Ορθόδοξη πίστη

Από την πλεονεξία στην αλληλεγγύη, με αφορμή το παράδειγμα του Ζακχαίου

16 Νοεμβρίου 2012

Από την πλεονεξία στην αλληλεγγύη, με αφορμή το παράδειγμα του Ζακχαίου

  Του Αρχιμ. Χερουβείμ Βελέτζας

Αγαπητοί Πατέρες και Αδελφοί,

Με χαρά βρίσκομαι και πάλι ανάμεσά σας, έπειτα από την ευγενική πρόταση των ιερέων του Ναού, προκειμένου να μοιραστώ μαζί σας μερικές σκέψεις, οι οποίες πηγάζουν από την σημερινή Ευαγγελική περικοπή αλλά και την σοφία των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Η επιλογή μάλιστα του θέματος που θα διαπραγματευτούμε, κυρίως στη συζήτηση που θα ακολουθήσει, δεν οφείλεται μόνο στο επίκαιρο της διήγησης του Ευαγγελίου, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι διανύουμε μία περίοδο κατά την οποία η πλεονεξία των ισχυρών της γης δημιουργεί ποικίλους προβληματισμούς για την πορεία του κόσμου αλλά και της ζωής του καθενός.

Το κύριο ερώτημα που τίθεται σήμερα στο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο είναι με ποιόν τρόπο μπορεί να αντιστραφεί η κρίση την οποία βιώνουμε, για την οποία μάλιστα όλοι σχεδόν παραδέχονται ότι δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά μια κρίση αρχών και αξιών. Όλοι κατακρίνουν την τακτική της αρπαγής, η οποία οδηγεί στην εξαθλίωση, και παράλληλα προτείνουν ή εφαρμόζουν λύσεις, οι οποίες ωστόσο με μαθηματική ακρίβεια οδηγούν σε δεινότερη θέση τους ήδη ταπεινωμένους ηθικά και οικονομικά λαούς. Η χειρότερη μάλιστα παγίδα, στην οποία όλοι μας σχεδόν πέφτουμε, είναι ότι θεωρούμε υπεύθυνους της οποιαδήποτε καταστροφής τους πάντες εκτός από τον εαυτό μας, και γι αυτό αδρανούμε σε προσωπικό επίπεδο, περιμένοντας έξωθεν την θεραπεία των δεινών.

Το παράδειγμα του Ζακχαίου έρχεται σήμερα να μας υπενθυμίσει ότι, πρώτο, η αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης αποτελεί έργο και κοινή συνισταμένη όλων των μελών της κοινωνίας, ανάλογα βέβαια με τις δυνάμεις και τις δυνατότητες του καθενός, και δεύτερο, ότι η οποιαδήποτε αλλαγή στη ζωή μας έρχεται ως αποτέλεσμα της δικής μας εσωτερικής αλλαγής και δεν επιβάλλεται έξωθεν.

Τί ήταν ο Ζακχαίος; ένας αρχιτελώνης, φοροεισπράκτορας της εποχής εκείνης. Ήταν ένας άνθρωπος συνυφασμένος στην κοινή συνείδηση με την αρπαγή και την αδικία, με την εκμετάλλευση των αδυνάτων και τον αθέμιτο πλουτισμό. Κατά τη συνάντησή του όμως με τον Χριστό, μια αλλαγή συντελέσθηκε στην καρδιά του και γι αυτό, χωρίς κανείς να του το ζητήσει, παίρνει την απόφαση αφ’ ενός μεν να μοιράσει τη μισή του περιουσία στους φτωχούς, και αφ’ ετέρου να αποκαταστήσει οποιαδήποτε αδικία είχε τυχόν διαπράξει. Σ’ αυτή την ανακοίνωση του Ζακχαίου, ο Χριστός απαντά ότι “σήμερον σωτηρία γέγονεν εν τω οίκω τούτω”, δείχνοντας το μέγεθος και την σπουδαιότητα της μετάνοιας αλλά και της ελεημοσύνης.

