Συναξαριακές Μορφές

Ο ληστής ξαναγιεννιέται και γίνεται άγιος!

13 Απριλίου 2017

Ο ληστής στον Παράδεισο, Μ. Ρουσάνου (Μετέωρα) 16ος αι.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ:  Οι φονιάδες του Χριστού.

του Φώτη Κόντογλου

Ο άνθρωπος δεν έφτασε που σκότωσε τόσους ανθρώπους, σκότωσε και το Χριστό. Δεν τον σκότωσε κανένα θηρίο, δεν τον σκότωσε τουλάχιστον κανένας κακούργος, παρά τον σκοτώσανε οι άνθρωποι που βαστούσανε το νόμο του Μωϋσή και που περίμενε ο λαός να του δείξουνε το δρόμο του Θεού, οι γραμματείς κ’ οι φαρισαίοι. Αυτοί ήτανε κρυφοφαγκανιάρηδες σκύλοι, τυλιγμένοι με προβιά αρνίσια για να ξεγελάνε το κόσμο. Πονηροί, υποκριτές, μαθητάδες του σατανά, που απάτησε τον Αδάμ για να τον καταπιεί, γλυκομιλώντας του και λέγοντάς του πως θα γίνει Θεός αν πορευθεί κατά τα λόγια του. Ο υποκριτής είναι ένα τέρας πιο σιχαμερό από κάθε άλλο, που κάθεται κρυμμένο στα σκοτεινά τάρταρα της ψευτιάς κι απέξω στήνει τις παγίδες του για να παραπλανήσει κανέναν αθώο άνθρωπο. Είναι εγωιστής, σκληρός, αλύπητος, φιλάργυρος, φοβητσιάρης, αλλά αυτά τα σκεπάζει με ψεύτικη ταπείνωση, με συμπονετικά λόγια, με γλυκομιλήματα. Ο υποκριτής δεν έχει θεό και νόμο και καμώνεται ίσα-ίσα πως φοβάται το Θεό και το νόμο του. Είναι μια ψυχή σαπισμένη και βρωμερή κι’ αμετανόητη. Ο κάθε αμαρτωλός μπορεί να μετανιώσει, ο υποκριτής είναι αμετανόητος, σαν νάκανε συμβόλαιο με το διάβολο. Όλοι οι αμαρτωλοί μπορούνε να σωθούνε και μάλιστα ν’ αγιάσουνε, πλην ο υποκριτής δεν έχει σωτηρία, θα πεθάνει υποκριτής. Ο Χρίστος δεν απέλπισε κανέναν, όλους τους φώναζε κοντά του και τους έδινε ελπίδα,   εξόν ένα μονάχα, τον υποκριτή. Το  «ουαί» δηλαδή το «αλλοίμονο!» δεν το είπε ούτε για τον τελώνη, ούτε για την πόρνη, ούτε καν για τον φονιά. Ίσια-ίσια  είπε πως αυτοί δείχνουνε το δρόμο του  Θεού στους φαρισαίους. Το «ουαί» το είπε μονάχα για τον υποκριτή, για τον αγιάτρευτο. Αφού ο Χριστός, που ήρθε να γιατρέψει  όλες τις αρρώστιες της ψυχής μας, απέλπισε τον υποκριτή, ποιός θα μπορέσει να τον σώσει ; Κι’ αυτό γίνεται γιατί όποιος έχει τούτη  την αρρώστια δεν θαρρεί τον εαυτό του  για άρρωστο· αλλά ίσια-ίσια θαρρεί πως   είναι πολύ καλά, και περιπαίζει κρυφά τους άλλους,  κι’ έχει την ιδέα πως η πονηρία του είναι η πιο μεγάλη γνώση και σοφία και το να μετανιώσει είναι για δαύτον σαν να γίνει κουτός από έξυπνος, αθώος από πονηρός, φανερός από κρυφός, μ’ ένα λόγο άρρωστος από γερός. Όποιος ακούσει τα λόγια που είπε ο Χριστός για τους φαρισαίους,  τρέμει. «Αλλοίμονό σας, γραμματείς και  φαρισαίοι υποκριτές, γιατί σφαλάτε  τη  βασιλεία των ουρανών μπροστά  στους ανθρώπους,  κι’ ούτε σεις μπαίνετε μέσα και τους άλλους δεν αφήνετε να μπούνε. Αλλοίμονό σας, γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές,  γιατί κατατρώτε τα σπίτια των χηρών  και κάνετε ατέλειωτες προσευχές· για τούτο  θάχετε πιο μεγάλο κρίμα. Αλλοίμονό σας, γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές, γιατί κάνετε άνω κάτω στεριά και θάλασσα για να κάνετε  ένα μαθητή και σαν γίνει μαθητής σας,  τον κάνετε γιό του διαβόλου χειρότερο από σας… Αλλοίμονό σας, γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές,  γιατί αποδεκατίζετε το δυόσμο και το άνηθο και το κύμινο κι’ αφήσατε τα πιο βαριά της θρησκείας, τη συμπόνια και την πίστη…Στραβοί, που θέλετε να οδηγήσετε τους άλλους,  εσείς που λαμπικάρετε το κουνούπι  και καταπίνετε την γκαμήλα. Αλλοίμονό σας,  γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές, γιατί καθαρίζετε απέξω μονάχα το ποτήρι  και το πινάκι κι’ από μέσα είναι γεμάτα κλεψιά και ατιμία. Και σαν να μη φτάνανε τόσα «αλλοίμονο» λέγει παρακάτω:  «Φίδια,   γεννήματα της οχιάς, πώς θα ξεφύγετε από την κρίση που θα σας ρίξει στην αιώνια φωτιά; Για τούτο, να, εγώ σας στέλνω προφήτες και σοφούς και γραμματείς κι’ από δαύτους θα σκοτώσετε κάμποσους και θα τους σταυρώσετε και θα τους δείρετε στα συμβούλια σας και θα τους κυνηγήσετε από  πολιτεία σε πολιτεία, για νάρθει απάνω  στα  κεφάλια σας κάθε αίμα δίκαιο που χύνεται πάνω στη γη, από το αίμα του Άβελ του αθώου ως το αίμα του Ζαχαρία του  γιου  του  Βαραχία που τον σκοτώσατε ανάμεσα στην  εκκλησιά και στην αγία τράπεζα». Αυτοί λοιπόν οι ψευτοθεοφοβούμενοι, αυτοί που φαινόντανε ήσυχοι και γνωστικοί και σεβάσμιοι,  αυτοί σκοτώσανε το Χριστό και όχι ο Βαραββάς ή κανένας άλλος ληστής, ή κανένας Ρωμαίος στρατιώτης, που πέρασε τη ζωή του  μέσα στα αίματα. Ο Πιλάτος, ο ηγεμόνας της Ιουδαίας, πόσα έκανε για να τον γλυτώσει από τα νύχια τους ! Αδιαφόρετα.   Αυτοί είχανε βάλει τον απλό τον κόσμο,   που δεν ένοιωθε ο δυστυχής τί έκανε, να φωνάζει : «Σταύ­ρωσε τον, σταύρωσε τον!» Μα οι φαρισαίοι, δηλαδή  οι υποκριτές,  ξέρανε  τι κάνανε, γιατί ο υποκριτής ξέρει πάντα καλά τι κάνει. Για τους  απλούς, για τους ξεγελασμένους, είπε ο Χριστός: «Πατέρα, συγχώρησέ τους γιατί δεν γνωρίζουνε τι κάνουνε».

