Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΟρθόδοξη πίστη

Το έργο του μακαριστού Μητροπολίτου Αυγουστίνου Καντιώτη κατά την περίοδο της Κατοχής και στις ένοπλες δυνάμεις. (Μέρος Α΄)

14 Μαΐου 2013

Το έργο του μακαριστού Μητροπολίτου Αυγουστίνου Καντιώτη κατά την περίοδο της Κατοχής και στις ένοπλες δυνάμεις. (Μέρος Α΄)

kantiotis 12• Ιωάννινα

«Εκ Μεσολογγίου εις Ιωάννινα.

Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων, ο μετά ταύτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, με προσέλαβεν ως ιεροκήρυκα.

Ήτο το πρώτον έτος της κατοχής (1941). Εις τα Ιωάννινα, πρωτεύουσαν της Ηπείρου, εδέσποζον οι Ιταλοί κομπορρημονούντες. Περίλυποι και κατηφείς οι κάτοικοι της ιστορικής πόλεως, οι φλογεροί πατριώται

. Εκ της ολιγομήνου υπηρεσίας μου εις Ιωάννινα αναφέρω μίαν μόνον αλλά σημαντικήν λεπτομέρειαν. Ο Μητροπολίτης Σπυρίδων κατά την εορτήν των Χριστουγέννων, την οποίαν διά πρώτην φοράν θα εώρταζον οι Έλληνες υπό δούλειον ήμαρ, ώρισε να ομιλήσω ως ιεροκήρυξ εν τω Μητροπολιτικώ Ναώ.

Παρουσία αυτού αλλά και εκπροσώπων των Ιταλικών αρχών και πλήθους λαού ωμίλησα. Ωμίλησα όχι μόνον θρησκευτικώς, αλλά και εθνικώς. Όση μοι δύναμις έψαλα το μεγαλείον της ελληνικής φυλής. Είπον ότι, έφ’ όσον ανατέλλει ο ήλιος και τα άστρα μαρμαίρουν εις τον ουρανόν, η Ελλάς θα λάμπη και θ’ ακτινοβολή… Το κήρυγμα εκείνο, διά το οποίον με συνεχάρη ο αείμνηστος Μητροπολίτης Ιωαννίνων, εχαρακτηρίσθη υπό των Ιταλών ως εμπρηστικόν. Εγενόμην στόχος της ιταλικής καραμπιναρίας. Εκινδύνευον.

Το δε χειρότερον απηγορεύθη εις εμέ η από του άμβωνος δημοσία εμφάνισις. Κάθε λέξις μου επροδίδετο εις τας Ιταλικάς αρχάς. Ως εκ τούτου η παραμονή μου εις Ιωάννινα δεν είχε πλέον λόγον. Τη συμβουλή φίλων εγκατέλειψα τα Ιωάννινα. Φεύγων αφήκα εις το έλεος του Θεού την σεβαστήν γραίαν μητέρα μου, συνοδόν και ασπίδα του βίου μου. Η φυγή μου εκείνη, ως απεδείχθη εκ των υστέρων, ήτο μία νέα οικονομία του Θεού. Διότι, εάν παρέμενον εις Ιωάννινα ολίγον τι ακόμη, θα ήμην μεταξύ των πατριωτών εκείνων, οι οποίοι διά την εθνικήν δράσιν των συνελήφθησαν και επεβιβάσθησαν εις πλοίον, το οποίον μετέφερεν αυτούς ως εξορίστους εις Ιταλίαν, αλλά κατά την διάρκειαν του ταξιδίου του ετορπιλλίσθη και κατεποντίσθη αύτανδρον εις την Αδριατικήν θάλασσαν. Αλησμόνητοι νεκροί! Ας είνε αιωνία η μνήμη σας. Εις εμέ δε επεφυλάσσοντο νέαι περιπέτειαι οδυνηρότεραι ενός τοιούτου μαρτυρικού τέλους».

Σ’ αυτό το περίφημο χριστουγεννιάτικο κήρυγμα ο ιεροκήρυξ κατεφέρθη εκτός των άλλων και εναντίον της στρατολογήσεως υπηκόων —από τους Ιταλούς— σε ένα «ύποπτο και επικίνδυνο για το έθνος βασίλειο», το λεγόμενο «Βασίλειον της Πίνδου» ή της «Ρωμαϊκής Λεγεώνος». Το κήρυγμα κατέληξε ως εξής. «Αδελφοί μου, σταθήτε όρθιοι! Μην κάμπτετε τον αυχένα σας. Μή λυγίζετε τα πόδια σας. Μην απελπίζεστε. Δυο άστρα στο πνευματικό στερέωμα δεν θα σβήσουν ποτέ· το άστρο της Βηθλεέμ και το άστρο της Ελλάδος. Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει! Ζήτω η αιωνία Ελλάδα». Ο π. Αυγουστίνος φυγαδεύθηκε τότε από μία μικρή, άγνωστη στους Ιταλούς, νοτία πύλη του ναού.

Αλλά και τους λίγους μήνες που υπηρέτησε στα Ιωάννινα η παρουσία του ήταν δυναμική· «ειργάσθη μετά ζήλου απαράμιλλου και σθένους ακαταμάχητου», όπως ομολογεί το επίσημο περιοδικό της Ιεράς Συνόδου. Εκδίδει το περιοδικό «ΕΛΠΙΣ» που διανέμεται δωρεάν. Πτωχότατος, μένοντας σε ένα σπίτι που του παρεχώρησε το Μετόχι της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, με ένα ράσο καθημερινή και Κυριακή, να κηρύττη στις εκκλησίες —με τον γλυκύ για τους πονεμένους υπόδουλους αλλά κοφτερό για την αμαρτία λόγο του—, να επισκέπτεται τα χωριά, να κάνη εράνους για τα ορφανά, τους τραυματίες και τους ασθενείς, ν’ αναπτύσση διαρκώς δραστηριότητα χωρίς να υπολογίζη κούρασι, εχθρούς, κινδύνους. Μαζί με τον αρχιδιάκονο Αθανάσιο Νάτση ξεκινούν τα Συσσίτια της Παντανάσσης και χάρις στη δραστηριότητα του π. Αυγουστίνου εξευρίσκεται κτήριο, όπου γίνεται το συσσίτιο, οι συγκεντρώσεις και τα κηρύγματα, «Στο Τελωνείο πρώτος να βοηθήση τους Αθηναίους, που έρχονταν πεινασμένοι, ψειριασμένοι, χωρίς σπίτι και ρούχα, και σε όλους κάτι θα εύρισκε να προσφέρη». «Νέο Χρυσόστομο» ονομάζουν πλέον τον δυναμικό ιεροκήρυκα, όχι μόνο διότι δεν διστάζει να ελέγχη το κακό και να ομολογή την αλήθεια της πίστεως ενώπιον άμεσου κινδύνου της ζωής του, αλλά και διότι γνωρίζει να την εκθέτη με τρόπο γλαφυρό και θελκτικό στους ακροατάς του.