Αν ο Ζακχαίος απλά επέστρεφε στο τετραπλάσιο όσα είχε αρπάξει, τότε απλά θα επρόκειτο για απόδοση δικαιοσύνης. Οι νόμοι της εποχής εκείνης αυτό ακριβώς όριζαν, ότι δηλαδή εάν κάποιος είχε αδικήσει κάποιο συνάνθρωπό του, όφειλε να του επιστρέψει στο τετραπλάσιο αυτό που είχε αρπάξει με αδικία. Ο Ζακχαίος όμως δεν θεραπεύει απλά την αδικία που είχε διαπράξει, αλλά προχωρά ένα βήμα παραπάνω: θεραπεύει το αίτιο που προξένησε την αδικία, δηλαδή την πλεονεξία. Έτσι, από πλεονέκτης και άρπαγας γίνεται φιλάνθρωπος και ελεήμων, δίνοντας τα μισά των υπαρχόντων του στους φτωχούς. Γι αυτό και ο Χριστός δεν επαινεί απλά μια μεταστροφή προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά επιβεβαιώνει ότι στην καρδιά του Ζακχαίου έχει ήδη πραγματοποιηθεί σωτηρία.

Στην πνευματική ζωή η σωτηρία έγκειται κυρίως στην απόκτηση της αγάπης προς τον Θεό και προς τον πλησίον, η οποία ασφαλώς δεν συμβαδίζει με την πλεονεξία, η οποία πηγάζει από την φιλαυτία και τον εγωισμό. Γι αυτό ο Χριστός συχνά επανέλαβε το πόσο δύσκολο είναι για έναν πλούσιο να μπει στη Βασιλεία του Θεού, όχι επειδή τα χρήματα αυτά καθαυτά αποτελούν εμπόδιο, αλλά επειδή εύκολα γίνονται το επίκεντρο της ζωής του ανθρώπου, μεταβάλλονται από μέσο διαβίωσης σε αυτοσκοπό και νεκρώνουν σταδιακά την αγάπη προς τον πλησίον και κάθε είδους κοινωνική ευαισθησία. Στο Ευαγγέλιο δεν καταδικάζεται ο πλούτος, αλλά η φιλοχρηματία, και γι αυτό η ελεημοσύνη δεν προσμετράται με το ύψος της δωρεάς, αλλά με την ποιότητα. Άλλωστε, θυμόμαστε όλοι πόσο επαίνεσε ο Χριστός το δίλεπτο της χήρας, ενώ παράλληλα κατέκρινε τις παχυλές “ελεημοσύνες” των φαρισαίων.

Ἐτσι, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επικρίνει τις “ελεημοσύνες” πολλών πλουσίων, και επίσης την πλεονεξία, η οποία δεν έχει τέρμα: «Διὰ δὴ τοῦτο καὶ οἱ πλουτοῦντες τῶν πενομένων μᾶλλον κολάζονται κακοὶ ὄντες, ὅτι μηδὲ ἐν εὐθηνίᾳ γεγόνασιν ἥμεροι. Μὴ γάρ μοι λέγε, ὅτι ἔδωκαν ἐλεημοσύνην. Εἰ γὰρ μὴ κατ’ ἀξίαν ἔδωκαν τῆς οὐσίας, οὐδ’ οὕτω διαφεύξονται. Οὐ γὰρ τῷ μέτρῳ τῶν διδομένων ἡ ἐλεημοσύνη κρίνεται, ἀλλὰ τῇ δαψιλείᾳ τῆς γνώμης. Εἰ δὲ οὗτοι δίκην διδόασι, πολλῷ μᾶλλον οἱ περὶ τὰ περιττὰ ἐπτοημένοι, οἱ τριώροφα καὶ τετραώροφα οἰκοδομοῦντες, τῶν δὲ πεινώντων καταφρονοῦντες, οἱ φιλαργυρίας μὲν ἐπιμελούμενοι, ἐλεημοσύνης δὲ ἀμελοῦντες» (PG 58, 521-522).

