στην παράδοση, αλλά είχε αίσθηση της πνευματικής πορείας και του χρόνου. Όπως έγραφε, «τα χάσματα και οι σιωπές της ιστορίας θα φωτισθούν και θα μιλήσουν από την πνευματική ζωή του μέλλοντος»[4].

Η επιστροφή του στον ιερό Άθωνα και η κοίμησή του

Ο π. Κοσμάς έφτασε στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου στην Καψάλα από την Καλαβρία αρχές του περασμένου Δεκέμβρη. Στις δώδεκα του μηνός δεν εμφανίστηκε στη Θεία Λειτουργία της Κυριακής. Ούτε αργότερα στη μεσημεριανή τράπεζα που τον περίμεναν οι συνασκητές του. Τον ανεζήτησαν και τον βρήκαν νεκρό στο κελί του. Τον έθαψαν την επομένη πίσω από τον ναΐσκο του κελιού του, παλαιό Κυριακό της Σκήτης της Καψάλας κατά μία αρχαία παράδοση.

Όπως ο «Νεκρός Ταξιδιώτης», φαίνεται είχε τάξει εις την Παναγίαν να τον αξιώση να ταφή εις το χώμα της μικράς νήσου του κ’ η Παναγία του παρεχώρησε το ταπεινόν αίτημα. Και ο ναΐσκος του μικρού ασκητηρίου, όπως ήτο τότε το ύστερον κτισθέν μοναστήριον, ετιμάτο επ’ ονόματι των Εισοδίων. Εκείνο το παλαιόν ασκητήριον, το οποίον ασπροβολά ανάμεσα εις την βαθείαν πρασινάδαν της κοιλάδος, εις όλην την παραθαλασσίαν φάραγγα την πολυσχιδή από τις ράχες και τις ρεματιές. Δεν είχεν αποκτήσει ποτέ τίποτε. Έμεινεν ελεύθερος, τόσω μάλλον, όσω ήτο εις θεσιν να εκτιμήση την ελευθερίαν του, και να μη την απεμπολήση πλέον. Ήτο πλέον η πενήντα ετών. Η ζωή του αθόρυβος, ταπεινή και μετριόφρων. Εις τον θάνατόν του δεν ήθελε να δώση κόπον εις τους ανθρώπους. Ετάφη εις την εσχάτην γωνίαν του περιβόλου, την πλησιεστέραν προς την θάλασσαν.

Στο κείμενο που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του, ο π. Κοσμάς γράφει: «Κάποιος στίχος πετάει πάνω από το Ιόνιο. Έρχεται από την Ανατολή. Άλλοτε χάνεται στον ουρανό κι άλλοτε τον ρουφάει η θάλασσα. Λίγο πριν φτάσει στο ακρογιάλι γλύστρισε μεσ’ από τα χέρια μου. Θα ξανάρθει;

Μαύρο μου χελιδόνι από την Αραπιά
κι άσπρο μου περιστέρι από τη Μοσχοβιά
αυτού ψηλά που πάτε για χαμηλώσετε»[5].

Ο στίχος που πετάει πάνω από το Ιόνιο και γλίστρησε από τα χέρια του π. Κοσμά είναι ο επόμενος του ίδιου δημοτικού τραγουδιού.

Να στείλω ένα γράμμα, γράμμα και γραφή
Να πείτε της καλής μου να μη με καρτερεί.

Ας ελπίζουμε ότι θα φθάσει στις ακτές του Ασπρομόντε στην Καλαβρία, την «καλή» του, ότι θα αναγνωρισθεί και θα φανερώσει την πιστότητα του αγαπημένου της που της είχε αφιερωθεί ολοκληρωτικά।

[1] Λογισμός 97, Νέα Εστία, τχ. 1839, Δεκέμβριος 2010, σελ. 996.

[2] «Άθως και Ιέραξ», Ο όσιος Γρηγόριος, 18, 1993, σελ. 60.

[3] Λογισμός 94, ό.π.

[4] «Άθως και Ιέραξ», ό.π., σελ. 61.

[5] Λογισμός 98, ό.π.

 

Μιά άλλη μαρτυρία για τον πατέρα Κοσμά που δημοσιεύτηκε στο Φόρουμ εκπαιδευτικών Θεσπρωτίας  στις 10 Αυγούστου 2010.

 

Κάποτε μάλιστα βρεθήκαμε ακολουθώντας τις μουσικές περιπλανήσεις του αδερφού μου στα χώματα της Μεγάλης Ελλάδας. Γκρέτσια Σαλεντίνα και χωριό Καλημέρα, ταραντέλες και χοροί με τους Γκρεκάνους φίλους μας, Ρήγιο και Μπόβα Μαρίνα αλλά και Μονή του Αϊ – Γιάννη του Θεριστή. Στιγμές αξέχαστες για όλους μας. Αντιγράφω την περιγραφή από παλιότερη σχετική δημοσίευση:Θες να σου αναφέρω κι εγώ έναν εξαιρετικό κληρικό; Που τον σέβομαι και τον υπολήπτομαι τα μέγιστα; Είναι ο πάτερ Κοσμάς, όχι ο Αιτωλός – αλλά ο ηγούμενος της μονής του οσίου Ιωάννη του Θεριστή. Φιλόλογος στα νιάτα του, αγιορείτης μοναχός αργότερα, βρήκε το δικό του νόημα ζωής στο να κρατήσει ζωντανό τον ελληνισμό στην Κάτω Ιταλία. Εκεί και το μοναστήρι που σου ανέφερα.Τον επισκέφτηκα πρόπερσι μαζί με μία παρέα φίλων που μαζί μοιραζόμαστε μια άλλη μεγάλη αγάπη της ζωής μου: Τα πολυφωνικά τραγούδια. Και πήγαμε εκεί, να τραγουδήσουμε με τους γκρεκάνους της Γκρέτσια Σαλεντίνας και των χωριών της Καλαβρίας, να δούμε τόπους που και σήμερα κρατάνε ζωντανά τα ονόματα της Μεγάλης Ελλάδας. Και πήγαμε να γνωρίσουμε και τον πατρο-Κοσμά… Να του τραγουδήσουμε κι εκείνου ένα σκοπό ηπειρώτικο, να του θυμίσουμε λίγο πατρίδα… Διαλέξαμε τη Δεροπολίτισσα. 

