Άγ. Ιωάννης ΧρυσόστομοςΆγ. Νικόδημος ο ΑγιορείτηςΆγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΟρθοδοξία και Ορθοπραξία

Ἀνακομιδὴ τοῦ Λειψάνου Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

27 Ιανουαρίου 2022

Ἀνακομιδὴ τοῦ Λειψάνου Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

…Ὅταν ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐκθρονίστηκε καὶ στάλθηκε ἐξόριστος στὴν Κουκουσό, Ἀραβισσὸ καὶ Πιτιούντα ὅλη ἡ Ἐκκλησία τῶν ὀρθοδόξων ἐπένθισε. Μὲ δάκρυα ἔλεγαν τὰ πλήθη τῶν πιστῶν καὶ μοναχῶν: «Συνέφερεν, ἴνα ὁ ἥλιος συσταλῇ ἢ ἴνα τὸ στόμα Ἰωάννου σιωπήσῃ».

Ἔκλαυσε ὅλη ἡ οἰκουμένη, διότι ἔμεινε σὰν πλοῖο χωρὶς κυβερνήτη, σὰν ποίμνιο χωρὶς ποιμένα· σὰν στρατόπεδο χωρὶς ἀρχιστράτηγο καὶ σὰν κόσμος σκοτεινὸς χωρὶς ἥλιο. Ἔκλαιαν οἱ ὀρφανοὶ τὸν πατέρα τους. Θρηνοῦσαν οἱ μαθηταὶ τὸν διδάσκαλό τους, ὠδύρονταν οἱ πτωχοὶ τὸν προστάτη τους. Λυπόνταν οἱ ἁμαρτωλοὶ τὴν ἐλπίδα τους, οἱ θλιμμένοι τὴν παρηγορία τους, οἱ ἄρρωστοι τὴν ἐπισκέψή τους καὶ οἱ διψασμένοι ἀπὸ λόγο Θεοῦ, διότι στερήθηκαν τὰ γλυκύτατα καὶ πάγχρυσα λόγια της διδασκαλίας του. Κοινὴ ἦταν ἡ συμφορά, παγκόσμιο τὸ κακό, οἰκουμενικὴ ἡ δυστυχία.

Ὁ ἅγιος Ἰννοκέντιος ὁ Πάπας, γράφοντας γιὰ τὸν Χρυσόστομο πρὸς τὸν βασιλέα Ἀρκάδιο, λέγει: «Ὄχι μόνο ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ζημιώθηκε τῆς καλλιρρύτου ἐκείνου γλώσσας, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ ὑφήλιος ἐχήρευσε, ἀπολέσασα τέτοιον ἔνθεον ἄνδρα».

Ἔμεινε στὴν χηρεία αὐτὴ καὶ ἀπαρηγόρητη λύπη ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τριάντα τρία ὁλόκληρα χρόνια.

Τὸ 440 γίνεται ἡ ἀνακομιδὴ καὶ μετακομίζεται ἀπὸ τὰ Κόμανα τοῦ Πόντου στὴν βασιλεύουσα μὲ τέτοια τιμή, ἡ ὁποία δὲν ἔγινε ποτὲ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος σὲ ἄλλον, οὔτε πατριάρχη, οὔτε βασιλέα.

Ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία στολισαμένη, ὑποδέχεται σήμερα ἀπὸ τὴν ἐξορία τὸ ζωομύριστο καὶ θαυματουργικώτατο σῶμα τοῦ φωστῆρος της Χρυσοστόμου καὶ ἑορτάζει χαρμόσυνα τὴν ἔνδοξη ἀνακομιδὴ καὶ μετακομιδὴ καὶ ὑποδοχὴ τοῦ λειψάνου τοῦ διδασκάλου τῆς οἰκουμένης.