Νομίζω πως όλοι μας αναγνωρίζουμε στα πιο πάνω λόγια πολλές πτυχές της σύγχρονης πραγματικότητας. Συχνά θεωρούμε και λέμε ότι η εποχή μας δεν μοιάζει με το παρελθόν, ότι πολλά πράγματα έχουν μεταβληθεί στις συνειδήσεις των ανθρώπων ότι τα ήθη και οι συνήθειες έχουν αλλάξει και τα παρόμοια. Βλέπουμε ωστόσο ότι ακόμα και πριν από 1.600 χρόνια υπήρχαν άνθρωποι που μοναδική τους μέριμνα ήταν να χτίσουν τα τριώροφα και τετραώροφα, να αυξήσουν την περιουσία τους, να πλουτίσουν εις βάρος πολλών αδύναμων συνανθρώπων τους. Υπήρχαν επίσης και οι πλούσιοι που έδιναν ελεημοσύνες έχοντας ως κίνητρο όχι την αγάπη τους για το κοινωνικό καλό, αλλά την προβολή τους. Το ίδιο βλέπουμε να συμβαίνει και στις μέρες μας, πώς είναι όμως δυνατόν κάποιος να προβάλλεται ως “φιλάνθρωπος”, και ταυτόχρονα να μεριμνά για τον πολλαπλασιασμό της περιουσίας του;

