Γέρ. Εφραίμ ΒατοπαιδινόςΓέρ. Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Αρχιμανδρίτης Εφραίμ, “Πνευματική παρακαταθήκη Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού”

2 Σεπτεμβρίου 2011

Αρχιμανδρίτης Εφραίμ, “Πνευματική παρακαταθήκη Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού”

 

Συνέδριο «Μοναχισμός», Ι. Κοινόβιο Οσίου Νικοδήμου, Πεντάλοφος Γουμένισσα

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Τριάντα περίπου χρόνια έζησα κοντά στον μακαριστό Γέροντά μας Ιωσήφ τον Βατοπαιδινό. Πάρα πολλές φορές είχα την δυνατότητα και κατ’ ιδίαν αλλά και στις κοινές κατηχήσεις με όλη την Αδελφότητα να ακούσω τους λόγους του που προέρχονταν από τις πνευματικές εμπειρίες και τα βιώματα των πολλών ασκητικών αγώνων του. Ευχαριστώ τον Θεό για αυτή Του την εύνοια.

Επίσης ευχαριστώ τον Θεό και για ένα άλλο λόγο· ότι ευρισκόμενος τόσο κοντά στον Γέροντα είχα την δυνατότητα να παρατηρώ πώς αντιδρούσε πνευματικά στις θλίψεις, στους διωγμούς και τις συκοφαντίες που επέτρεψε ο Θεός στον ίδιο, όπως αυτός έλεγε πάντα, για τις αμαρτίες του. Είχα επίσης την υιϊκή πνευματική αναίδεια να τον ρωτώ με παρρησία για τις κρυφές πνευματικές διαθέσεις που είχε όχι μόνο στις δύσκολες στιγμές της ζωής του αλλά και στις πνευματικές παρηγορίες που ο Κύριος χάριζε πλούσια στην τόσο πιστή και ενάρετη ψυχή του.

Ο Γέροντάς μας Ιωσήφ γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1921 στην Δρούσια της Πάφου. Το 1937 εισέρχεται στην Ιερά Μονή Σταυροβουνίου στην Κύπρο, όπου κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνομα Σωφρόνιος. Εκεί θα ζήσει για δέκα χρόνια κοντά στον ενάρετο Γέροντα Βαρνάβα και τον ενάρετο πνευματικό παπα Κυπριανό, που με την προτροπή του πηγαίνει στο Άγιον Όρος και συνδέεται με τον γνωστό για την μεγάλη πνευματικότητά του, τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή. Συγκαταλέγεται στην συνοδία του όπου τότε βρισκόταν στα σπήλαια της Μικράς Αγίας Αννας.

Από την εμπειρία του ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής γνώριζε ότι ιδιαίτερο μυστικό της επιτυχίας του μοναχού είναι να να βιώσει από την αρχή της ασκητικής του ζωής το γεγονός της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, πράγμα το οποίο δώρισε με την προσευχή του ευθύς εξαρχής στον μοναχό Σωφρόνιο. Ένα μεσημέρι του είπε ότι το βράδυ, όπως συνήθιζαν να προσεύχονται μετά την δύση του ηλίου θα του στείλει ένα δώρο, να είναι έτοιμος να το πάρει, πράγμα που δεν κατανόησε προς στιγμήν ο π. Σωφρόνιος. Το βράδυ όμως πριν προλάβει να επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου τρεις φορές, επισκιάστηκε από το έλεος του Θεού και αισθάνθηκε πρακτικά για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλη ένταση, εν μέσω διαπύρων δακρύων την αγάπη του Χριστού και την βαθειά ταπείνωση που χαρίζει το Άγιον Πνεύμα. Είδε το βραβείο με τις ευχές του πατρός του. Έμελλε να αγωνιστεί πλέον σε όλη την υπόλοιπη ζωή του να το κατακτήσει και να το διατηρήσει.

Τα καλύτερα πνευματικά χρόνια της ασκήσεώς του τα έζησε όπως μας έλεγε κοντά στον θεοφόρο Γέροντά του και πνευματικό μας παππού, τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή. Από αυτόν, αν και ο ίδιος ήταν άκρως ησυχαστής, δεν παρέλαβε τον ίδιο τρόπο ζωής, δηλαδή την απόλυτη ησυχαστική βιοτή, αλλά τον όντως μακάριο τρόπο της υπακοής.

Οι κατηχήσεις και τα ασκητικά βιώματά του είναι η πνευματική παρακαταθήκη του που μας οδηγούν από την γή στον ουρανό και από τον θάνατο στην ζωή, εάν βεβαίως γίνουμε μιμητές κατά τις φτωχικές μας δυνάμεις των πράξεων και λόγων του.

