Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΟρθόδοξη πίστη

Η προφητεία του Αγίου Νήφωνος για την μέλλουσα κρίση (Μέρος 5ο)

13 Ιουλίου 2009
Ο Χριστός στεφανώνει τον άγιο Βιτάλιο στον παράδεισο. Ψηφιδωτό πάνω από το ιερό στην εκκλησία του Αγίου Βιταλίου στην Ραβέννα (6ος αιώνας).

Ο Χριστός στεφανώνει τον άγιο Βιτάλιο στον παράδεισο. Ψηφιδωτό στην κογχύλη της εκκλησίας του Αγίου Βιταλίου στην Ραβέννα (6ος αιώνας).

Συνέχεια από (4)

Αμέσως o Κριτής πρόσταξε να περάσουν μέσ’ απ’ το ποτάμι εκείνο όλοι, δίκαιοι και αμαρτωλοί, για να τους δοκιμάσει η φωτιά.

Πρώτα μπήκαν αυτοί πού στέκονταν στα δεξιά. Πέρασαν όλοι και δοκιμάστηκαν και βγήκαν σαν χρυσάφι καθαρό μέσ’ άπό τις φλόγες. Τα έργα τους όχι μόνο δεν κάηκαν, αλλ’ αποδείχθηκαν πιο λαμπερά και καθαρά με τη δοκιμασία. Με απερίγραπτη αγαλλίαση είδαν οι δίκαιοι να μή βρίσκεται στα καλά τους έργα κανένας ρύπος.

Μετά ακολούθησαν αυτοί που στέκονταν στ’ αριστερά, για να δοκιμαστούν και τα δικά τους έργα. Μα σαν περνούσαν μεσ’ άπό τη φωτιά, οι φλόγες τους έκαιγαν, επειδή ήταν αμαρτωλοί, και τους παγίδευαν καταμεσίς του ποταμού. Τα έργα τους λαμπάδιασαν αμέσως σαν άχυρα. Αλλά τα σώματα τους έμειναν απείραχτα, για να καίγονται αιώνια μαζί με το διάβολο και τους δαίμονες. Κανένας τους δεν κατόρθωσε να βγει από το πύρινο εκείνο ποτάμι. Σαν άξιοι καταδίκης και τιμωρίας, αιχμαλωτίστηκαν όλοι από τη φωτιά.

Aφού οι αμαρτωλοί ρίχτηκαν στην κόλαση και πετάχτηκαν από τις φλόγες στους διάφορους τόπους των τιμωριών, ο φοβερός Κριτής σηκώθηκε από το θρόνο Του και κίνησε για τον επουράνιο νυμφώνα Του. Τον ακολουθούσαν όλοι οι άγιοί Του. Και τον περικύκλωναν με φόβο και τρόμο οι δυνάμεις των ουρανών, ψάλλοντας:
– «Αρατε πύλας, οι άρχοντες ημών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης»98, ο Κύριος και Θεός, μαζί με τους αγίους Του, που τους χαρίζει αιώνια κληρονομιά!
Αλλο τάγμα απαντούσε:
– «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου!… Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν»99, μαζί με τους υιούς της νέας Σιών, αυτούς που αξιώθηκαν να γίνουν χαρισματικά παιδιά του Θεου!

Και οι αρχάγγελοι, που πήγαιναν μπροστά απ’ τον Κύριο, έψαλλαν κι εκείνοι αντιφωνικά ένα ουράνιο μέλος:

– «Δεύτε αγαλλιασώμεθα τω Κυρίω, αλαλάξωμεν τω Θεώ, τω σωτήρι ημών· προφθάσωμεν το πρόσωπον αυτού εν εξομολογήσει και εν ψαλμοίς αλαλάξωμεν αυτώ»100.

Και απαντουσε άλλο τάγμα, μελωδώντας γλυκά:

– «Ότι Θεός μέγας Κύριος και βασιλεύς μέγας επί πάσαν την γήν ότι εν τη χειρί αύτου τα πέρατα της γής και τα ύψη των ορέων αυτού εισιν» !

Αυτούς και άλλους υπέροχους ύμνους έψαλλαν οι άγιοι άγγελοι, προξενώντας ανέκφραστη αγαλλίαση σ’ όσους τους άκουγαν.

Ψάλλοντας έτσι λοιπόν μπήκαν μαζί με τον Κύριο και τους άγιους Του στους επουράνιους θαλάμους του θεϊκού νυμφώνα, σκιρτώντας από χαρά. Και παρευθύς οί πύλες κλείστηκαν.

Τότε κάλεσε ο Ιησούς τους αρχηγούς των αγγελικών ταγμάτων. Πρώτοι παρουσιάστηκαν ο Μιχαήλ, ο Γαβριήλ, ο Ραφαήλ, ο Ουριήλ, κι έπειτα οι άλλοι.