 

• Μακεδονία

«Εκ της Ηπείρου εις Μακεδονίαν. Από την μίαν περιπέτειαν περιήλθον εις άλλην περιπέτειαν, η οποία όμως δεν διήρκεσεν ολίγους μόνον μήνας, ως εν Ιωαννίνοις, αλλά μίαν ολόκληρον οκταετίαν, πλήρη περιπετειών και κινδύνων. Εκτελών απόφασιν της Ι. Συνόδου, ίνα ως ιεροκήρυξ ενισχύσω διά του κηρύγματος τον σκληρώς δοκιμαζόμενον λαόν της Μακεδονίας, κατόπιν ταλαιπωρίας έφθασα αρχάς του 1942 εις Έδεσσαν, την νέαν μου θέσιν. Μία λεπτομέρεια. Επαρουσιάσθην εις το Φρουραρχείον Εδέσσης προς επιθεώρησιν της ταυτότητός μου. Όταν ο διοικητής είδε το όνομά μου έμεινε κατάπληκτος. Μου ανεκοίνωσεν εμπιστευτικώς το εξής. “Προ ολίγου”, μου είπεν, “έλαβα επείγον σήμα ίνα συλληφθής ως λίαν επικίνδυνος διά την ασφάλειαν των Ιταλικών στρατευμάτων. Αλλ’ επειδή επρόλαβες και ευρίσκεσαι εις Μακεδονίαν, περιοχήν ελεγχομένην υπό των Γερμανών, δεν θα εκτελεσθή η τοιαύτη διαταγή των Ιταλών. Εσώθης ως διά θαύματος. Ολίγον τι εάν καθυστέρεις,…”».

«Η αρχή του νέου χρόνου 1942 βρίσκει το μαχητή κήρυκα στην Έδεσσα. Η μασονία έχει εκεί σφηγκοφωλιά. Κι ο π. Αυγουστίνος με το πρώτο του κιόλας κήρυγμα στιγματίζει τη μασονία. Επικίνδυνο τόλμημα. Και το αποτέλεσμα· ταχύτατη απόσπασι στα Γιαννιτσά. Εδώ ο πνευματικός αγρός απλώνεται όπως ο κάμπος, μεγάλος και γόνιμος για τον εργάτη του ευαγγελίου. Κήρυγμα, κατήχησι, πνευματική καλλιέργεια με περιοδείες στα χωριά. Ο μητροπολίτης Εδέσσης Παντελεήμων Παπαγεωργίου με εντολή της Ιεράς Συνόδου τον προάγει στα Γιαννιτσά στο δεύτερο βαθμό της ιερωσύνης. Μέσα σ’ ένα πολύ στενό κύκλο, ημέρα Πέμπτη, τον χειροτονεί πρεσβύτερο. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα φαίνονται καθαρά τα αποτελέσματα της έντονης πνευματικής εργασίας…

Πριν όμως προφθάση να συστηματοποίηση το έργο του ο νεοχειροτονημένος ιερεύς, μετατίθεται στη Θεσσαλονίκη. Εκεί δεν μένει σχεδόν καθόλου [σ.τ.σ.· λόγω αντιμασονικού του κηρύγματος, αλλά παίρνει συνεχείς αποσπάσεις. Κιλκίς, Βέροια, Νάουσα, Φλώρινα, και πάλι Έδεσσα δέχονται την επίσκεψί του. Αν άλλοι αγωνίζονταν τότε με το σπαθί, ο π. Αυγουστίνος αγωνιζόταν με τη ρομφαία του θείου λόγου, που είνε κοφτερώτερη και αποτελεσματικώτερη απ’ το σπαθί. Στις πόλεις και στα χωριά μ’ όλη τη θέρμη της καρδιάς του κήρυττε Χριστό και Ελλάδα. Κόποι, αγωνίες, διωγμοί, στερήσεις, κίνδυνοι και θυσίες σημαδεύουν τη δράσι του…».

Θαρρεί κανείς, πως αυτοί, που εδίωκαν τον π. Αυγουστίνο εργάζονταν για την καλύτερη και μεγαλύτερη διάδοσι του ευαγγελικού λόγου του. Διότι γυρνώντας ο ιεροκήρυξ διάφορες περιοχές συγκροτούσε κύκλους, εξέδιδε φυλλάδια («ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΙΣ» στη Θεσσαλονίκη, «ΣΑΛΠΙΓΞ ΚΥΡΙΟΥ» στην Φλώρινα, «ΟΛΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ» στη Νάουσα, «Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ» και «Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΝΕΟΣ» στη Βέροια), κήρυττε ακατάπαυστα, θέρμαινε ψυχές. Όλα αυτά βέβαια κάτω από την απειλή του θανάτου· οι Γερμανικές αρχές στην Αθήνα είχαν λάβει απόφασι να τον εκτελέσουν. Από τυχαία σύμπτωσι το πληροφορείται, ο τότε Μέγας Πρωτοσύγκελλος της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών (κατόπιν μητροπολίτης Ναυπακτίας) Χριστόφορος, που παρεμβαίνει και το ματαιώνει. Σε ειδοποίησί του προς τον π. Αυγουστίνο, λαμβάνει την απάντησι· «Η ζωή μου δεν αξίζει μια δεκάρα… Ας πέσω, λοιπόν, υπηρετών και υπερασπιζόμενος τον μαρτυρικόν και εγκαταλελειμμένον απ’ όλους λαόν μας. Εάν δεν σε επανίδω, καλήν αντάμωσιν εις την Αιωνιότητα».