Ο σοφός Γέροντας από την μακαρία εμπειρία του κοντά στον Γέροντά του σαν αφετηρία της ουρανόδρομης πορείας των μοναχών, όπως όλοι οι Πατέρες, έθετε πρωτίστως την αρετή της αποταγής και της ξενιτείας, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου «πάς εξ υμών, ός ουκ αποτάσσεται πάσι τοίς εαυτού υπάρχουσιν, ου δύναται είναι μου μαθητής»[1].

Διπλή είναι η υπόσταση του ανθρώπου, έλεγε, από σώμα και ψυχή, διπλή πρέπει να είναι και η αποταγή. Και η μέν πρώτη αφορά την απομάκρυνση από τα πράγματα του κόσμου, ακόμη και από τα συγγενικά μας πρόσωπα και εν πολλοίς διά της Χάριτος του Χριστού μας είναι η ευκολότερη. Δυσκολότερη όμως είναι η αποταγή των εμπαθών νοημάτων, επιθυμιών και «προλήψεων», όπως αναφέρουν οι Πατέρες τις κατ’ ενέργειαν αμαρτίες που υπάρχουν σαν συνήθεια και μνήμες στο διανοητικό μέρος της υπάρξεώς μας και κυρίως σε αυτήν την ίδια την καρδιά μας[2].

Μετά την αποταγή σαν πρώτιστο καθήκον του αποτασσόμενου έθετε την προσκόλληση σε πνευματικό Γέροντα είχε όλες τις αποδείξεις γι’ αυτό, πράγμα το οποίο θεωρούσε ότι οδηγεί την ψυχή στην τέλεια επιτυχία, εφόσον ο αποτασσόμενος τον κόσμο αποφασίσει να αρνηθεί διά του αγώνος της υπακοής όλα τα διανοήματα και τις επιθυμίες του. Διά της διδασκαλίας και της τηρήσεως του πνευματικού προγράμματος και των ευχών του αγίου πατρός του, ο υποτακτικός είναι ο πλέον ευμέθοδος αγωνιστής κατά του κόσμου και της αμαρτίας.

Με την αποταγή αποφεύγονται οι αιτίες που προκαλούν έντονα την ροπή προς τις διάφορες εφάμαρτες ηδονές και επιθυμίες. Ο αγωνιστής απολαμβάνει ήδη με την αποταγή «σχετική ελευθερία» αναφέρει ο Γέροντας. Όμως «ως προς τα νοήματα και τις μνήμες» που προκαλούν προς την αμαρτία και «είναι τυπωμένα στην φαντασία, χρειάζεται διανοητική εργασία και αγώνας»[3] προκειμένου να καθαρισθούν και να καταστεί ο εσωτερικός άνθρωπος θρόνος Θεού.

«Ψυχή και σώμα αλληλοεξαρτώνται και αλληλεπιδρούν και στην πνευματική πρόοδο και στην πνευματική ήττα και στην ζωή και στον θάνατο»[4].

Τόνιζε στους αρχάριους μοναχούς την εξής πνευματική λεπτομέρεια η οποία γέμει πνευματικής εμπειρίας, στην κατά Θεόν πορεία μας «στήν οποία βρίσκεται η κάθαρση, ο φωτισμός, η ανάπλαση και η σωτηρία»[5], πρέπει να διατηρούμε το θάρρος της πίστεως απέναντι στα «παράξενα συναισθήματα»[6] τα οποία εμφανίζονται χωρίς να το θέλουμε στην καρδιά μας, στον αόρατο πόλεμο με τις αρχές και εξουσίες του σκότους. Τα «παράξενα συναισθήματα» τα έλεγε και «αλλοιώσεις πνευματικές», οι οποίες εμφανίζονται άσχετα από την καλή μας πρόθεση, ακόμα και άσχετα από κάποιο πνευματικό μας λάθος ή ήττα που πιθανόν να υποστούμε όχι μόνο από την απειρία μας στα πνευματικά αλλά και λόγω των τόσων αδυναμιών της ανθρωπίνης φύσεώς μας.

Στα έντονα συναισθήματα της διαστροφής που προκύπτουν στον πόλεμο αυτό «χρειάζεται επιμονή και καρτερία ώστε να μην υποχωρήσουμε στην πρόθεση»[7] αλλά και την προγραμματισμένη καθημερινά άσκηση της υπακοής, της προσευχής, της περιεκτικής εγκρατείας και του υπολοίπου προγράμματός μας.