Αποτελεί κοινό τόπο σε πανανθρώπινο επίπεδο και από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα, ότι ο πλουτισμός αποτελεί αδικία, είτε επειδή αποτελεί προϊόν αδικίας, είτε επειδή συνιστά έλλειμμα αλληλεγγύης. Γι αυτό και η οποιαδήποτε “φιλανθρωπία” των πλουσίων, εφόσον συνεχίζουν να πλουτίζουν εις βάρος των ασθενέστερων, δεν μπορεί να ληφθεί όχι μόνο ως αρετή ή κοινωνική ευαισθησία, αλλά ούτε και σαν αποκατάσταση της αδικίας την οποία καθημερινά πραγματοποιούν. «Εἰ οἱ μηδὲν ἀδικήσαντες κολάζονται, ὅτι οὐ μετέδωκαν, πολλῷ μᾶλλον οἱ καὶ τὰ ἑτέρων λαμβάνοντες. Μὴ τοίνυν τοῦτο εἴπῃς, ὅτι ἄλλος ἠδίκηται, καὶ ἄλλος ἐλεεῖται. Τὸ γὰρ δεινὸν τοῦτό ἐστιν Ἔδει γὰρ τὸν ἀδικούμενον αὐτὸν εἶναι καὶ τὸν ἐλεούμενον· νυνὶ δὲ ἑτέρους τραυματίζων, οὓς οὐκ ἐτραυμάτισας θεραπεύεις, δέον ἐκείνους θεραπεύειν· μᾶλλον δὲ μηδὲ τραυματίζειν. Φιλάνθρωπος γὰρ οὐχ ὁ πλήττων καὶ θεραπεύων, ἀλλ’ ὁ τοὺς παρ’ ἑτέρων πληγέντας ἰώμενος. Τὰ σαυτοῦ τοίνυν ἴασαι κακὰ, μὴ τὰ ἑτέρου· μᾶλλον δὲ μηδὲ πλῆττε, μηδὲ κατάβαλλε (τοῦτο γὰρ παίζοντός ἐστιν), ἀλλ’ ἀνάστησον τοὺς καταβληθέντας. Οὐδὲ γὰρ δυνατὸν τῷ αὐτῷ μέτρῳ τῆς ἐλεημοσύνης θεραπεῦσαι τὸ ἀπὸ τῆς πλεονεξίας κακόν. Ἂν γὰρ πλεονεκτήσῃς ὀβολὸν, οὐκ ὀβολοῦ σοι δεῖ πάλιν εἰς ἐλεημοσύνην, ἵνα ἀνέλῃς τὸ ἀπὸ τῆς πλεονεξίας ἕλκος, ἀλλὰ ταλάντου. Διὰ τοῦτο ὁ κλέπτης ἁλοὺς τετραπλάσιον καταβάλλει· τοῦ δὲ κλέπτοντος ὁ ἁρπάζων χείρων. Εἰ δὲ ἐκεῖνον τετραπλασίονα δοῦναι δεῖ ὧν ἔκλεψε, τὸν ἁρπάζοντα δεκαπλασίονα καὶ πολλῷ πλέον· καὶ ἀγαπητὸν τὸ καὶ οὕτω δυνηθῆναι τὴν ἀδικίαν ἐξιλεώσασθαι· ἐλεημοσύνης γὰρ οὐδὲ τότε λήψεται καρπόν. Διὰ τοῦτο ὁ Ζακχαῖος, Ἀποτίσω, φησὶν, ὧν ἐσυκοφάντησα τετραπλασίονα, καὶ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου δώσω πτωχοῖς. Εἰ δὲ ἐν τῷ νόμῳ τετραπλασίονα δοῦναι δεῖ, πολλῷ μᾶλλον ἐν τῇ χάριτι· εἰ τὸν κλέπτοντα, πολλῷ μᾶλλον τὸν ἁρπάζοντα. Μετὰ γὰρ τῆς ζημίας ἐνταῦθα καὶ ἡ ὕβρις πολλή. Ὥστε κἂν ἑκατονταπλασίονα δῷς, οὐδέπω τὸ πᾶν ἔδωκας. Ὁρᾷς ὡς οὐ μάτην ἔλεγον, Κἂν ὀβολὸν ἁρπάσῃς καὶ τάλαντον ἐπιδῷς, μόλις καὶ οὕτω θεραπεύεις; Εἰ δὲ τοῦτο ποιῶν, μόλις· ὅταν ἀντιστρέψῃς τὴν τάξιν, καὶ ἁρπάσῃς μὲν οὐσίας ὁλοκλήρους, ὀλίγα δὲ παράσχῃς, καὶ μηδὲ ἐκείνοις τοῖς ἀδικηθεῖσιν, ἀλλ’ ἑτέροις ἀντ’ ἐκείνων, ποίαν ἕξεις ἀπολογίαν; τίνα συγγνώμην; ποίαν σωτηρίας ἐλπίδα;»,θα αναρωτηθεί εύστοχα ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (PG 58, 524 – 525).

Όπως είπαμε και νωρίτερα, τα χρήματα όταν υπερτιμηθούν μέσα μας, μετατρέπονται σε αυτοσκοπό και αλλοιώνουν την καρδιά του ανθρώπου. Σαφώς, είναι χρήσιμα για την διαβίωσή μας, και γι’ αυτό αποκαλούνται “χρήματα”. Από εκεί και πέρα απαιτείται μεγάλη διάκριση, ώστε η καρδιά μας να παραμείνει όντως ανεπηρέαστη. Γι αυτό τον λόγο ο Ἀγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος υπογραμμίζει τη σημασία της “υπεροψίας” ἐναντι των χρημάτων: «Καλὸν ἡ ἀκτημοσύνη καὶ χρημάτων ὑπεροψία· καὶ μαρτυρεῖ Ζακχαῖος, καὶ Χριστὸς αὐτός· ὁ μὲν, τῇ εἰσόδῳ Χριστοῦ, μικροῦ πάντα καρποφορήσας· ὁ δὲ, τῷ πλουσίῳ τὸ τέλειον ἐν τούτῳ περιορίσας. Καὶ συντομώτερον ἔτι περὶ τούτων εἰπεῖν, καλὸν θεωρία, καὶ καλὸν πρᾶξις· ἡ μὲν, ἐντεῦθεν ἐπανιστᾶσα, καὶ εἰς τὰ Ἅγια τῶν ἁγίων χωροῦσα, καὶ τὸν νοῦν ἡμῶν πρὸς τὸ συγγενὲς ἐπανάγουσα· ἡ δὲ, Χριστὸν ὑποδεχομένη, καὶ θεραπεύουσα, καὶ τοῖς ἔργοις τὸ φίλτρον ἐλέγχουσα» (PG 35, 864).