Καὶ αὐτὸ μὲ κάθε δίκαιο, γιατί, πῶς δὲν ἔπρεπε νὰ χαρῆ, σήμερα, ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ σὲ ἕνα καιρό, ὅπου βλέπει ὅτι στὸ λείψανο τοῦ Χρυσοστόμου μεταβλήθηκαν ὅλοι οἱ νόμοι τῆς φύσεως καὶ ἐνεργήθηκαν μόνον οἱ νόμοι τῆς Χάριτος; Ὅτι σῶμα νεκρόν, ὅταν θέλη, κινεῖται, καί, ὅταν θέλη, μένει ἀκίνητον; Ὅτι σῶμα, ἐνταφιασμένο πρὶν 33 χρόνια, ἀνακομίζεται σῶο καὶ ἀδιάλυτο μὲ τὴν ὁλοκληρία ὅλων τῶν μελῶν καὶ μερῶν του;… Πῶς δὲν ἔπρεπε νὰ χαρῆ, σήμερα, ὅταν εἶδε τὸ σῶμα τοῦ Χρυσορρήμονος νὰ εὑρίσκεται μὲν στὴν γῆ σὲ διάστημα τόσων χρόνων, ἔπειτα νὰ ἀνακομίζεται λαμπρὸ καὶ κροκοειδὲς στὸ χρῶμα; Εὐωδέστατο στὴν ὀσμή, ὑπερνικῶν ὅλα τὰ ἀρώματα τῆς γής; Καὶ ἔχων ὅλα τὰ ἄλλα οὐσιώδη καὶ συστατικὰ γνωρίσματα τῆς ἁγιότητας; Πῶς δὲν ἔπρεπε νὰ χαρῆ, ὅταν εἶδε τὸ λείψανον τοῦ Ἰωάννου, νὰ γιατρεύη κουτσούς, νὰ ἀνορθώνη παραλυτικούς, νὰ φωτίζη τυφλούς;…. Πῶς δὲν ἦταν δίκαιο νὰ χαρῆ ὅλος ὁ κόσμος, βλέποντας ἕνα νεκρὸ σῶμα νὰ ἔχη ἐξουσία κατὰ τῶν στοιχείων; κατὰ γὴς καὶ θαλάσσης καὶ τοῦ ἀέρος; Νὰ σηκώνη ἀνέμους ἀπὸ τὴν θάλασσα, νὰ σχίζη σὲ ρήγματα τὴν γῆ, νὰ κάμνη τὰ πλοῖα νὰ κλινοῦν ἀπὸ μόνα τους, σὰν νὰ ἦταν λογικὰ καὶ ἔμψυχα, γιὰ νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν; Καί, ἔπειτα, νὰ τὰ διευθύνη αὐτὰ σὲ ὅποιο τόπο θέλει; Καὶ γιὰ νὰ πῶ τὸ μεγαλύτερο καὶ θαυμαστότερο, πῶς δὲν ἔπρεπε νὰ χαρῆ σήμερα ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅταν εἶδε νὰ ἀνοίξουν ἐκεῖνα τὰ ἄψυχα χείλη; Καὶ ὅταν ἄκουσε νὰ βγαίνη φωνὴ ζωντανὴ καὶ ἔναρθρος ἀπὸ τὸ πρὸ 33 χρόνων νενεκρωμένο στόμα τοῦ Χρυσοστόμου; Καὶ νὰ πεῖ «εἰρήνη πάσιν;». Ὄντως «Τὶς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἠμῶν; Σὺ εἰ ὁ Θεός, ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος» (Ψάλμ. 76, 13)….

Λοιπὸν πῶς ἔγινε τέχνη χωρὶς τὸν τεχνίτη; Πῶς ἀκολούθησε ἔργο καὶ ἀποτέλεσμα χωρὶς τὸν ποιητή; Πῶς ἡ λύρα καὶ ὁ αὐλὸς ἤχησαν, χωρὶς νὰ τὰ κρούση ὁ λυρωδὸς καὶ ὁ αὐλητής; Καὶ μάλιστα, ὅταν καὶ ὁ αὐλὸς καὶ ἡ λύρα ἦταν διεφθαρμένα; Θαυμάσια τὰ ἔργα σου Κύριε! Ἡ αἰτία ὅλη, ἡ ποιητικὴ αὐτοῦ στάθηκε θεία καὶ ὑπερφυσική! Καὶ ὁ τεχνίτης τοῦ ἔργου αὐτοῦ ἦταν αὐτὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον!…