Η επιμονή διά της πίστεως στο πρόγραμμά μας επιβάλλεται σαν «πρακτική», που αποδεικνύει στον Θεό ότι και πάσχοντας εσωτερικά από όλα τα συναισθήματα της αμαρτίας εμείς πρακτικά με το σώμα μας δεν υποχωρούμε από κοντά Του ακόμη και αν χρειαστεί λόγω της πνευματικής αδυναμίας μας, κυρίως οι αρχάριοι, πολλές φορές να φτάσουμε στο σημείο απλώς να φυλάμε τους τοίχους του κελλιού μας για την αγάπη του Θεού μή βλέποντας μέσα στην ψυχή μας κανένα παρήγορο φως της θείας Χάριτος, καμμία θεία παράκληση.

Σιγά σιγά, παράλληλα με την πρακτική και την προσευχή, ο μακάριος Γέροντας μας ανέφερε διάφορες πνευματικές θεωρίες που ενισχύουν την πίστη και προκαλούν δι’ αυτής την συντομότερη έλευση του Ιησού στην καρδιά μας και που προέρχονται από τα αδιάψευστα λόγια του Κυρίου.

Τόνιζε πάντοτε ότι, η κλήση μας στον πνευματικό αγώνα και στους λαϊκούς και στους μοναχούς δεν είναι «επίνοια ή εξυπνάδα δική μας, αλλά επίνοια του Κυρίου, “ουχ υμείς με εξελέξασθε αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς και έθηκα υμάς ίνα υμείς υπάγητε και καρπόν φέρητε”[8] και “ουδείς δύναται ελθείν προς με εάν μή ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύςη αυτόν”[9]»[10]. Αυτά τα ιερά και θεία λόγια ο αρχάριος δεν μπορεί από απειρία του πνευματική να τα εγκολπωθεί εις τέλος. Αυτός ο βασανιστικός δισταγμός είναι δείγμα ανωριμότητας και απειρίας πνευματικής, διότι η επιλογή μας από τον Κύριο δεν μπορεί παρά να είναι απόλυτα μέσα στα πλαίσια του προγράμματός του «ούς προώρισεν τούτους και εκάλεσεν· και ούς εκάλεσεν τούτους και εδικαίωσεν· ούς δε εδικαίωσεν τούτους και εδόξασεν»[11], μας έλεγε, με απόλυτη ταπεινή βεβαιότητα που προερχόταν από την ακράδαντη πίστη της θεωρίας που του είχε χαρίσει ο Θεός.

Όσο παραμένει ο αγωνιστής στον αγώνα, όσο άκαρπος και αν του φαίνεται στην αρχή, θα εννοήσει σύντομα την μεγάλη αλήθεια των προλεχθέντων λόγων, δεν ψεύδεται ο Θεός, μας κάλεσε και θα μας χαρίσει την Χάρη Του απέναντι σε κάθε απειρία, ή αδυναμία, ή αμαρτωλότητά μας αρκεί με κάθε τρόπο να καταβάλουμε την προσπάθειά μας, να μην υποχωρούμε κατά πρόθεση. Αυτό το συμπέρασμα προερχόταν ως λάφυρο από την πολυετή στον μοναχισμό εμπειρία του. Αυτή την σταθερότητα της κατά πίστη προθέσεως απέναντι στο νόμο της αμαρτίας που περιφέρουμε μέσα μας, θεωρούσε ο μακάριος ως βάση για την βεβαία επιτυχία. «Είναι αδύνατο», μας έλεγε, «ψυχή που υπομένει μετά πίστεως μακροχρόνιο αγώνα χωρίς να στρέφεται εις τα οπίσω ή να αμελεί τα καθήκοντά της, να μην την ακούσει ο Θεός και να μην προκόψει»[12]. Σύντομα ο αγωνιστής ανάλογα με τον θείο ζήλο και την ταπείνωσή του θα αισθανεί την θεία βοήθεια, η Χάρις του Θεού δεν θα μπορεί ακόμη να παραμένει συνεχώς κατ’ αίσθηση μαζί του, όμως θα παραμένει κατ’ ενέργεια έως ότου διά της μακράς πείρας, απορρίψει η ψυχή κάθε δισταγμό και μπορέσει να εγκολπωθεί εις τέλος κατ’ αίσθησιν την Χάρη του Θεού διά της ταπεινώσεως κυρίως αλλά και της βασίλισσας των αρετών, της αγάπης. Οι αρετές θα οδηγούν καθημερινά την ψυχή σε μεγαλύτερη πνευματική αίσθηση και φωτισμό που χαρίζεται σαν δώρο στην ψυχή που αγωνίζεται.