Και πρόσεξε να δεις την οικονομία του Θεού, πως, την ώρα που κρεμότανε απάνω στο σταυρό, έριξε το έλεός του στο ληστή που ήτανε σταυρωμένος μαζί του, δηλαδή σε μια απλή ψυχή που είχε πέσει σε κρίματα βαριά και που σκότωσε κιόλας, δίχως να ξέρει τί κάνει, δίχως δηλαδή να είναι υποκριτής πολύξερος. Για τούτο, μ’ ένα λόγο που είπε, συγχωρέθηκε και άγιασε κι’ ο πρώτος που μπήκε στο παράδεισο ήτανε ένας φονιάς, θαυμάσετε, Χριστιανοί, το έλεος! Ο ληστής άνοιξε το παράδεισο για να μπούνε από πίσω του οι προφήτες, οι απόστολοι, οι ιεράρχες, οι όσιοι, οι μάρτυρες. Τί μυστήρια ξεσκέπασε στα μάτια μας ο φιλάνθρωπος και ο γλυκύτατος Χριστός μας ! Όσα είχε πρωτύτερα ο άνθρωπος για αδύνατα, για αδιόρθωτα, για άσβηστα, για αμετατόπιστα, ο Χριστός τα έσβησε, τα έκανε σαν να μη γινήκανε· συγχώρησε τον ληστή που μετάνιωσε και παρευθύς σβήσανε όσα έκανε, σαν να μη γινήκανε. Πού είναι πια εκείνο το αρχαίο ρητό «Τα γενόμενα ουκ απογίνονται» δηλ. «όσα γινήκανε δεν ξεγίνονται»; Αυτή τη καταδίκη, αυτή την άσπαστη αλυσίδα, που έπνιγε τον άνθρωπο, ο Χριστός την έσπασε, το σκληρό νόμο τον κατάργησε. Όχι με κανένα αστροπελέκι, σαν και κείνα που έριχνε ο Δίας, μα με τη συγχώρηση. Αυτή είναι η ελευθερία των τέκνων του Θεού, που μας χάρισε. Ο ληστής ξαναγεννιέται άγιος, και ο μαθητής του Χριστού που έτρωγε μαζί του στο τραπέζι, και που τον φώναζε φίλο, ο υποκριτής ο Ιούδας, γίνεται από γιός του Θεού, γιός του χαμού, «υιός της απωλείας».