Στην Φλώρινα έφθασε τον Σεπτέμβριο του 1942 και έφυγε τον Απρίλιο του 1943. Όταν έφθασε, όλοι προσπαθούσαν να τον ψυχράνουν· Δεν γίνεται τίποτε, δεν υπάρχει λαός να παρακολουθήση… Ξεκίνησε αγωνιζόμενος «για την μια ψυχή», και το αποτέλεσμα ήταν θαυμαστό· «Το ιεραποστολικό έργο άρχισε. Ο ένας έφερνε τον άλλο και οι εκκλησίες άρχισαν να γεμίζουν. Κήρυγμα, κατηχητικά, κινήσεις νέων και νεανίδων, τα παιδιά της αγοράς, τα αλητόπαιδα της Φλωρίνης, τα λουστράκια, όλοι εντάχθηκαν στους ακροατάς των κηρυγμάτων. Ο Άγιος Παντελεήμων δεν χωρούσε πιά. Βελόνα δεν έπεφτε κάτω. Σε λίγο καιρό φάνηκαν και οι πρώτοι καρποί. Ένας χριστιανικός σύλλογος νεανίδων από 150 κορίτσια ιδρύθηκε. Αυτά αποτέλεσαν την πρώτη ζύμη και εργάσθηκαν πολύ». Ακόμα και Γερμανοί και Εβραίοι πήγαιναν ν’ ακούσουν τα κηρύγματα και κρέμονταν από τα παράθυρα της εκκλησίας. Σε μια εποχή που κινδύνευε κανείς και ν’ αναφέρη τη λέξι «Ελλάς», ο π. Αυγουστίνος κήρυξε, ότι ο τόπος αυτός ήταν είνε και θα είνε πάντα ελληνικός. Όταν ήρθε η απόφασι της μετακινήσεώς του ξεσηκώθηκε κύμα διαμαρτυριών, αλλ’ οι επίσημοι δεν άκουσαν το λαό. Παρ’ όλ’ αυτά το έργο παρέμεινε και η «Ένωσις» διατηρήθηκε.

Το ίδιο επαναλαμβάνεται στο Κιλκίς, όπου όταν εγνώσθη η απόφασις της απομακρύνσεώς του (Οκτώβριος του 1943), παρ’ ότι βρισκόμαστε στην περίοδο της Κατοχής, δεκαπέντε σωματεία με τηλεγράφημά τους παρεμβαίνουν στις κρατικές και εκκλησιαστικές αρχές ζητώντας την ανάκλησί της αποφάσεως, χωρίς όμως να εισακουσθούν.

• Κοζάνη

«Εις Κοζάνην μετετέθην κατ’ απόφασιν της Ιεράς Συνόδου εις την εμπερίστατον αυτήν Μητρόπολιν και εις την θέσιν του Ιεροκήρυκος, κενωθείσαν λόγω του μαρτυρικού τέλους του Ιεροκήρυκος Κοζάνης αειμνήστου αρχιμανδρίτου Ιωακείμ Λιούλια. Ήτο ο δριμύς χειμών του 1943. Τα πέριξ της Κοζάνης χωρία εκαίοντο από τους νεωτέρους Ούννους, τας ορδάς του Χίτλερ. Χιλιάδες πρόσφυγες κατέφυγον εις την πόλιν. Συνωστισμός, πείνα και εξαθλίωσις. Δραματικαί ημέραι. Με την βοήθειαν του Κυρίου και την συνδρομήν των ευσεβών κατοίκων της ιστορικής αυτής πόλεως ιδρύθη εστία συσσιτίων, η οποία ήρχισεν ως ρυάκιον και ηυξήθη εις ποταμόν ευποιΐας. Η εστία εκείνη ήρχισεν από 50 μερίδας και έφθασεν εις 8.000 ημερησίως. Μία ιστορία κόπων και μόχθων, αλλά και κινδύνων. Κατηγγέλθην εις την Γκε-Στα-Πω ως μυστικώς δρών κατά των στρατευμάτων κατοχής. Επέκειτο η σύλληψις και εκτέλεσίς μου. Πώς εσώθην; Χειρ Κυρίου! Γέρων τις ονόματι Κωνσταντίνος Μπόζιος, φλογερός πατριώτης, πληροφορηθείς την απόφασιν των Γερμανών εν καιρώ νυκτός, ενώ επί απειλή θανάτου απηγορεύετο πάσα κίνησις, έσπευσε με κίνδυνον της ζωής του και με ειδοποίησε να εγκαταλείπω πάραυτα το κατάλυμα μου και να μεταβώ εις άλλην οικίαν… Η αντίστασις, η οποία προεβλήθη εις την ιστορικήν αυτήν πόλιν, υπήρξεν εις πολλά σημεία ανωτέρα της εις τα όρη αντιστάσεως. Ο εν τη πόλει τότε διαμένων και δρών εθνικώς εκινδύνευε περισσότερον των εις τα όρη καταφυγόντων και εκείθεν ανθισταμένων».

Στην αρχή η πόλις παρουσιάζεται, προκατειλημμένη εναντίον του. Κάποιοι έχουν προλάβει να διασπείρουν συκοφαντικές φήμες εις βάρος του. Οι τοπικές εκκλησιαστικές αρχές δεν τον επιθυμούν ιδιαίτερα «μέσα στα πόδια τους». Συντόμως όμως οι κάτοικοι της πόλεως διαπιστώνουν την αλήθεια για τον ιεροκήρυκα. Όπου προγραμματίζεται να ομιλήση, οι άνθρωποι συνωστίζονται, οι εκκλησίες γεμίζουν, η πόλις αναστατώνεται. Αρχίζει το έργο· τα πρώτα έντυπα (μερικά από αυτά λόγω ελλείψεως χάρτου θα τυπωθούν στην οπισθία όψι διπλοτύπων του Δήμου), κατηχητικά μαθήματα, σειρές κηρυγμάτων επάνω στα «τέσσερα χρώματα» της Αποκαλύψεως.