Σαν μιμητής της εσταυρωμένης ζωής του Χριστού, μας δίδασκε να μή γογγύζουμε στους πειρασμούς αλλά να αποδεχόμαστε πάντα το θέλημα του Θεού. Έλεγε: «Βλέπετε, οι άγιοι Πατέρες, διά πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας. Λοιπόν, όταν κρατούμε τον θώρακα της πίστεως θα αντέξουμε στον πόλεμο του διαβόλου και των οργάνων του. Κοιτάξτε, κανένας από τους Αγίους δεν βρήκε ειρήνη εξωτερική. Ο Θεός τους παρέδωσε σε βάσανα, σε θλίψεις, σε εξορίες, σε σκοτωμούς. Πού είναι λοιπόν σε εμάς το αφελές “γιατί;”πού προβάλλουμε συνεχώς. Αρα, υπάρχει “γιατί”; “Εν τώ κόσμω θλίψιν έξετε”[13], “έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων διά το όνομά μου”[14]»[15].

Δωρεάν μας έχει δοθεί άπαξ διά του Τιμίου Σταυρού του Κυρίου μας η σωτηρία. Για ποιό λόγο όμως δεν βιώνουμε σταθερά την βαθεία ειρήνη και τα υπόλοιπα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος; Φαίνεται ότι η ψυχή χρειάζεται έναν φυσιολογικό χρόνο ωρίμανσής της, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην σωματική ηλικία. Ένα μικρό παιδί, μας έλεγε, δεν υπάρχει τεχνικός τρόπος να το μεγαλώσει κανείς. Πρέπει να αυξηθεί εντελώς φυσιολογικά με την πάροδο του χρόνου. Γι’ αυτό είναι ανάγκη ο κάθε αγωνιστής να τρέφεται πνευματικά με πνευματικές διδασκαλίες και αναγνώσματα και πρωτίστως με την ορθή ασκητική πρακτική, διότι κανείς δεν στεφανώνεται εάν δεν αθλήσει νόμιμα.

Στην υπακοή σε πνευματικό Γέροντα, με αγάπη και χαρούμενη διάθεση έδινε τα πρωτεία, γι’ αυτό σε κάθε σχεδόν κατήχησή του, είτε αυτή αφορούσε την μετάνοια, είτε την προσευχή, είτε οποιαδήποτε άλλη αρετή, η αναφορά στην υπακοή δεν έλειπε έστω και εν συντομία.

Στην υπακοή, μας έλεγε, «δέν αξιολογείται τόσο η απόδοση των ενεργειών ή των επιτευγμάτων μας, όσο η ευαρέσκεια αυτού που δίνει τις εντολές, του Γέροντος και ηγουμένου ο οποίος επέχει τη θέση του ίδιου του Κυρίου»[16].

Εφιστούσε ιδιαίτερα την προσοχή στους υποτακτικούς να αποφεύγουν την αδιαφορία και αμέλεια για τα πνευματικά, να αποφεύγουν την αυτοπεποίθηση, την πίστη στον «ίδιο λογισμό». Η ευαρέσκεια του πνευματικού πατρός από την με ζήλο και πνευματική αγάπη διάθεση του υποτακτικού προς αυτόν, δίνει την δυνατότητα στην θεία Χάρη, για τον συγκεκριμένο υποτακτικό, την συγκεκριμένη στιγμή, που ενεργεί έτσι, να εκδηλώνει διά του Γέροντός του την προφητική της δύναμη.

Ένας από τους αγαπημένους στον Γέροντά μας Ιωσήφ συνασκητές, ο Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, γνωρίζοντας την δύναμη αυτής της αλήθειας θυσίαζε τελείως την λογική του ακόμα και μπροστά στον υπέργηρο Γέροντά του, ο οποίος ερωτώμενος πολλάκις από αυτόν του έδιδε απαντήσεις για διάφορες υποθέσεις της καθημερινής ζωής τελείως παράλογες, που όμως αποδεικνυόταν εκ των υστέρων ότι ένεκεν της διαθέσεως και πίστεως του υποτακτικού προείχαν τον ορθό τρόπο ενέργειας και πορφητικής δυνάμεως ακόμα και στην καθημερινότητα. Η πραγματική υπακοή είναι ταυτόχρονα ταπείνωση, αγάπη και πίστη, μας έλεγε. Ως απόφαση είναι ταπείνωση, όταν εφαρμόζεται γίνεται έμπρακτη αγάπη και άρα στη συνέχεια ολοκληρωμένη πίστη στον Θεό. Όχι πίστη αρχική σαν αυτήν που έχουν όλοι οι πιστοί, αλλά πίστη που προέρχεται από την θεωρία του Πνεύματος. Πίστη εδρασμένη στην υπακοή, δηλαδή στην ταπείνωση και την αγάπη που προκαλεί στην καθαρή ψυχή του αγωνιζομένου τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. «Το Πανάγιο Πνεύμα, η πηγή και ρίζα κάθε αγαθότητος και αρετής»[17] αναπαύεται σε αυτόν τον αγώνα, σε αυτήν την πνευματική πραγματικότητα.

