Υπάρχουν τρία είδη πίστης που έχουν τις ρίζες τους στη μαντεία: η πίστη στην τυφλή τύχη, η πίστη στα υλικά πράγματα και η πίστη στην ολο­κληρωτική δύναμη των πνευμάτων του σκότους.

Μέσω της μαντείας, τα μέλλοντα να συμβούν προφητεύονται, η δύναμη των πραγμάτων διαφοροποιείται και γίνεται επίκληση στα πνεύματα του σκότους.

Καμία πίστη δεν έχει καταδικάσει και απορρίψει τη μαντεία τόσο ξεκάθαρα, όσο η χριστιανική. Καμία άλλη πίστη, έκτος της χριστιανικής, δεν είναι ελεύθερη και απαλλαγμένη από μαντείες.

Μαντεία σημαίνει να υποτάσσεις τον άνθρωπο σε πράγματα και πλάσματα κατώτερα απ’ αυτόν. Η μαντεία μπορεί να ονομαστεί πίστη του σκότους. Αυτός είναι ο λόγος που ο Απόστολος Παύλος είπε: «τους δε βεβήλους και γραώδεις μύθους παραιτού, γύμναζε δε σεαυτόν προς ευσέβειαν» (Α’ Τιμόθ. 4:7).

Ο Χριστιανισμός είναι μία πίστη του Φωτός, με δύο έννοιες: πρώτον, ανυψώνει τον άνθρωπο πάνω από την τυχαιότητα, πάνω απ’ όλα τα πράγματα και πάνω απ’ τα πνεύματα του σκότους· δεύτερον, υποτάσσει τον άνθρωπο μόνο στην εξουσία του Ζώντος, Πανσόφου και Παντοδυνάμου Θεού.

Ο Παντεπόπτης Κύριος ζει και, γι’ αυτό, τυφλή τύχη δεν υπάρχει. Ο άνθρωπος στην πνευματική του ένωση με τον Παντεπόπτη και Ζωντανό Κύριο, γίνεται ανώτερος απ’ όλα τα πράγματα και ισχυρότερος απ’ όλα τα πνεύματα του σκότους.

 

 

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος- Φεβρουάριος, εκδ. Άθως, σσ.199-200)