Η πείνα όμως θερίζει, η φυματίωσι καλπάζει, τα παιδιά κινδυνεύουν. Ο ιεροκήρυξ δεν μπορεί να μείνη με σταυρωμένα χέρια. Καυτηριάζει τους πλουσίους που αδιαφορούν και τους μαυραγορίτες που εγκληματούν εις βάρος των αδελφών τους. Αλλά προχωρεί και στο θετικό έργο. Στις 27-1-1944 καλεί τον πιστό λαό να φέρη τρόφιμα για τα πεινασμένα παιδιά στο γκαράζ του Τέγου· και το θαύμα γίνεται. Παρ’ όλη την έλλειψι τροφίμων, οι πιστοί σπεύδουν να προσφέρουν από το υστέρημα τους. Συγκεντρώνονται 500 οκάδες τρόφιμα. Η κρατική όμως άδεια λειτουργίας σκοντάφτει, και τελικά δίδεται κατ’ ευθείαν από τον τότε υπουργό Βορείου Ελλάδος, εν μέσω κινδύνων. Σε λίγες μέρες αρχίζει το συσσίτιο με 50 μερίδες. Νέοι και νέες εθελοντικά βοηθούν στην συλλογή και αποθήκευσι των τροφίμων καθώς και στην παρασκευή και παράθεσι του φαγητού.

Ο ίδιος ο ιεροκήρυκας απαγορεύει στον εαυτό του να δοκιμάση από τα φαγητά που παρατίθενται στην «Εστία». Σιτίζεται με το πενιχρότατο φαγητό της Λέσχης των Δημοσίων Υπαλλήλων, χωρίς να υπολογίζη την προσωπική του υγεία. Χτυπά πόρτες και επισκέπτεται αρμοδίους ταξιδεύοντας με κίνδυνο της ζωής του, για να συντηρηθούν τα συσσίτια, τα οποία σύντομα αυξάνουν σε 500 μερίδες. Τελικώς έρχεται και η καθοριστική βοήθεια του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Ο αντιπρόσωπος του Αιμίλιος Βένγκερ (Emile Wenger) συγχαίρει ιδιαιτέρως τον π. Αυγουστίνο δηλώνοντας, ότι η «Εστία» είνε η μόνη οργάνωσις που όλοι εργάζονται δωρεάν, και σε επίσημο έγγραφό του προς το Κεντρικό γραφείο της Γενεύης την χαρακτηρίζει πρότυπο εστίας εν Ελλάδι. Δεν σταματά βέβαια ο καθημερινός αγώνας, στην πόλι και στα χωριά, με το χτύπημα πόρτα -πόρτα, τη συλλογή τροφίμων και καυσίμων, τις μεταφορές με φορτηγά κ.τ.λ.. Μέχρι και λαχειοφόροι αγορές γίνονται για τις ανάγκες του συσσιτίου. Εκ παραλλήλου λειτουργεί και νέα εστία, κέντρο προστασίας της νεότητος, για ασθενικά παιδιά (για τα οποία προηγείται ιατρική γνωμάτευσι), με διανομή ιδιαιτέρου εκλεκτού φαγητού. Ειδική μέριμνα λαμβάνεται και για τους άπορους γέροντες, και τους 5.000 νέους πρόσφυγες από τα γύρω μέρη λόγω των συγκρούσεων, από τους οποίους οι 2.700 τρέφονται, στην «Εστία». Αλλά και οι πεινασμένοι, κρατούμενοι των φυλακών —πολλοί από τους οποίους εινε κομμουνισταί— δέχονται την περίθαλψι της «Εστίας» παρά τις αρχικές απαγορεύσεις των Γερμανών. Παραλλήλως ο π. Αυγουστίνος τους απευθύνει λόγους ενθαρρυντικούς και δέχεται τις εξομολογήσεις τους. Η «Εστία» φτάνει αισίως, τον Σεπτέμβριο του 1944, τα 8.150 πιάτα την ημέρα. Ιδιαίτερη προσοχή λαμβάνεται ώστε να μη τρέφωνται στην «Εστία» άτομα που δεν έχουν ανάγκη. Αλλά στην «Εστία» οι άνθρωποι μαζί με την υλική τροφή λάμβαναν και πνευματική τροφοδοσία και συνδέονταν μέσα σε ένα ιερό έργο. Επί πλέον, λόγω αναγκαστικής διακοπής της λειτουργίας των σχολείων, λειτουργεί σχολείο και διδάσκονται καθημερινώς μαθήματα για τα παιδιά του δημοτικού, γίνονται γιορτές, παίζονται θεατρικά έργα, και κυκλοφορεί ιδιαίτερο έντυπο («ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΦΤΩΧΟΥ», που αργότερα μετονομάζεται σε «ΕΣΤΙΑ»).