Ο λόγος του Γέροντος ήταν πάντοτε πολύ περιεκτικός σε πνευματικά νοήματα. Παράλληλα με την υπακοή τοποθετούσε την αδιάλειπτη προσευχή. Η προσευχή βρίσκει τον γνήσιο υποτακτικό έτοιμο να δεχθεί την θεία παρουσία, να έχει υπομονή στις θλίψεις, ανεκτικότητα στα λάθη του πλησίον, επίγνωση του πνευματικού νόμου και γενικά της παρουσίας της θείας Χάριτος. Με βάση την υπακοή διά της εν μετανοία προσευχής επιτυγχάνεται σιγά σιγά ο φωτισμός και η κάθαρση της καρδίας. Αυτή είναι η μακροχρόνια περίοδος της πνευματικής σποράς και της καλλιέργειας στον αγρό της ψυχής· επακολουθεί η απόκτηση των αρετών που γίνεται ανεπαίσθητα όταν κανείς επιμένει στον πνευματικό αγώνα.

Σε κάποια χρονική στιγμή, η ψυχή βιώνει εντονότερα τις αρετές σαν μονιμότερη κατάσταση εσωτερικού φωτισμού και αγαλλιάσεως, είναι η περίοδος της ανθοφορίας, η ψυχή χαίρεται στην αγαθή, ειρηνική και παντοδύναμη παρουσία του Πνεύματος.

Ήδη από την περίοδο της ανθοφορίας των αρετών και του φωτισμού η θεία Χάρις δείχνει στον αγωνιζόμενο, με κάποιες μυστικές ελλάμψεις, για να προκαλεί τον θείο ζήλο του στον πνευματικό αγώνα, την παρουσία των μεγάλων χαρισμάτων του Πνεύματος, ανάλογα με τον χαρακτήρα και το πνευματικό μέγεθος του κάθε αγωνιζομένου.

Και τί συμβαίνει μετά από όλα αυτά; Εκείνος που έπασχε τα πνευματικά, δεν μπορούσε πλέον να βρεί τα κατάλληλα λόγια για να μας τα εξηγήσει πλήρως. Μας διευκρίνιζε ο Γέροντας, ότι μετά τον φωτισμό και διά των αγίων αρετών η ψυχή εισέρχεται στον γνόφο της Θεότητος, και θυμόταν τα λόγια της Αρχιερατικής προσευχής του Ιησού. «Σύ Πάτερ εν εμοί καγώ εν σοί ίνα και αυτοί εν ημίν έν ώσιν… καθώς ημείς έν εσμέν»[18]. «Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τώ ονόματί σου»[19]. Αυτή η ενότης με τον Ιησού, είναι η ενότης με τον Πατέρα. Όταν ο απόστολος Φίλιππος ζήτησε, «Κύριε δείξον ημίν τον Πατέρα», Εκείνος απάντησε, «τοσούτον χρόνον μεθ’ υμών ειμί και ουκ έγνωκάς με Φίλιππε»[20]; Από αυτή πλέον την ενότητα με τον Ιησού, απορρέει προς τον αγωνιζόμενο η διά της πνευματικής θεωρίας οντολογική γνώση του προσώπου του Θεού. Και εκείνα τα χαρίσματα του Πνεύματος που ο αγωνιζόμενος είναι δεκτικός να έχει και σύμφωνα με τις ανάγκες του πληρώματος της Εκκλησίας, μόνον και μόνον διά τήν, εν αγάπη Χριστού, οικοδομή του πλησίον.

Τότε ο άνθρωπος νιώθει ακόμη και εν μέσω διαφόρων εξωτερικών πειρασμών και θλίψεων ότι διά του Χριστού είναι ελεύθερος. Η Χάρις του Αγίου Πνεύματος που επισκίασε την ψυχή αναβλύζει μέσα από την καρδιά άρρητο φως αγαλλιάσεως και τότε πιά δεν χρειάζεται ο αγωνιστής να καταβάλλει ιδιαίτερο κόπο. Ξέρει από την πολυετή πλεόν εμπειρία του ότι μόλις στραφεί προς τον Ιησού, έρχεται Αυτός ο ίδιος, σαν φώς, σαν Αγάπη, σαν έρωτας. Πού τότε τα πάθη, πού ο εγωισμός, πού ο θυμός, πού η κοσμική λύπη; Ο Χριστός στην καρδιά μας και καμμία θλίψη, κανένα πάθος, κανένας δαίμονας, καμμία συκοφαντία, κανένας πειρασμός, κανένας θάνατος δεν έχει την παραμικρή υπόσταση.

