Ορθόδοξη πίστη

Το λαδοφάναρο της κόλασης,διηγείται ο μακαριστός Γέρων Μάρκελλος Καρακαλληνός για τον μoναχό που συνάντησε τον πατέρα του στην κόλαση

28 Νοεμβρίου 2013

Το λαδοφάναρο της κόλασης,διηγείται ο μακαριστός Γέρων Μάρκελλος Καρακαλληνός για τον μoναχό που συνάντησε τον πατέρα του στην κόλαση

544463_576959458990181_1275249356_n

Μ.Μ.: Μια πνευματική ακτινογραφία, δηλαδή.

Γ.Μ.: Ναι. Βλέπεις και λες μα τόσα χρόνια εγώ καλόγηρος κι είμαι έτσι; Ναι, έτσι είσαι, παιδάκι μου. Αύτη είναι ή ψυχή σου. Αποκτάς πλέον το γνώθι σ’ αυτόν. Λάσπη είσαι, τίποτε δεν είσαι. Το βλέπεις και αυτό σού φέρνει ταπείνωση, σού φέρνει δάκρυα, σού φέρνει μετάνοια ειλικρινή. Από εδώ αρχίζει το πραγματικό έργο της καθάρσεως του άνθρωπου. Από εδώ, από αυτό το σκότος- Ο άνθρωπος πού δεν έχει καθαρισθεί κατά το’ Ευαγγέλιο και κατά τούς Πατέρας, είναι πνευματικός νεκρός- Είπε στον Χριστό ό νεανίσκος: Κύριε, «θέλω να γίνω μαθητής Σου. Θα πάω να θάψω τον πατέρα μου και μετά θα έλθω κοντά Σου. Ό Χριστός του απήντησε: Άφησε τούς νεκρούς. Θάψε τούς εαυτών νεκρούς κι έλα μαζί μου.

Κάθε άνθρωπος δηλαδή, πού είναι μακριά από τον θεόν, είναι πνευματικώς νεκρός. Στην παραβολή του ασώτου, ό πατέρας λέγει εις τον μεγαλύτερο υιό του: Δεν έπρεπε να χαρείς, πού ό αδελφός σου νεκρός ήταν και ανέστη; Απολωλός ην και ευρέθη; Ό άγιος Μακάριος ό Αιγύπτιος λέει σε μία πολύ ωραία ομιλία του. Όπως ένας νεκρός δεν έχει θέσιν πλέον μέσα σε μία πόλιν, αλλά τον παίρνουν Και τον πάνε στο κοιμητήριο να τον θάψουν, έτσι και κάθε πνευματικώς νεκρός δεν έχει θέση σ’ εκείνη την επουράνια πόλη, όπου οι άγιοι απόστολοι θα πάρουν όλες τις εκλεκτές ψυχές. Εκεί όπου θα συνέλθουν οι λυτρωμένοι και καθαρμένοι διά τον Κύριον εκείνη την επουράνια πόλη ό άνθρωπος ό μη καθαρό δεν έχει θέση. Ό Μέγας Βασίλειος ό όποιος είναι αυστηρός ασκητής αλλά συνάμα και στοργικός διότι θέλει να δώσει στην ψυχή μας την φωτεινότητα και την καθαρότητα, μας δίνει μία πολύ ωραία εικόνα -ή οποία υπάρχει τοιχογραφημένη στον νάρθηκα του καθολικού μας- ερμηνεύοντας τον 33ο ψαλμό του Δαυίδ.

Λέει ένα στίχος του ψαλμού αυτού: «Προσέλθετε προς αυτόν και φωτίσθητε και τα πρόσωπα υμών ου μη καταισχυνθεί». Όταν το φώς του Θεού πέσει πάνω μας και φωτισθούμε και δούμε το σκότος αυτό πού λέγαμε πριν, τότε ή ψυχή -λέει ό Μ. Βασίλειος- θα δει τα ίδια τα αμαρτήματα της με τον χρόνο με τον όποιο τα έπραξε, με το πρόσωπο με το όποιο τα έπραξε. Θα τα δει εντυπωμένα πάνω στον χιτώνα της με ανεξίτηλη βαφή. ώστε διαρκώς να τα θυμάται. Αυτή ή αισχύνη κατ’ εμέ, λέει ό Μ. Βασίλειος, θα είναι ή μεγαλύτερη κόλαση. Ό δριμύς έλεγχος της συνειδήσεως θα είναι ή μεγαλύτερη κόλαση. Διότι θα τα βλέπεις και θα λες, πώς Θεέ μου κόλλησαν όλα αυτά πάνω μου; Γιατί, ό ανόητος, να μη προνοήσω; Γιατί να μη τα καθαρίσω, εν όσο ήμουν στην ζωή;