Ο σεισμός που γίνηκε την ημέρα που σταυρώθηκε ο Κύριος,  αναποδογύρισε την οικουμένη, γκρέμισε τον παλιό κόσμο, τους νόμους του, τις  συνήθειές του, κατά τα  λόγια που έγραψε υστερότερα ο Απόστολος Παύλος : «Τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε καινά τα πάντα». Αυτός ο σεισμός και το αναποδογύρισμα γίνηκε μέσα στον άνθρωπο. Τρισκαλότυχοι όποιοι αρπαχτήκανε και πεταχτήκανε έξω από το σκοτεινό μνήμα τους, όπως οι νεκροί που βγήκανε από τους τάφους  τη  μέρα  που  σταυρώθηκε ο Χριστός. Γιατί αυτοί που λέγω καλότυχους, ήτανε πρωτύτερα με το κεφάλι  κάτω και με τα πόδια απάνω,  και  θαρρούσανε πως έτσι ήτανε καλά, κι’ ο σεισμός του Χρίστου τους αναποδογύρισε και τους έστησε απάνω στα ποδάρια  τους.   Κ’ έτσι  μπορέσανε να κοιτάξουνε καλά και να νοιώσουνε την αληθινή όψη του  κόσμου,  όπως τον έκανε ο Θεός. Με το αναποδογύρισμα του κόσμου της ψευτιάς, λευτερώθηκε ο άνθρωπος, γιατί ξαναγεννήθηκε στον  κόσμο της αλήθειας, στον κόσμο του Χριστού, που λέει : «Εγώ είμαι το φως του κόσμου. Όποιος ακολουθά εμένα, δεν θα περπατήσει στο  σκοτάδι, μα θάχει το φως της ζωής».  Κι’ αλλού λέει : «Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς», δηλαδή «να γνωρίσετε την αλήθεια, εμένα,  κι’ όχι τις αλήθειες των φιλοσόφων και των ηθικολόγων που είναι ψευτιές, και που για τούτο δεν μπορούνε να σας ελευθερώσουνε». Ο άγιος  Γρηγόριος ο Σιναΐτης λέει : «Γνώση της αλήθειας να ξέρεις πως είναι το να νοιώσεις τη θεία χάρη μέσα σου. Τις δε άλλες (που τις λένε γνώσεις της αλήθειας), πρέπει να τις λένε φανερώματα των νοημάτων κι’ αποδείξεις των πραγμάτων». Κι’ ο άγιος Μάρκος ο ασκητής λέει το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια : «Άλλο είναι η γνώση των πραγμάτων, και άλλο η επίγνωση της αλήθειας». Αυτή τη μια και μονάχη αλήθεια, τη νοιώθουνε όσοι πηγαίνουνε κοντά στο Χριστό με απλή διάνοια και με αγάπη και με ταπείνωση. Για να μας φέρει αυτή την αλήθεια, σταυρώθηκε σήμερα. Όποιος τον πιστεύει και τον αγαπά, αυτός πιστεύει κι’ αγαπά την αλήθεια. Για τούτο να μην τον ρωτάμε το Χριστό, σαν νάναι φιλόσοφος· «Τί είναι ή αλήθεια;», όπως έκανε ο Πιλάτος, που είχε ο δυστυχής μπροστά του την αλήθεια και ρωτούσε «Τί έστιν αλήθεια;», περιμένοντας να ακούσει κάποια λόγια κούφια, από κείνα που λένε οι άνθρωποι για τις ψεύτικες αλήθειες τους.

(«Κιβωτός»- Απάνθισμα)