Ὥστε, ἂν καὶ τὸ λείψανο τοῦ Χρυσοστόμου ἦταν κατὰ φύση νεκρὸ καὶ ἀκίνητο καὶ ἄφωνον, ἀλλὰ κατὰ χάριν ἦτο ζωντανὸν καὶ δὶ’ αὐτὸ ἐκίνησε τὴν γλώσσα του καὶ ἐλάλησε: «δίκαιοι εἰς τὸν αἰώνα ζῶσι».

Πρέπει σήμερα νὰ εὐφρανθοῦν οἱ ὀρθόδοξοι διότι βλέπουν τὸν ἁγιώτατον πατριάρχην Προκλον καὶ τὸν εὐσεβέστατον βασιλέα Θεοδόσιον, πῶς σηκώνουν μὲ πολλὴ εὐλάβεια τὸ πανσεβάσμιο λείψανο τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τὸ ἐμβάζουν μόνοι οἱ δύο μέσα στὸ ἅγιο βῆμα καὶ τὸ ἐναποθέτουν ὑπὸ κάτω τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης… Ἴδετε θαυμάσια, μὲ τὰ ὁποία, ὁ θαυμαστὸς Θεὸς ἐδόξασε ἐμεγάλυνε καὶ ἐθαυμάστωσε τὸ λείψανον τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου;…

Δὶ’ αὐτό, λοιπόν, ἂς χαροῦμε καὶ ἐμεῖς πνευματικῶς σήμερα. Ἂς εὐφημήσουμε μὲ ὕμνους καὶ ὠδὲς πνευματικὲς τὸν μέγα Χρυσοστόμο! Ἂς προσκυνήσουμε νοερὰ τὸ πάνσεπτό του λείψανο γιὰ νὰ λάβουμε καὶ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία δίδεται καὶ ἀόρατα ὡς ἀόρατη καὶ ἀπεριόριστη….

Μὲ ποιὸ ὄνομα ἱερὸ καὶ ἅγιο νὰ ὀνομάσουμε τὸν Χρυσοστόμο καὶ νὰ μὴν ἁρμόζη σὲ αὐτόν; Νὰ τὸν ὀνομάσουμε ἄγγελο; Καὶ τοῦ πρέπει, διότι αὐτὸς ἔζησε στὰ ἀλήθεια μιὰ ζωὴ ἰσάγγελη, μὲ χαυμενίες, ἀγρυπνίες, προσευχὲς καὶ ἀσκήσεις ὑπερφυσικές…

Πρὸ τοῦ θανάτου του τρεῖς ὁλοκλήρους μῆνες δὲν ἔφαγε ὁλότελα ἀνθρώπινο φαγητό, ὡς ἄσαρκος καὶ ἄϋλος μέχρις ὅτου ἐτελεύτησε. Βάστασε μὲ μόνην ἐκείνη τὴν ἄφθαρτη τροφή, πού τοῦ ἔδωσαν καὶ ἔφαγε οἱ ἱεροὶ Ἀπόστολοι, καθὼς μαρτυροῦν ὅλοι οἱ συγγραφεῖς τοῦ βίου του.…

Νὰ τὸν ὀνομάσουμε Ἀπόστολον; Καὶ μάλιστα, διότι αὐτὸς μὲ τὴν πάγχρυση διδασκαλία του ἐσαγήνευσε πολλὰ ἔθνη καὶ τὰ ἔφερε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Δὶ’ αὐτὸ καὶ οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι ἐφάνησαν ὀφθαλμοφανῶς εἰς αὐτόν, ὡς ἰσαπόστολο, τόσες καὶ τόσες φορές, ὁ Πέτρος καὶ Ἰωάννης δύο φορές…. Ὁ Παῦλος στὴν Κωνσταντινούπολι, ὅταν τοῦ ὁμιλοῦσε μυστικὰ στὰ αὐτιά, ἑρμηνεύοντας τὶς ἐπιστολές του, καὶ ὅταν αἰσθητὰ τὸν ἐφίλησε, εὐχαριστώντας αὐτόν, ἀφοῦ τὰ ἑρμήνευσε….