Η αγάπη δηλαδή προς τον πλησίον δεν μπορεί να μένει μόνο στη θεωρία ή στην μελέτη του θελήματος του Θεού, αλλά οφείλει να εκφράζεται και στην πράξη με έργα αγάπης προς τον πλησίον, ο οποίος αντιπροσωπεύει τον ίδιο το Χριστό σύμφωνα με τα λόγια του Θεανθρώπου «ἐφ’ ὅσον ἐποιησατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. 25, 40). Αν η ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού και η σταυρική Του θυσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η έκφραση της άκρας φιλανθρωπίας Του, τότε κατανοούμε πόσο σημαντική είναι η φιλανθρωπία για μας τους ίδιους, η οποία εκφράζεται με την ελεημοσύνη και την αλληλεγγύη. Αρκεί φυσικά να αποτελούν προϊόν της ειλικρινούς αγάπης προς τον πλησίον. Θα μείνω λίγο σε αυτό, διότι τα τελευταία χρόνια σε πολλές περιπτώσεις ως αλληλεγγύη θεωρείται η οργανωμένη δράση συγκεκριμένων συλλόγων, σωματείων ή φορέων, ακόμα και εκκλησιαστικών, οι οποίοι δραστηριοποιούνται σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο μοτίβο. Ασφαλώς και η δράση όλων αυτών των φορέων είναι επαινετή και ευεργετική για τους καταβεβλημένους συνανθρώπους μας. Αλληλεγγύη όμως δεν είναι απλά η συνεισφορά μας σε χρήματα ή είδη πρώτης ανάγκης, προκειμένου αυτά να διανεμηθούν στους φτωχούς, αλλά η προσωπική μας συμπαράσταση στον πόνο και τις δυσκολίες των συνανθρώπων μας, μιας που η αγάπη δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι απρόσωπη και ανώνυμη. Ακόμα και στην ετυμολογία της, η λέξη “αλληλεγγύη” σημαίνει ότι μπαίνουμε ο ένας εγγυητής του άλλου, ότι δηλαδή αναλαμβάνουμε να σηκώσουμε ένα μέρος από το φορτίο, από το χρέος ή από την δυσκολία που αντιμετωπίζει ο καταβεβλημένος συνάνθρωπός μας.