Εκτός από την μονολόγιστη προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», του οποίου οι καρποί είναι πάρα πολλοί, θεωρούσε ότι ο εξομολογητικός τρόπος προσευχής είναι πολύ καρποφόρος και παρηγορητικός, διότι «αισθανόμαστε αυτά που λέμε» και «ο νους δεν σκορπίζεται στον μετεωρισμό επειδή αυτός παράγει τα νοήματα και τα λόγια της προσευχής»[21]. Αυτό γίνεται αφορμή να συγκρατείται ο όντως ακράτητος νούς.

Από την διαρκή προσπάθεια και διακριτική βία που καταθέτει ο κάθε αγωνιζόμενος πνευματικά αντιλαμβάνεται σιγά σιγά ότι είναι αδύνατος στο να νικήσει οποιοδήποτε πάθος ή να αποκτήσει οποιαδήποτε αρετή άνευ της Χάριτος του Κυρίου. Έτσι γεννιέται εντός του η υπαρξιακή, η οντολογική, διαρκής αυτομεμψία και αυτοκατάκριση, που είναι κατηγόρημα της μετανοίας και της ταπεινώσεως, αλλά και της θείας αγάπης. Αγαπούσε πολύ, γι’ αυτό και κατηγορούσε συνεχώς τον εαυτό του. Η αυτομεμψία που στην αρχή για κάθε αγωνιζόμενο είναι κόπος, διότι συναντά στην καρδιά το «σκληρό κέλυφος της υπερηφανίας και οιήσεως», για αυτόν ήταν μόνιμο βίωμα, που ξεκίνησε όπως έλεγε κοντά στην πρακτική υπακοή και τα μαθήματα που έπαιρνε από τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή. Η αυτομεμψία δόθηκε στην καθαρή και αγνή ψυχή του στην αρχή σαν ταπείνωση και αργότερα σαν φως αγάπης τόσο μεγάλο και τόσο ισχυρό, που όταν ρωτήθηκε από κάποιον από εμάς για τις συκοφαντίες που επαναλαμβάνονταν εναντίον του κάθε τόσο από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης είπε, «δέν με ενοχλούν παιδί μου, κατηγορώ εγώ τον εαυτό μου περισσότερο από αυτούς». Πράγματι επέμενε στις διδασκαλίες του να μας μιλάει για την πρακτική άσκηση και την αυτομεμψία, που όταν εφαρμοστεί οδηγεί σίγουρα και βέβαια στον θείο έρωτα και στην θεία σύγκραση, παρά να ομιλεί για θεωρίες «πνευματικές», που εξάπτουν την φαντασία και την οίηση στους αγωνιζομένους.

Ξέφευγε όμως συχνά και αποκαλύπτονταν τα κρυμμένα βιώματά του, όταν μιλώντας για τον θείο έρωτα μας έλεγε, «δέν μπορώ να καταλάβω την γενιά αυτήν εδώ. Ο Χριστός είναι η ζωή μας, η αγάπη μας, το κέντρο της υπάρξεώς μας. Γιατί δεν πέφτουμε οι αμαρτωλοί με παρρησία στην αγκαλιά Του; Αυτός μας παρακαλεί. Μας παρακαλεί, το καταλαβαίνετε; “μείνατε εν εμοί καγώ εν υμίν”[22], “άκουσε, άκουσε”, έλεγε θαυμάζοντας, “παρακαλεί ο Χριστός εμάς να μείνουμε μαζί Του”. Και συνέχιζε, “δέν γνωρίζετε πόσο και πώς προσεύχομαι να βιώσετε αυτά τα λόγια του Κυρίου: “καθώς ηγάπησέν με ο Πατήρ καγώ ηγάπησα υμάς· μείνατε εν τη αγάπη τη εμή”[23]. Δάκρυζε ο μακάριος Γέρων μή μπορώντας να συνεχίσει από τους λυγμούς τα ουρανόσταλτα σε μας λόγια του και επαναλάμβανε: “Τεκνία μου”, έλεγε ο Χριστός στους αγίους Αποστόλους και σε εμάς “μείνατε εν τη αγάπη τη εμή”»[24].