Κάθε καλό έργο όμως θα αντιμετώπιση και διωγμό. Εξ άλλου ο ιεροκήρυκας δεν δίστασε να καταγγείλη όσους συνεργάζονταν με τους κατακτητάς και όσους πλούτιζαν εις βάρος του λαού. Με τη δράσι του προκαλεί ακόμη το φθόνο μερικών «αδελφών» του. Του απαγορεύεται το κήρυγμα στους ναούς από τις εκκλησιαστικές αρχές, αλλά άμβωνας γίνεται το γκαράζ. Θέλουν να τον διώξουν από την πόλι· ανθίσταται ο μητροπολίτης Γρεβενών, που βρίσκεται και αυτός στην Κοζάνη. Εκδίδεται απόφασις, να τον στείλουν με συνοδεία χωροφυλακής —στην πραγματικότητα των Γερμανών— στα Γρεβενά, με άμεσο κίνδυνο της ζωής του. Τότε ευρίσκεται ο εισαγγελεύς της Κοζάνης Θεόδωρος Σκρέκας, για να ματαιώση την μεταγωγή του εκεί. Τον κατηγορούν, ότι «είνε κομμουνιστής», διότι συνιστούσε μία σειρά λογοτεχνικών βιβλίων που λεγόταν «κόκκινα βιβλία» και διότι έτρεφε και παιδιά κομμουνιστών. Απαντά, ότι αυτός είνε ένα ρυάκι απ’ όπου πίνουν και ο άγιος και ο ληστής, ενώ παραλλήλως σημαντικό ρόλο στη διάσωσί του παίζει και η μαρτυρία του διερμηνέως Βασιλείου Ματιάκη. Γερμανοί και συνεργαζόμενοι Έλληνες σχεδιάζουν τη δολοφονία του, αλλά ένας γέροντας (ο Κωνσταντίνος Μπόζιος, που ανεφέρθη και ανωτέρω), εν καιρώ νυκτός ως νοσοκόμος και με κίνδυνο της ζωής του —λόγω απαγορεύσεως της νυκτερινής κυκλοφορίας—, τον ειδοποιεί να φύγη. Σε κάποια στιγμή τον εγκαταλείπουν ακόμη και οι δικοί του, ενώ ο μητροπολίτης του απαγορεύει το κήρυγμα σε κάθε τόπο της μητροπολιτικής περιφερείας. Κατόπιν όμως διαμαρτυριών, ψηφισμάτων, υπογραφών κ.λπ. το γκαράζ ξαναγίνεται άμβωνας.

Με την απελευθέρωσι της πόλεως από τα γερμανικά στρατεύματα αρχίζει ένας νέος —εμφύλιος τώρα— πόλεμος. Ο π. Αυγουστίνος προσπαθεί να συγκράτηση το μένος για εκδίκησι. Φροντίζει τους νέους αιχμαλώτους με κίνδυνο της ζωής του. Ζητάει και κατορθώνει ν’ απελευθερώσουν τα παιδιά. Σιτίζει ακόμη και τους πρώην κατακτητάς Βουλγάρους αιχμαλώτους. Ελέγχει σε κήρυγμά του τη διαπλοκή της ιερωσύνης με την πολιτική. Αρνείται να παραδώση την «Εστία» στη νέα πολιτική κατάστασι. Κινδυνεύει να εκτελεσθή, αλλά με την παρέμβασι ενός αξιωματικού του Ε.Λ.Α.Σ., γυιού της σπιτονοικοκυράς του, του Γιάννη Χαλβατζή, γλυτώνει. Στη θέσι του συνθήματος «λαοκρατία», οι νέοι της «Εστίας» διαδηλώνουν στους δρόμους της πόλεως ζητώντας «Χριστοκρατία» και τραγουδώντας χριστιανικά τραγούδια.

Οι μεγάλοι κίνδυνοι περνούν. Η έντονη δραστηριότητα συνεχίζεται μέχρι που, μέσα Απριλίου του 1945, έρχεται η απόφασι της Ιεράς Συνόδου για την μετακίνησι του ιεροκήρυκος στη θέσι του, στα Γρεβενά. Μετά από 15 μήνες συνεχούς εργασίας το έργο της «Εστίας» θα σταματήση. Οι πιστοί θλίβονται, αντιδρούν, συγκεντρώνονται στη Μητρόπολι διαμαρτυρόμενοι, αλλ’ εις μάτην. Ο ιεροκήρυξ αποχαιρετά συνεργάτες, ακροατάς, όλους εν γένει τους πιστούς, σε μία συγκινητική συγκέντρωσι και με μία τελευταία αποχαιρετιστήρια ανοικτή Επιστολή, και παίρνει ξανά το δρόμο. Όμως το έργο συνεχίζεται· η εφημεριδούλα «ΕΣΤΙΑ» μετονομάζεται σε «ΧΡΙΣΤ. ΣΠΙΘΑ» και από τοπική γίνεται πανελλήνια, το γκαράζ παραμένει ως πνευματικό κέντρο, ο σύνδεσμος με τον ιεροκήρυκα διατηρείται, ιδρύεται ο σύλλογος «Οι άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες», ο οποίος θα κτίση δύο κτήρια (το 1957 και το 1977), με οικοτροφείο, αίθουσα ομιλιών και εορτών κ.ά..

Τα ανωτέρω στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο του θεολόγου Παναγιώτου (νυν αρχιμ. Αυγουστίνου) Μύρου, Η αντίστασι της αγάπης (Αθήναι 19912), όπου καταγράφεται με καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων το συγκλονιστικό όντως ιστορικό της ιδρύσεως και λειτουργίας της «Εστίας» και της δράσεως του π. Αυγουστίνου στην Κοζάνη.