Για τον λόγο αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν κάνουν λόγο για “αλληλεγγύη” αλλά για φιλανθρωπία, επειδή η φιλανθρωπία αποτελεί την κατεξοχήν κίνηση αγάπης και δεν μεταφράζεται μόνο σε υλικές παροχές, αλλά συμπεριλαμβάνει κάθε κίνησή μας προς συνάντηση του αδελφού μας, προς περίθαλψη και κάλυψη των κάθε είδους αναγκών του είτε είναι αυτές υλικές είτε είναι προσευχή γι αυτούς, είτε είναι ηθική συμπαράσταση. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μάς λέει ότι η ελεημοσύνη είναι η καλύτερη τέχνη, διότι όχι μόνο δεν έχει ανάγκη από καμία τέχνη ή πόρους για να πραγματοποιηθεί, αλλά κυρίως επειδή το προϊόν της είναι αιώνιο και άφθαρτο: «Καὶ ἑκάστη δὲ τῶν τεχνῶν τῆς ἑτέρας δεῖται. Ὅταν δὲ ἐλεῆσαι δέῃ, οὐδενὸς ἡμῖν δεῖ ἑτέρου, ἀλλὰ γνώμης δεῖται μόνον. Εἰ δὲ λέγοις, ὅτι χρημάτων δεῖται, καὶ οἰκημάτων, καὶ ἱματίων, καὶ ὑποδημάτων, ἀνάγνωθι τὰ ῥήματα τοῦ Χριστοῦ ἐκεῖνα, ἃ περὶ τῆς χήρας εἶπε, καὶ παῦσαι ταύτης τῆς ἀγωνία· Κἂν γὰρ σφόδρα πένης ᾖς, καὶ τῶν προσαιτούντων, δύο λεπτὰ ἂν βάλῃς, τὸ πᾶν ἀπήρτισας· κἂν δῷς μάζαν, ταύτην ἔχων μόνον, πρὸς τὸ τέλος ἦλθες τῆς τέχνης. Ταύτην τοίνυν δεξώμεθα τὴν ἐπιστήμην, καὶ κατορθώσωμεν. Καὶ γὰρ βέλτιον ταύτην εἰδέναι, ἢ βασιλέα εἶναι, καὶ διάδημα περικεῖσθαι. Οὐ γὰρ δὴ τοῦτό ἐστι τὸ πλεονέκτημα αὐτῆς μόνον, ὅτι οὐ δεῖται ἑτέρων, ἀλλὰ καὶ ποικίλων πραγμάτων ἐστὶν ἀνυστικὴ, καὶ πολλῶν καὶ παντοδαπῶν. Καὶ γὰρ οἰκίας οἰκοδομεῖ τὰς ἀεὶ μενούσας ἐν οὐρανοῖς, καὶ διδάσκει τοὺς κατωρθωκότας αὐτὴν, πῶς ἂν τὸν ἀθάνατον θάνατον διαφύγοιεν· καὶ θησαυρούς σοι δωρεῖται μηδέποτε δαπανωμένους, ἀλλὰ πᾶσαν διαφεύγοντας βλάβην, καὶ τὴν ἀπὸ λῃστῶν, καὶ τὴν ἀπὸ σκωλήκων, καὶ τὴν ἀπὸ σητῶν, καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ χρόνου» (PG 58, 523).

 

* * *

Εάν θελήσουμε να εφαρμόσουμε τα παραπάνω στην σημερινή πραγματικότητα, θα διαπιστώσουμε ότι όντως η αρπαγή και η πλεονεξία αποτελούν τα αίτια της δύσκολης -τραγικής για πολλούς- κατάστασης στην οποία βρίσκεται ολόκληρος σχεδόν ο κόσμος. Η απληστία των ολίγων οδηγεί καθημερινά στην εξαθλίωση των πολλών, και η “θεραπεία“ που προτείνεται δεν οδηγεί πουθενά αλλού, παρά στην επιδείνωση του ήδη καταβεβλημένου κοινωνικού ιστού. Στο σημείο αυτό μοναδική λύση είναι η μεταστροφή της νοοτροπίας των κρατούντων και όσων θέλουν να ρυθμίζουν τις ισορροπίες της παγκόσμιας οικονομίας. Η “αγάπη” ή η “πρόνοια” των πλουσίων δεν μπορεί να οδηγεί σε μεγαλύτερη εξαθλίωση των οικονομικά ασθενέστερων. Και όμως αυτό βιώνουμε, σε πείσμα της κοινής λογικής και του κοινού αισθήματος περί δικαιοσύνης. Γιατί κάθε τέτοια “βοήθεια”δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια νέα δέσμευση, μια νέα αρπαγή.

«Φόνου γὰρ ἁρπαγὴ χαλεπώτερον, κατὰ μικρὸν τὸν πένητα ἀναλίσκουσα», γράφει χαρακτηριστικά ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (PG 58, 526). Και αυτό βλέπουμε να ισχύει με ιδιαίτερη ένταση στις μέρες μας.