Νὰ τὸν ὀνομάσουμε Προφήτην; Ναί, καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα τὸ ἀπέκτησε διὰ τῶν ἔργων… Ἐπροφήτευσε στὸν ἅγιο Ἐπιφάνιο πώς δὲν θέλει φθάσει νὰ πάη στὸν θρόνο του…, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐξωριζόταν, περνώντας ἀπὸ τὴν Νίκαια προφήτευσε στὸν πατέρα τοῦ βασιλιᾶ Μαυρίκιου, πού ἦταν ἄτεκνος, ὅτι ἔχει νὰ γεννήση γιὸ πού μέλλει νὰ γίνη βασιλιάς, πώς ἔχει νὰ ἁμαρτήση πλήν θέλει πάλιν μετανοήσει καὶ θέλει ἀξιωθεῖ τῆς σωτηρίας, καθὼς ἔτσι καὶ τὰ πράγματα ἀκολούθησαν.

Νὰ τὸν ὀνομάσουμε μάρτυρα; Ναί, καὶ τοῦ ἁρμόζει, ἐπειδὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἀσθένειες τῆς ὑδρωπικίας, τῶν πυρετῶν καὶ τῆς παντοτινῆς στομαχαλγίας, πού ἔπασχε ὁ τρισμακάριστος, ἔλαβε καὶ πολλὰ βάσανα καὶ μαρτύρια στὶς ἐξορίες του….

Διὰ αὐτὸ καὶ στὸν καιρὸ τοῦ θανάτου του, ἦλθαν οἱ ἅγιοι μάρτυρες Βασιλίσκος ὁ ἱερομάρτυς καὶ Λουκιανὸς καὶ τὸν προσκάλεσαν, γιὰ νὰ ἔλθη στὰ οὐράνια νὰ συγκατοικεῖ μὲ αὐτοὺς ὡς συναθλητής.

Νὰ τὸν ὀνομάσουμε Ἱεράρχη καὶ διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας; Ναί, βεβαιότατα! Θέλετε νὰ τὸ καταλάβετε; Ἀκούσατε τὴν φοβερὴ ὀπτασία ποῦ εἶδε ὁ ἐπίσκοπός της Ἀραβισσοῦ Ἀδελφειός.

Αὐτὸς ἔχοντας πολλὴ ἀγάπη νὰ μάθη γιὰ τὸν ἅγιο Χρυσοστόμο ποία δόξα ἀξιώθηκε νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς οὐρανούς, καὶ παρακαλώντας συχνὰ γι’ αὐτὸ τὸν Κύριο ἦλθε σὲ ἔκσταση καὶ εἶδε ἕνα ὡραιότατο ἄνδρα ποῦ τοῦ ἔδειξε σὲ τόπο λαμπρὸ ὅλους τους πατέρες καὶ διδασκάλους· ἀλλὰ δὲν εἶδε ἀνάμεσά τους τὸν Ἰωάννη! Καὶ λυπήθηκε κατάκαρδα. Τότε ἄκουσε φωνὴ ἀγγέλου ποῦ τοῦ εἶπε: « Ἰωάννην τὸν τῆς μετανοίας λέγεις; Ἄνθρωπος, πού εἶναι μὲ σῶμα, ἐκεῖνον νὰ δεῖ δὲν μπορεῖ, διότι παρίσταται ἐκεῖ, ὅπου ὁ θρόνος ὁ Δεσποτικός». Τὴν ἴδια ὀπτασία εἶδε καὶ ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητής.

Νὰ τὸν ὀνομάσουμε ρήτορα καὶ ἐξηγητὴ τῶν Θείων Γραφῶν;… Ὁ ρήτορας Λιβάνιος μπροστὰ στὸν Ἰουλιανὸ τὸν παραβάτη, καίτοι ἐχθρός της πίστεως, ἐκήρυξε ὅτι ὁ Ἰωάννης ὑπερβαίνει στὴν ρητορικὴ καὶ τὴν σοφία καὶ τὸν Δημοσθένη, καὶ τὸν Πλάτωνα.