• Γρεβενά

«Μετά την απελευθέρωσιν της Πατρίδος εκ των στρατευμάτων κατοχής, τον Ιούνιον του 1945, μετετέθην εις την Μητρόπολιν Γρεβενών, της οποίας η περιοχή είχεν υποστή μεγάλην καταστροφήν κατά την περίοδον της κατοχής. Επί διετίαν περίπου υπηρέτησα εις την περιοχήν αυτήν υπό τον αοίδιμον μητροπολίτην Θεόκλητον Σφήναν, φλογερόν πατριώτην. Μετά ιδιαιτέρας δε συγκινήσεως ενθυμούμαι τα της διακονίας μου εις την περιφέρειαν ταύτην. Εις ουδεμίαν άλλην πόλιν της Μακεδονίας το κήρυγμα μου εύρε τόσην απήχησιν, όσην εις την περιοχήν αυτήν και μάλιστα εις την μικράν πόλιν των Γρεβενών. Δύο δεκάδες νέων και νεανίδων ειλκύσθησαν από τα ιεραποστολικά ιδεώδη και ενεγράφησαν εις την Θεολογικήν Σχολήν και απετέλεσαν τον πυρήνα Ιεραποστολικών αδελφοτήτων που ιδρύθησαν βραδύτερον, των οποίων τα μέλη εργάζονται μετά ζήλου και αυταπαρνήσεως εις διαφόρους πόλεις της Μακεδονίας και εις αυτήν ακόμη την πρωτεύουσαν, τας Αθήνας. Αλησμόνητοι ημέραι, ευλογημέναι από την χάριν του Θεού. Το σύνθημα της ηρωικής εκείνης νεότητος ήτο· Έκ Γρεβενών το φως! Ήμουν δε τόσον ευχαριστημένος εκ της εν Γρεβενοίς πνευματικής εργασίας, ώστε ήθελα διά παντός να μείνω εκεί και να αποθάνω εκεί. Αλλ’ αι βουλαί του Κυρίου ανεξιχνίαστοι! Νέα καταιγίς ενέσκηψεν εις την ταλαίπωρον πατρίδα μας. Ήτο η τρομερά περίοδος του συμμοριτοπολέμου ή —όπως άλλως λέγεται— του εμφυλίου σπαραγμού. Ποίος δύναται, να περιγράψη την φοβεράν αυτήν περίοδον του Γένους;».

Είνε περίοδος με έντονα πολιτικά πάθη και υλική δυσπραγία. Ο ιεροκήρυξ δυσκολεύεται να προσεγγίση το λαό· αλλ’ επινοεί διάφορα τεχνάσματα για να τους φέρη κοντά στην πηγή της ζωής, με τη βεβαιότητα ότι, όταν την γνωρίσουν, δεν θα την εγκαταλείψουν πλέον. Άλλοτε αφήνει να διαδοθή, ότι θα μοιράση από μία λίρα στον καθένα, και άλλοτε υπόσχεται, ότι μετά την εκκλησία θα τους δώση αυτό που είνε αναγκαίο για τα ζώα τους και τους λείπει, το αλάτι. Οι άνθρωποι τον πιστεύουν (βρισκόμαστε σε περίοδο που γίνονται τέτοιες διανομές και μάλιστα από κληρικούς), γεμίζουν τους ναούς, ακούνε κατάπληκτοι το κήρυγμα, και στο τέλος καταλαβαίνουν ότι ο ιεροκήρυκας δεν τους εξαπάτησε, αφού τους έδωσε την πνευματική λίρα και το αληθινό αλάτι.

Στην ερειπωμένη ύπαιθρο «με δύο παλιά άρβυλα κουβαλάει το ισχνό του σώμα, τυλιγμένο σ’ ένα τριμμένο ράσο, από χωριό σε χωριό. Σαν τον καλό ποιμένα περιοδεύει με κίνδυνο της ζωής του όλα σχεδόν τα χωριά της περιφερείας αναζητώντας το χαμένο πρόβατο». Περπατούσε χιλιόμετρα με το «υπ’ αριθμόν ένα αυτοκίνητο», τα πόδια του. Στους ταλαιπωρημένους από τον πόλεμο χωρικούς μοιάζει σαν να κατέβηκε κατ’ ευθείαν απ’ το Θεό.

Μέσα στην πόλι έχουν συγκεντρωθή πολλοί και συνωστίζονται σε στενόχωρα σπίτια. Εδώ όμως «ο αρχιμανδρίτης δεν ασχολείται με συσσίτια. Επιδίδεται αποκλειστικά στο κήρυγμα και στην κατήχησι… Μέσα στην πόλι φέρνει κυριολεκτικά αναστάτωσι. Το εβδομαδιαίο πρόγραμμα της δράσεως του τυπώνεται σε λίγα μικρά φέϊγ – βολάν. Μαθήτριες του κατηχητικού τα μοιράζουν σ’ όλες τις γειτονιές. Ο χαριτωμένος τίτλος “Μη με πετάξης -Διάβασε με” τραβάει την προσοχή.

Το κήρυγμά του όλο φλόγα. Συναρπαστικό. Συγκλονιστικό. Ξυπνάει τις συνειδήσεις- “Κι αν τα κάτω γίνουν άνω και τα άνω κάτω, κι αν όλοι πέσουν και προσκυνήσουν τον Εωσφόρο, εσύ νέα μου να σταθής όρθια και να φωνάξης·

—Πιστεύω, Κύριε! και η φωνή σου να φθάση τ’ άστρα”.

Κι άλλοτε πάλι· Ελάτε ν’ ανοίξουμε ένα λάκκο και να θάψουμε τις αμαρτίες μας. Τις δικές σου και τις δικές μου”.

Καλεί με τον τρόπο αυτό στην εξομολόγησι. Και η προσέλευσι στο μυστήριο είνε απίστευτη. Το κήρυγμα παίρνει τόνο προφητικό, όταν γίνεται ελεγκτικό. Ελέγχει τον αμαρτωλό τρόπο ζωής, τους αισχρούς χορούς [σ.τ.σ.· τους οποίους κατορθώνει, να ματαιώση, τις ειδωλολατρικές τελετές του καρναβάλου, τα σκάνδαλα των υπαλλήλων. Ο έλεγχος αναστατώνει τους ενόχους. Υποβάλλονται εναντίον του μηνύσεις και κυκλοφορεί η φήμη ότι θα μπη στη φυλακή. Κι όμως τίποτε δεν τον τρομάζει.

Παραλλήλως εκδίδει το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΑΝΩΡ” [σ.τ.σ.· ως περιοδικό της ιεράς Μητροπόλεως] και διοργανώνει τη φιλανθρωπία. Επισκέπτεται ο ίδιος τα νοσοκομεία και τις φυλακές, που είνε γεμάτα αυτή την εποχή.