Ή κόλαση δηλαδή είναι το αντίθετο της καθαρότητος της ψυχής. Ό φωτεινός άνθρωπος, ό ενάρετος και καθαρός θα πάει προς το φώς πού είναι ό Θεός, ενώ ό μη καθαρός θα πάει προς το σκότος. Λέει ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς: Ό δαίμων σκότος είναι κι έτσι απεργάζεται αυτούς πού τον ακολουθούν. Πολλοί Πατέρες έχουν δει κολασμένο. Σήμερα. Σημερινοί πατέρες έχουν κατέλθει στον αδη…

Θα σας πω ένα περιστατικό: Ήταν ένας δόκιμος μοναχός ό όποιος -όπως όλοι οι νέοι στη αρχή- είχε δυσκολίες. Αποφάσισε λοιπόν -κρυφά από τον ηγούμενο και τούς άλλους πατέρας- να φύγει από το μοναστήρι Ή πρόνοια όμως του Θεού πού δεν ήθελε να τον αφήσει να εμπλακεί ξανά με τον κόσμο και να χάσει την ψυχή του τον προλαμβάνει και τη νύκτα πριν την ημέρα πού θα σηκωνόταν αξημέρωτα να φύγει, του δείχνει Ένα τρομερό όραμα: Βρέθηκε, λέει, εις την κόλαση κι εκεί οδηγός του ήταν ένας άγγελος. Τον οδηγούσε ό άγγελος κι έβλεπε ό μοναχός τις διάφορες κολασμένες ψυχές κι έφριττε κι έτρεμε. Κάποια στιγμή φθάνουν σ’ ένα σημείο όπου καθόταν ο πατέρας του Καλογήρου. Είχε πεθάνει και είχε κολασθεί.

– Πατέρα μου, λέει ό μοναχός, εδώ ήλθες;

– Ναι, παιδάκι μου. Πρόσεξε, πρόσεξε πολύ στην ζωή σου να μην έλθεις κι εσύ σ’ αυτόν τον τόπο τον απαράκλητο πού είμαι εγώ.

Στο χέρι του ό πατέρας κρατούσε ένα λαδοφάναρο, σαν κι αυτά πού έχουμε εδώ στο μοναστήρι για να βαδίζουμε τις νύκτες στους διαδρόμους. Ό άγγελος πού μέχρις εκείνη την ώρα άκουγε, πλησιάζει και πιάνει το λαδοφάναρο, με σκοπό να το πάρει

– Όχι, άγγελε μου, φώναξε ό πατέρας, μη μου το παίρνεις το φανάρι. Αυτό το φως είναι ή παρηγοριά μου.

– Θα το πάρω, λέει ό άγγελος, δεν είναι δικό σου –πια αυτό. Αυτό το φανάρι ήταν οι προσευχές του παιδιά σου πού έκανε κάθε βράδυ για σένα κι έφθαναν σαν φώς εδώ! Τώρα όμως θα φύγει από το μοναστήρι και θα το στερηθείς αυτό το φώς. Θα σου το πάρω.

Τραβούσε λοιπόν ό άγγελος να το πάρει, τραβούσε και ό πατέρας να το κρατήσει. Πάνω σ’ αυτή την αγωνία ξυπνάει το παλληκάρι. Πω-πω, λέει, ό ανόητος τί πήγα να κάνω!.. Ένα κόμπο έκανα με το κομποσκοίνι για τον πατέρα μου και αυτός πήγαινε σαν φώς εκεί στον άδη και τον παρηγορούσε. Πού να πάω να φύγω ό δόλιος; Δεν φεύγω με τίποτε! Το πρωί σαν ξημέρωσε, κτυπά την πόρτα του ηγουμένου και πέφτει στα πόδια του μπρούμυτα.

– Τί έπαθες, παιδάκι μου, του λέει ό Γέροντας. Γιατί κλαις; Τί σου συνέβη πρωί-πρωί;

– Αυτό κι αυτό, Γέροντα τού λέει και του διηγείται το δράμα. Τώρα κτύπησε με, διώξε με, ότι θέλεις κάνε με. Εγώ δεν φεύγω από το μοναστήρι, πάει και τελείωσε!

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΛΟΓΟΣ ΑΘΩΝΟΣ. ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΕΛΙΝΟΣ ΤΟΜΟΣ 10

 

Πηγή: apantaortodoxias.blogspot.gr