Μωρ! Δεροπολίτισσα μωρ’ καημένη 
Μωρ! Δεροπολίτισσα ζη – μωρ’ ζηλεμένη 
Άιντε συ θα πας στην εκκλησιά 
Άιντε με λαμπάδες με κεριά 
Άιντε για προσκύνα και για μας 
Άιντε και για μας τους Χριστιανούς 
Άιντε που μας πλάκωσ’ η Τουρκιά 
Και μας σφάζουν σαν τ’ αρνιά 
Σαν τ’ αρνιά την Πασχαλιά

Μας απάντησε με έναν εκκλησιαστικό ύμνο. Τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια όλων. Και μη νομίσεις πως η παρέα μας ήταν όλοι χριστιανοί… Μάλλον το αντίθετο. Και το ήξερε και ο πατρο-Κοσμάς… Όπως ξέρει και την ιστορία του τόπου που διάλεξε να ζήσει. Δες πως αρχίζει το φυλλάδιο που μοιράζει στους επισκέπτες του:

“Όλοι λίγο – πολύ ακούσαμε για τις αποικίες των αρχαίων Ελλήνων στη νότιο Ιταλία και τη Σικελία. Πόλεις όπως η Ελέα, ο Τάρας, η Σύβαρις, ο Κρότων, οι Επιζεφύριοι Λοκροί, το Ρήγιον, η Μεσσήνη, η Κατάνη και οι κυρίως οι Συρακούσες είναι πολύ γνωστές σε αυτούς που μελετούν την αρχαία ιστορία.Πνευματικά αναστήματα του ύψους ενός Αισχύλου, ενός Ηροδότου κι ενός Πυθαγόρα άφησαν την τελευταία τους πνοή εδώ. Φιλόσοφοι νόες, όπως αυτοί του Εμπεδοκλή από τον Ακράγαντα και του Παρμενίδη από την Ελέα προκαλούν και σήμερα δέος.»

Μπορεί και μιλά ο πατρο – Κοσμάς για τον Εμπεδοκλή, γιατί δεν είναι ένας πωρωμένος, φανατισμένος και αγράμματος κληρικός… Και μπορεί για τον ίδιο λόγο και αγκαλιάζει όλους τους επισκέπτες του, χριστιανούς και μη.

Έφυγα τότε από τα βουνά της Καλαβρίας και ονειρευόμουν τη μέρα που θα ξαναγυρίσω. Να προσκυνήσω στο μοναστήρι και να υποκλιθώ στον άγιο ηγούμενό του. Ώσπου σαν κεραυνός ξέσπασε η είδηση του θανάτου του. Τόσο νέος. Τόσο πολύτιμος. Ένας άγγελος που βιάστηκε να γυρίσει εκεί που πραγματικά ανήκει.

Και σαν να μην έφτανε η αβάσταχτη πίκρα του χαμού του, λίγους μήνες πριν αναζητώντας κάτι άλλο στο διαδίκτυο πληροφορήθηκα και το θλιβερό παρασκήνιο. Τη δική του αβάσταχτη πίκρα που πιθανότατα και έβαλε πρόωρο τέλος στη ζωή του. Το γκρέμισμα των κόπων του εκεί στην Κάτω Ιταλία από λάθη άλλων και την κακία των ανθρώπων.

Όπως κι αν έχει, τούτες τις μέρες που το Πολυφωνικό Καραβάνι βρίσκεται και πάλι στα άγια χώματα της Magna Grecia ο νους μου το ακολουθεί και δεν μπορεί παρά να θυμάται εκείνη τη σεβάσμια μορφή. Τον πατέρα Κοσμά, τον συντοπίτη μας, που με τι αγάπη και συγκίνηση μας υποδέχτηκε στο μοναστήρι του. Κι ένα μόνο χατίρι δε μας έκανε. Δε μας αποκάλυψε το αληθινό του όνομα. Κατάλοιπο μιας άλλης ζωής που άφησε για πάντα πίσω του όταν ντύθηκε το σχήμα του μοναχού. Και μόνο με το άγγελμα του θανάτου του μάθαμε πως λεγόταν Ανδρέας Παπαπέτρου

:________________________________
 
 
ΠΗΓΕΣ για το άρθρο αυτό ήταν  και τα παρακάτω ιστολόγια-http://kivotoc.blogspot.gr-http://panagiotisandriopoulos.blogspot.gr