Όμως, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι η πλεονεξία δεν αποτελεί ασθένεια μόνο των πλουσίων ή των ισχυρών. Έχει προσβάλλει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας, και στο βαθμό που η ενασχόληση για την απόκτηση των υλικών αγαθών μάς αποξενώνει από τους συνανθρώπους μας, θα λέγαμε ότι μας αγγίζει σχεδόν όλους. Η δύσκολη συγκυρία στην οποία βρισκόμαστε, αντί να μας εξωθήσει στη αναζήτηση του χρήματος, ας γίνει αφορμή για την αναζήτηση της ανθρωπιάς, της αγάπης δηλαδή προς τον πλησίον. Ίσως αντιτείνει κανείς πως είναι δύσκολη η φιλανθρωπία, γιατί έχουμε πολύ λιγότερα μέσα στη διάθεσή μας. Απάντηση σε αυτό μάς δίνει το δίλεπτο της χήρας, την οποία επαίνεσε ο Ιησούς γιατί ακριβώς δεν της περίσσευε, αλλά η προσφορά της προέρχονταν από το υστέρημά της. Επομένως, αν η ελεημοσύνη που ασκούσαμε ευκαιριακά στο παρελθόν, προερχόμενη από το περίσσευμά μας, μάς έδινε την ψευδαίσθηση ότι είχαμε επιτελέσει τα καθήκοντά μας απέναντι στην κοινωνία, η οποιαδήποτε φιλανθρωπία σήμερα, που καλούμαστε να προσφέρουμε από το υστέρημά μας, αποτελεί αληθινή από μέρους μας χειρονομία αγάπης, συμπαράστασης και αλληλεγγύης. Η ελεημοσύνη άλλωστε, όπως είδαμε, δεν μετράται με την αξία των προσφερομένων αγαθών, αλλά με την ποιότητα της καρδιάς των ανθρώπων οι οποίοι προσφέρουν.

 

Αδελφοί μου,

αυτό που λείπει από την κοινωνία μας -και λείπει από την κοινωνία επειδή λείπει από τις καρδιές πολλών από εμάς- είναι η διάθεση της αληθινής μεταστροφής στην αντιμετώπιση του πλούτου. Έχουμε ανάγκη να αναθεωρήσουμε πολλά από τον τρόπο σκέψεως του παρελθόντος, από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζαμε τα χρήματα, τα υλικά αγαθά, το νόημα της ίδιας της ζωής. Ζαλισμένοι από το καταναλωτικό και ευδαιμονιστικό πνεύμα, σε μεγάλο βαθμό ξεχάσαμε ή παραθεωρήσαμε την αξία του ανθρώπινου προσώπου. Και μόνο για τον λόγο αυτό, το παράδειγμα του Ζακχαίου προβάλλει σήμερα πιο επίκαιρο παρά ποτέ. Δεν έχουμε ανάγκη από πλούσιες τσέπες, αλλά από πλούσιες καρδιές. Δεν είναι ανάγκη να προσφέρουμε πολλά, αλλά να πλησιάσουμε πολλούς. Δεν θα μας λυτρώσει η συγκέντρωση αγαθών ή χρημάτων ή κτημάτων, τα οποία άλλωστε έρχεται μια συγκυρία σαν την παρούσα και τα καταβροχθίζει, αλλά θα μας σώσει κυριολεκτικά το σκόρπισμα αυτών και η διάθεσή τους όπου πραγματικά υπάρχει ανάγκη. Αυτή την ανθρωπιά, την κοινωνία αγάπης με τον πλησίον, την κοινωνική συνοχή, την αλληλεγγύη όπως την περιγράψαμε, καλούμαστε σήμερα να αναθερμάνουμε, κάνοντας πράξη όλα όσα θεωρούμε σωστά και δίκαια, και εφαρμόζοντας συνειδητά το πρώτιστο μήνυμα του Ευαγγελίου, δηλαδή αυτό της αγάπης που θυσιάζεται για τους φίλους.

 

Σας ευχαριστώ.

(Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο του Ι. Ν. Αγίου Θωμά Αμπελοκήπων την Κυριακή του Ζακχαίου 22-1-2012)

 

Πηγή:xerouveim.blogspot.com