Στὴν ἐξηγήση πάλι τῶν Γραφῶν ὑπερέβαινε καὶ αὐτὸν τὸν μέγα Θεολόγον Γρηγόριον. Ὁ βασιλεὺς Θεοδόσιος ὁ μέγας, παρεκάλεσε τὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο νὰ ἐξηγήση τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, καὶ τὸ ἐπεχείρησε. Παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ τὸν πληροφορήση ἂν ἡ ἐξήγησή του εἶναι ὀρθή, ἄκουσε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἑξής φωνή: «Οὔτε σὲ σένα, οὔτε σὲ κάποιον ἄλλο τὸ χάρισμα αὐτὸ ἔχει δοθεῖ παρὰ στὸν Ἰωάννη τῆς Ἀντιοχείας». Ὁ δὲ ἅγιος Προκλὸς ὁ Πατριάρχης, ἔλεγε: «Ἔτσι εἶμαι ἐγὼ πρὸς τὸν μακάριο Ἰωάννη, ὅπως ἀκριβῶς πηγὴ πρὸς θάλασσα καὶ ρυάκι πρὸς ποταμό».

Γι’ αὐτὸ καὶ σὲ κάθε διδαχὴ ποὺ ἔκαμνε ὁ Ἅγιος, οἱ ἄνθρωποι πού ἄκουγαν, μὴ ὑποφέροντας τὴν χαρά, κτυποῦσαν πολλὲς φορές, κάτω ἀπὸ τὸν ἄμβωνα, ὅλοι μὲ συμφωνία τὰ χέρια τους.

Σὲ ἕνα μόνο καιρό, πού γινόταν λιτανεία στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐκ τοῦ προχείρου ἔκαμε 18 λόγους στὸν δρόμο τὸ πάγχρυσο ἐκεῖνο στόμα! Τόση εὐκολία εἶχε στὸ νὰ ὁμιλῆ.

Νὰ ὀνομάσουμε τὸν Χρυσόστομο φίλο γνήσιό τῆς Θεοτόκου; Ναί, καὶ αὐτὸ τὸ ἀξιώθηκε! Εὐρισκόμενος ὁ Ἅγιος γιὰ τὴν ἀσθένειά του ἔξω ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἐκεῖ πού προσευχόταν κατὰ τὸ μεσονύκτιο, εἶδε ξύπνιος τὴν Κυρία Θεοτόκο, ἡ ὁποία ἦλθε πρὸς αὐτὸν μὲ ἄπειρο φῶς καὶ ἔχοντας τριγύρω της πλῆθος ἀπὸ ἄνδρες καὶ γυναῖκες τοῦ εἶπε αὐτὰ μὲ φωνὴ χαριέστατη: «Ἰωάννη, τοῦ ἐμοῦ θεράπων Υἱοῦ καὶ Θεοῦ, καλὰ ἀγωνίστηκες τὸν ἀγώνα τῆς ἀσκήσεως, καλὰ ἐποίμανας τὸ λογικὸν ποίμνιον, ἀλλὰ ἀνδρίζου ἀκόμη καὶ κραταιοῦ. Διότι ἰδοὺ καὶ μαρτυρικὸς σὲ ἀναμένει δρόμος καὶ ἀθλητικὸ σὲ περιμένει στάδιο διὰ ποικίλων πόνων καὶ πειρασμῶν, γιὰ νὰ καταστῆ φανερὴ ἡ δοκιμασία σου καὶ στὴν γῆ καὶ τὸν οὐρανό…. Ἂς ἀγαλλιασθῆ λοιπὸν καὶ ἂς χαρῆ τὸ πνεῦμά σου, διότι ἔχει ἀποταμιευθεῖ γιὰ σὲ χαρὰ στοὺς οὐρανούς, ἀνάλογα μὲ τὶς θλίψεις σου».