Συνδέεται έτσι στενώτατα με το λαό των Γρεβενών. Όσοι έζησαν τα γεγονότα εκείνων των ημερών θα θυμούνται, αν όχι τίποτε άλλο, τις συγκινητικώτατες στιγμές του αποχαιρετισμού. Όλος ο γρεβενιώτικος λαός συγκεντρωμένος στην κεντρική πλατεία παρακολουθεί το τελευταίο του κήρυγμα. Κ’ εκείνος πάνω στο πεζούλι, κάτω από τον ιστορικό πλάτανο, τους αποχαιρετά με ιερή συγκίνησι κι αυτοί αναλύονται σε δάκρυα…

Φεύγει. Μα δεν ξεχνάει τα παιδιά του. Τα κατηχητικά που ωργάνωσε τα έχει εμπιστευθή σε πολύ νεαρά πρόσωπα κάτω από την προστασία του παπα – Δημήτρη Καραλή. Εκείνα τον βομβαρδίζουν συνεχώς με γράμματα και ζητούν τη βοήθεια του. Τους επισκέπτεται τακτικά, παρ’ όλο τον κίνδυνο από τους ναρκοθετημένους δρόμους».

Όταν εκδηλώνεται η επιθυμία του οικείου μητροπολίτου να επανέλθη στα Γρεβενά ο ιεροκήρυξ, ο οποίος το επιθυμεί και ο ίδιος, ο πιστός λαός εξεγείρεται. «Ύστερ’ από επανειλημμένα διαβήματα στους αρμοδίους, σύσσωμος ο λαός της πόλεως και της επαρχίας Γρεβενών ξεσηκώνεται και συγκροτεί παλλαϊκό συλλαλητήριο. Πλην όμως η φωνή του λαού παραμένει φωνή βοώντος εν τη ερήμω».

 

• Διευθυντής της Θρησκευτικής Υπηρεσίας Β’ Σώματος Στρατού

«Κατά τον Ιούλιον του 1947 τηλεγραφικώς επεστρατεύθην υπό της Πατρίδος και εκλήθην να υπηρετήσω ως στρατιωτικός ιερεύς και ιεροκήρυξ την υπέρ της ελευθερίας και ακεραιότητος της Μακεδονίας μαχομένην ελληνικήν νεότητα. Επί μίαν περίπου τριετίαν διήρκεσεν η διακονία μου αυτή. Εις Κοζάνην, εις Φλώριναν, εις Λάρισαν, εις τα υψίπεδα της Δυτικής Μακεδονίας, εις ακραία φυλάκια ως ιεροκήρυξ μετέβαινον εν μέσω πολλών κινδύνων και εκήρυττον τον λόγον του Θεού, μετά πάσης παρρησίας ομιλών προς όλους ανεξαιρέτως, αξιωματικούς και στρατιώτας. Ιδρύσαμεν εν Λαρίση Σχολήν εκπαιδεύσεως θεολόγων οπλιτών εξεδώκαμεν ειδικόν περιοδικόν με τίτλον “Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ”, το oποίον κατά χιλιάδας διενέμετο δωρεάν εις τους στρατιώτας- ωμίλουν από τον στρατιωτικόν ραδιοφωνικόν σταθμόν Λαρίσης· ιδρύσαμεν ορθόδοξον χριστιανικόν σύλλογον υπό την επωνυμίαν «Ο Σάπφειρος», όστις μέχρι σήμερον εργάζεται και ανήγειρεν αίθουσαν κηρυγμάτων τέλος δε, τη επιμόνω προτάσει και παρακλήσει μου, υπό του αειμνήστου στρατηγού Π. Καλογεροπούλου, Σωματάρχου, ανηγέρθη ο ωραίος ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος εις το στρατόπεδον της Λαρίσης. Εκ της κοπιώδους αυτής εργασίας υπέστην υπερκόπωσιν και έπρεπε ν’ αποσυρθώ επί μακρόν διάστημα εκ της ενεργού υπηρεσίας, αλλ’ επέμενον να υπηρετώ».

«Σαν ιεροκήρυκας του Στρατού δεν περιορίζεται σε μια τυπική εκπλήρωσι των ιερατικών του καθηκόντων, αλλά κινείται δραστήρια και αναπτύσσει τη θρησκευτική υπηρεσία πάνω σε νέες βάσεις. Πιο συγκεκριμένα·

1ον . Δημιούργησε ειδικό Κέντρο Εκπαιδεύσεως Οπλιτών Θεολόγων, στο οποίο εκπαιδεύονται θεολόγοι οπλίτες και αποστέλλονται βοηθοί των στρατιωτικών ιεροκηρύκων. Πολλοί από τους θεολόγους, που σήμερα διαπρέπουν στον άμβωνα [σ.τ.σ. αλλά και στην πανεπιστημιακή έδρα], χρωστούν σ’ εκείνη την εκπαίδευσι και μαθητεία τους κοντά στον π. Αυγουστίνο την μετέπειτα επιτυχία τους.

2ον . Ιδρύει Γραφείο Χριστιανικής Διαφωτίσεως, το οποίο εκδίδει σε 30.000 φύλλα το [σ.τ.σ.· δεκαπενθήμερο] περιοδικό «Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ» που διανέμεται δωρεάν στα στρατευμένα νιάτα.

3ον . Ιδρύει αντιβλασφημικές ομάδες και σύλλογο εγκρατείας.

4ον . Συστήνει πρότυπο Κατηχητικό Σχολείο στο Στρατόπεδο Κρατουμένων της Λαρίσης.

5ον . Ομιλεί κάθε Κυριακή από το Ραδιοφωνικό Σταθμό του Β’ Σ. Σ. [σ.τ.σ.· ενώ καθημερινώς ακούγεται σύντομη προσευχή και αγιογραφικό ανάγνωσμα].

6ον . Περιοδεύει επανειλημμένα στις διάφορες Μονάδες του Σώματος και φθάνει μέχρι τα τελευταία φυλάκια κηρύττοντας, εξομολογώντας και εμψυχώνοντας τους μαχητάς της πατρίδος.

7ον. Κτίζει στο στρατόπεδο της Λαρίσης μεγαλοπρεπή ναό αφιερωμένο στο γεγονός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος».