Η εξομολογητική πράξη της προσευχής είναι συνήθως αυτομεμψία και επίγνωση της απόλυτης αδυναμίας μας, έλεγε, αλλά και αίσθηση της ενοχής μας. Αυτή ήταν η μόνιμη κατάσταση και διάθεση της βαθιάς καρδιάς του μακαρίου Γέροντα, και από αυτήν τη διάθεση της διαρκούς ταπεινώσεώς του ήταν πληγωμένος πνευματικά, ώστε το πένθος και τα πνευματικά δάκρυα να τον ανεβάζουν στα ύψη της αγάπης του Θεού και σε αυτήν την ίδια την υιοθεσία για την πολλή του καθαρότητα. Ο ίδιος είχε πολύ μικρή κατά κόσμον παιδεία. Πήγε μέχρι Δευτέρα Δημοτικού. Όμως τόσο πλούσιο ήταν το φως του Κυρίου στην ψυχή του που διά της εν Αγίω Πνεύματι αγάπης είχε απόλυτη αίσθηση του τί συνέβαινε στα πνευματικά του παιδιά. Μου έλεγε πολλές φορές: «Σήμερα, παιδί μου, εκεί που εργαζόμουν, ήταν τόσο έντονη η πνευματική μου αίσθηση ότι πάσχει το τάδε πνευματικό μου παιδί, δεν μπορούσα να συνεχίσω να εργάζομαι. Έφυγα να προσευχηθώ, να παρακαλέσω τον Θεό». Είχε φθάσει ο μακάριος σε τόσο μεγάλο μέτρο αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον και για όσους δεν τον γνώριζαν, ετίθετο το ερώτημα πώς ένας αγράμματος άνθρωπος συνέγραψε δεκαέξι πνευματικά βιβλία; Η απάντηση είναι απλή, με την Χάρη του Θεού, την προερχόμενη από το γεγονός της Πεντηκοστής. Όπως και οι αγράμματοι ψαράδες του Χριστού αναγέννησαν και μεταμόρφωσαν την οικουμένη.

Είκοσι πέντε χρόνια σαν ιερουργός, όσες φορές ερχόταν ο μακάριος Γέροντας να μεταλάβει, τα δάκρυά του ήταν ποτάμια. Ούτε μία φορά δεν μετέλαβε χωρίς δάκρυα.

Είχε μόνιμη στην καρδιά του την πνευματική αίσθηση της αγάπης της Παναγίας την οποία αγαπούσε τόσο πολύ. Και μόνο στο άκουσμα του ονόματός Της δάκρυζε.

Οι προσευχές του Γέροντα για όλο τον πάσχοντα κόσμο ήταν πύρινες. Προσευχόταν όχι μόνο για γνωστούς και αγνώστους αλλά και για τους συκοφάντες του. Ένα πρωινό τον είδα καταπονημένο και τα μάτια του δακρυσμένα. Τον ρώτησα: «Τι συμβαίνει Γέροντα και είσαι τόσο καταπονημένος»; Και μου είπε: «Σήμερα το βράδυ, παιδί μου, προσευχήθηκα πολλές ώρες. Έκλαψα πολύ για εκείνον που λέει αυτά τα συκοφαντικά πράγματα σε βάρος μου. Παρακάλεσα ο Θεός να φωτίσει και σώσει την ψυχή του».

Είχε φτάσει ο μακάριος σε τέτοια τελειότητα που ποθούσε από θείο έρωτα τον θάνατο, «αναλύσαι και συν Χριστώ είναι»[25]. Κάθε φορά που τον έβλεπα, ιδίως τον τελευταίο χρόνο πριν την κοίμησή του, μου έλεγε με νοσταλγία «περιμένω το τρένο παιδί μου, αλλά αργεί να έρθει».

Κοιμήθηκε ο μακάριος Γέροντας την 1η Ιουλίου 2009 και μετά από μιάμιση ώρα περίπου χαμογέλασε σφραγίζοντας έτσι έμπρακτα την μαρτυρία της Κοινής Αναστάσεως.

Την χαρά και την αγαλλίαση των συκοφαντημένων και διωγμένων βίωνε ο μακάριος Γέροντας στην γή κατά τό, «μακάριοί εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι πάν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού, χαίρετε και αγαλλιάσθε ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοίς ουρανοίς»[26]. Χαμογέλασε ο μακάριος Γέροντας μετά τον θάνατό του γιατί έκλαψε πνευματικά και καθάρισε διά της μετανοίας την καρδιά του. «Μακάριοι οι κλαίοντες νύν ότι γελάσετε»[27] είχε πεί το αψευδές στόμα Εκείνου, που ο Γέροντας με ένα μοναδικό τρόπο αγάπησε στην ζωή του.