Ἐπίσης καὶ ἡ θαυμαστὴ ὀπτασία πού εἶδε ὁ ἅγιος Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρείας.

Ὁ θεῖος του πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Θεοφίλος εἶχε ἐχθρὸν τὸν ἅγιο Χρυσοστόμο…

Βλέπει μία φορὰ ὁ ἅγιος Κύριλλος σὲ ὅραμα τὴν Κυρία Θεοτόκο, μαζὶ καὶ τὸν ἅγιο Χρυσοστόμο, νὰ συνομιλοῦν μεταξύ τους σὲ ἕνα πάμφωτο καὶ ὡραιότατο τόπο. Βλέποντάς τους, ὅμως, ἐπιθυμοῦσε καὶ ἐζητοῦσε νὰ πάη κοντὰ καὶ αὐτὸς ἀλλὰ ὁ θεῖος Χρυσόστομος τὸν ἐπιτιμοῦσε καὶ τὸν ἐμπόδιζε. Τότε, ἀκούει φωνὴ ἀπὸ τὴν Θεοτόκο, πού ἔλεγε πρὸς τὸν Χρυσόστομο αὐτά: «Συγχώρησε τὸν γιὰ χάρι δική μου, διότι πολλὰ ἐπάσχισε, ἐκοπίασε γιὰ ἐμένα, καταντροπιάσας τὸν ὑβριστὴ Νεστόριο, καὶ ἐμένα Θεοτόκο μὲ ἀνακήρυξε. Ἀπὸ ἄγνοια τὴν ἄσχημη γιὰ σένα γνώμη ἐσχημάτισε καὶ θὰ φανέρωση αὐτήν, πού ἀπέκτησε μὲ ἐπίγνωση».

Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὅραμα ὁ ἅγιος Κύριλλος, ἔγινε μεγάλος φίλος του Χρυσοστόμου, ἐπαινώντας αὐτὸν καὶ συνέγραψε πρόχειρα καὶ τὸν βίον του.

Τί ἄλλο θέλετε νὰ ὀνομάσουμε τὸν Χρυσοστόμο; Θαυματουργόν; Ναί, διότι τόσο πλούσια τοῦ ἐδόθη τὸ χάρισμα τῶν θαυμάτων, ὥστε ὅλοι τὸν ἐπωνόμιζαν «Ἰωάννην τὸν θαυματουργόν».

Νὰ τὸν ὀνομάσουμε ἐλεήμονα; Καὶ βέβαια, γιὰ τὴν ὑπερβολική του εὐσπλαγχνία πρὸς τοὺς πτωχοὺς τὸν ὠνόμαζαν ὅλοι «Ἰωάννης ὁ τῆς ἐλεημοσύνης».

Νὰ τὸν ὀνομάσουμε κήρυκα τῆς μετάνοιας; Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῆ! Τέτοια δύναμη εἶχε ὁ λόγος του στὸ νὰ τραβᾶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς σὲ μετάνοια, ὥστε ἔφθανε μόνο νὰ ἀκούση κάποιος τὴν διδαχή του γιὰ νὰ μετανοήση καὶ ἀλλάξη ζωή!…. Δίκαια λοιπὸν ἀπὸ ὅλους ὠνομαζόταν «Ἰωάννης ὁ τῆς μετανοίας».…

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, προσδεξαι, σὲ παρακαλοῦμε, τὸ πάρον εὐτελὲς ἐγκώμιον, ὅπως προσεδέχθη ὁ Κύριος της χήρας τὰ δύο λεπτά… Καὶ εἰς μὲν τὴν παροῦσα ζωὴ φυλάττέ μας ἀπὸ κάθε βλάβη τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν, εἰς δὲ τὴν μέλλουσα ἀξίωσέ μας, διὰ τῶν πρεσβειῶν σου, τῆς οὐρανίου Βασιλείας, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸν Ὁποῖον πρέπει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίω Πνεύματι εἰς τοὺς αἰώνας. Ἀμήν.

Πηγή: agiazoni.gr