Ακούγονται λοιπόν καθημερινώς κηρύγματα στα στρατόπεδα, εκδίδονται εγκύκλιοι για τον τακτικό εκκλησιασμό την τήρησι των νηστειών την καταπολέμησι της βλασφημίας και την ψυχοσωματική προφύλαξι των στρατιωτών, γίνονται ιδιαίτερες θρησκευτικές συγκεντρώσεις από ευσεβείς —ακόμη και μη θεολόγους— στρατιώτες και αξιωματικούς, η προσέλευσι στην εξομολόγησι και στη θεία κοινωνία αυξάνει, τραυματίες παρηγορούνται, κατηχητικά σχολεία επισκέπτονται στρατιωτικά νοσοκομεία για να ενισχύσουν τους ήρωες τραυματίες, χορηγούνται αντίτυπα της αγίας Γραφής σε ενδιαφερομένους, μέσω της στήλης αλληλογραφίας του περιοδικού δίδονται μαρτυρίες για τα θαύματα του μετώπου, ομολογία της πίστεως καθώς και προσωπικές συμβουλές, τυπώνονται μικρά φυλλάδια και αντιβλασφημικές πινακίδες, καταστρέφονται βρώμικα έντυπα από τους πρώην αναγνώστες τους, προτείνεται η λειτουργία «κινητών βιβλιοθηκών» με ωφέλιμα βιβλία για τους στρατιώτες, καταπολεμείται ο αλκοολισμός, αναζωπυρώνεται η φλόγα της πίστεως, η αγάπη για την πατρίδα εμψυχώνει τους μαχητάς, η ηθική αναστηλώνεται.

Πέρα από πολιτικές δεσμεύσεις, με σταθερή προσήλωσι στην ελευθερία, στην αγάπη για την πατρίδα και την πίστι, εμπνέει και τους στρατιώτες στον αγώνα γι’ αυτές τις αλήθειες. Σε μία περίπτωσι οι στρατιώτες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στον πόλεμο. Ο ιεροκήρυκας ζήτησε τότε την άδεια από τον υπεύθυνο αξιωματικό να τους μιλήση, αλλά χωρίς καμμία δέσμευσι για το τι θα πη· του επετράπη. Τους κάλεσε τότε και τους είπε·«Δίκιο έχετε να μη θέλετε να πολεμήσετε. Διότι υπάρχουν άλλοι που έχουν βολευτή σε ανώδυνες θέσεις μακριά από το μέτωπο. Αλλά ένα να ξέρετε· ότι αύριο θα έρθουν τα παιδιά σας πάνω από τον τάφο σας, θα σας φτύσουν και θα πουν· Καταραμένος να ‘σαι πατέρα, διότι όλα μου τα ‘δωσες· σπίτια, αγαθά κ.λπ.· ένα δεν μου έδωσες, την ελευθερία». Μετά από λίγο οι στρατιώτες ξαναπήραν τα όπλα τους.

Αξίζει να παραθέσουμε και τη μαρτυρία ενός τότε στρατιώτου και νυν μητροπολίτου της Εκκλησίας της Ελλάδος· «Καλοκαίρι του 1948. Εκπαιδευόμουνα τότε στο Κέντρο Διαβιβάσεως στη Λάρισα. Θυμήθηκα τας επισκέψεις Σας εις το στρατόπεδον, τα φλογερά Σας κηρύγματα, την προσφοράν Σας εις το αγωνιζόμενον τότε Έθνος. Θυμήθηκα τον “Χριστιανόν Στρατιώτην” που τόσο ανυπόμονα περιμέναμε να διαβάσουμε. Θυμήθηκα τας προσπαθείας Σας διά την ανέγερσιν του Ι. Ναού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Θυμήθηκα ακόμα πόσα λαχεία τότε διέθεσα και αργότερα εις την Μονάδα μου διά τον σκοπόν αυτόν… † ο Θήρας Παντελεήμων».

Τον Ιούλιο του 1949 εκδίδεται Βασιλικό Διάταγμα, το οποίο αναγνωρίζει τη Μασονία ως αγαθοεργό ίδρυμα και καθορίζει ως πόρους της μεταξύ άλλων και εισφορές από το κράτος, τους δήμους και τις κοινότητες, ακόμη και τους ναούς ή τις μονές. Όλη η Ελλάδα συγκλονίζεται, αρκετοί αντιδρούν, ένας όμως μόνο τολμά. Ο ιερομόναχος Αυγουστίνος Καντιώτης, αν και στρατιωτικός ιεροκήρυξ (πράγμα που συνεπάγεται οπωσδήποτε ηυξημένες υποχρεώσεις έναντι της πολιτικής ηγεσίας), σε θεία λειτουργία στον κατάμεστο στρατιωτικό ναό του Αγίου Αθανασίου Κοζάνης, δίδει από την ωραία πύλη εντολή να μη ψαλή το «Πολυχρόνιον» των βασιλέων, εξ αιτίας του διατάγματος αυτού. Παραλλήλως κυκλοφορεί φύλλο της «ΧΡΙΣΤ. ΣΠΙΘΑΣ», στο οποίο θέτει ευθέως στον βασιλέα το ερώτημα, εάν είναι μασόνος. Το θέμα πλέον έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις· η Ελλάδα —ενώ ακόμη διαρκεί ο πόλεμος— συγκλονίζεται, ο αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων επισκέπτεται το παλάτι, το Διάταγμα ανακαλείται.

Παραλλήλως με την εργασία στο στρατό εργάζεται και στο λαό της Λαρίσης. Εκτός από τον σύλλογο «Ο Σάπφειρος», τον οποίο ίδρυσε και ο οποίος εξέδωσε και δικό του ομώνυμο περιοδικό, εκδίδει περιοδικό («ΚΥΡΙΑΚΗ») το οποίο διανέμεται δωρεάν, ομιλεί κ.ά..

 

Πηγή: Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης, Σύντομος βιογραφία, Ιερά Κοινοβιακή Μονή «Ζωοδόχος Πηγή» Λογγοβάρδας, Πάρος 2010, Ημερολόγια – Εκδόσεις «Κυπρής», 1η ανατύπωσις Σεπτέμβριος 2010.


Συνεχίζεται…