Ποιός νεκρός χαμογέλασε μετά τον θάνατό του; Αλλά ο Γέροντας δεν πέθανε, μόνο κοιμήθηκε κατά τον λόγο του Κυρίου, «εισί τινες των ώδε εστηκότων οίτινες ου μή γεύσονται θανάτου»[28]. Κοιμήθηκε, και αντί για λύπη η Αδελφότητα γιόρταζε την ανάστασή του. Το Πνεύμα μαρτυρούσε με την έντονη παρουσία Του την χαρά που έγινε στους ουρανούς. Η Χάρις του Κυρίου μας βεβαίωσε με αισθητό τρόπο ότι απήλαυσε τέλειο μέτρο υιοθεσίας και παρρησίας προς τον Χριστό, ώστε ήταν ελεύθερος να διαχειριστεί το κεκοιμημένο σώμα του.

Ηταν ο αναμορφωτής της Μονής Βατοπαιδίου, όπως είχε προειπεί ο Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης και ο Γέροντας Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης. Προτίμησε εκουσίως την αφάνεια, την αδιαμαρτύρητη υπομονή στην συκοφαντία, την αδοξία και γι’ αυτό ο Θεός τον εδόξασε. Μας επιβεβαίωσε με αισθητό τρόπο την παρρησία που έχει προς τον Θεό σαν γνήσιος υιός προς τον πατέρα.

Η τελευταία παντοτινή και πρόσφατη παρακαταθήκη του ήταν ο εξής λόγος: «Αγαπάτε αλλήλους· αν είστε ενωμένοι με την αγάπη κανείς και ποτέ δεν θα μπορέσει να σας κάνει κακό». Είχε και βίωνε μια βαθιά θεώρηση της αγάπης. Έλεγε ότι, «ο Θεός δεν έχει αγάπη αλλά είναι αγάπη, οντολογικά είναι αγάπη. Η αγάπη είναι η ολοκλήρωση της προσωπικότητός μας, δεν είναι αρετή. Είναι αυτό τούτο το πρόσωπο του Χριστού. Κοιτάξτε μέσα σας και θα διαπιστώσετε ότι όταν λείπει η αγάπη είστε ταραγμένοι. Δεν υφίσταται το πρόσωπο χωρίς αγάπη». Και συνέχιζε: «Εκείνος που κρατάει την αγάπη είναι δυνατόν να κατηγορήσει, είναι δυνατόν να μεμφθεί, είναι δυνατόν να παρακούσει, είναι δυνατόν να παρεξηγήσει; Αφού αγαπάει. Έ, η αγάπη είναι καθήκον, είναι στοιχείο οντολογικό. Οφείλουμε να αγαπούμε τους εχθρούς μας και οφείλουμε να θυσιάζουμε την ψυχή μας για τον πλησίον. Μας το έδειξε αυτό, ο ίδιος ο Χριστός στον επίγειο βίο Του πρακτικά, δεν μας το είπε προτρεπτικά».

Προσπαθήσαμε κατά δύναμη να αναφερθούμε στα κύρια σημεία της πνευματικής διδασκαλίας του Γέροντος Ιωσήφ, που συνιστούν την πνευματική παρακαταθήκη του. Η Αδελφότητα της Μονής Βατοπαιδίου ενωμένη προσπαθεί πάντοτε να υπακούει στους λόγους του. Αισθανόμαστε και στηριζόμαστε στις ευχές του.

[1] Λουκ. 15, 33.

[2] Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Βατοπαιδινές κατηχήσεις, Άγιον Όρος 1999, σσ. 9-10.

[3] Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Βατοπαιδινές κατηχήσεις, Άγιον Όρος 1999, σ. 10.

[4] Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Βατοπαιδινές κατηχήσεις, Άγιον Όρος 1999, σ. 10.

[5] Ό.π.

[6] Ό.π.

[7] Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Βατοπαιδινές κατηχήσεις, Άγιον Όρος 1999, σ. 10.

[8] Ιω. 15,16.

[9] Ιω. 5,44.

[10] Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Βατοπαιδινές κατηχήσεις, Άγιον Όρος 1999, σ. 11.

[11] Ρωμ. 8,30.

[12] Από ομιλία σέ Συνάξεις τής Αδελφότητας στήν Μονή Βατοπαιδίου.

[13] Ιω. 16,33.

[14] Ματθ. 10,22.

[15] Από ομιλία σέ Συνάξεις τής Αδελφότητας στήν Μονή Βατοπαιδίου.

[16] Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Βατοπαιδινές κατηχήσεις, Άγιον Όρος 1999, σ. 191.

[17] Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Βατοπαιδινές κατηχήσεις, Άγιον Όρος 1999, σ. 193.

[18] Ιω. 17,21-22.

[19] Ιω. 17,11.