Ύστερα κλήθηκαν οι δώδεκα φωστήρες του κόσμου, οι άγιοι απόστολοι. Ο Κύριος τους χαρίτωσε με δόξα λαμπρή, τους έδωσε δώδεκα πυρίμορφους κι αστροστόλιστους θρόνους και τους έβαλε να καθήσουν κοντά σ’ Αυτόν, το Δάσκαλο τους, με τιμές πολλές. Η δόξα τους ήταν ένα φως αιώνιο, απερίγραπτο και απρόσιτο. Οι χιτώνες τους ήταν χρυσοκίτρινοι κι αστραφτεροί σαν κεχριμπάρι. Ακόμα κι οι αρχάγγελοι τους κοίταζαν με θαυμασμό. Τέλος, ο Χριστός τους έδωσε και δώδεκα κρυσταλλόμορφα στεφάνια, στολισμένα με πολύτιμες πέτρες, που άστραφταν εκτυφλωτικά, καθώς τα βαστούσαν ένδοξοι άγγελοι πάνω απ’ τα κεφάλια τους.

Έφεραν μετά μπροστά στον ουράνιο Βασιλιά τους εβδομήντα μαθητές και αποστόλους Του. Δόθηκαν και σ’ αυτούς όμοιες τιμές και δόξες, μόνο που τα στεφάνια τους ήταν λιγότερο λαμπρά από τ’ άλλα, των δώδεκα.

Έπειτα παρουσιάστηκαν οι άγιοι μάρτυρες, στρατιά ολόκληρη. Σ’ αυτούς δόθηκε το αξίωμα και η θέση του μεγάλου αγγελικού τάγματος, που είχε πέσει άπό τον ουρανό μαζί με τον Εωσφόρο. Αμέσως τους έφεραν αναρίθμητα στεφάνια, που ακτινοβολούσαν σαν τον ήλιο, και στόλισαν μ’ αυτά τ’ αγιασμένα κεφάλια τους. Κι εκείνοι, θεωμένοι, χαίρονταν κι αγάλλονταν ανείπωτα.

Ακολούθησε ή ιερή χορεία των αγίων ιεραρχών, ιερέων και διακόνων. Στεφανώθηκαν κι αυτοί με στεφάνια αιώνια και αμαράντινα, άλλά διαφορετικά σε λάμψη και δόξα – ο καθένας ανάλογα με το έργο, το ζήλο, την υπομονή και την αγάπη του. Έτσι, έβλεπες πολλούς ιερείς να είναι ενδοξότεροι από αρχιερείς, αλλά και πολλούς διακόνους να είναι λαμπρότεροι από ιερείς και αρχιερείς. Τα πρόσωπα όμως όλων έλαμπαν από τη χάρη, την ευφροσύνη και την αγαλλίαση. Σ’ αυτούς μάλιστα παραχωρήθηκε και το νοερό επουράνιο θυσιαστήριο, για να προσφέρουν αιώνια πια την τέλεια και ευάρεστη στο Θεό θυσία τους.

Τώρα ήρθε η σειρά των ευλαβών μοναχών. Από την οσιακή χορεία τους ξεχυνόταν μια ευωδία πνευματική. Και τα δοξασμένα πρόσωπα τους άστραφταν σαν ήλιοι, σκορπίζοντας θεόφωτες μαρμαρυγές. Δόθηκαν στον καθένα άπό έξι φτερά, κι έτσι, με τη δύναμη του Άγιου Πνεύματος, έγιναν όλοι σαν τα φρικτά Χερουβείμ και Σεραφείμ. Άρχισαν τότε να ψάλλουν δυνατά:

– «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού»102.

Η δόξα τους ήταν τρισμέγιστη και τα καταστόλιστα στεφάνια τους ανάλογα με τους αγώνες και τους ιδρώτες του καθενός.

Πίσω από τους οσίους μοναχούς μπήκε ο χορός των αγίων προφητών. Σ’ αυτούς δόθηκαν το άσμα των ασμάτων, ή ψαλμική κινύρα του Δαβίδ με τύμπανα και με χορούς, φως άστραποβόλο, κάλλος ουράνιο, αγαλλίαση απέραντη και η δοξολογία του Άγιου Πνεύματος. Τα δικά τους στεφάνια ήταν ολόχρυσα κι αστραφτερά. Ο Δεσπότης του θείου νυμφώνα τους ζήτησε να ψάλουν κάτι. Κι εκείνοι Τον ύμνησαν μ’ ένα άσμα τόσο τερπνό, που σκίρτησαν άπό ευφροσύνη όλοι οι συναγμένοι άγιοι.

Αφου όλοι πια είχαν πάρει τα δώρα τους από τ’ άχραντο χέρι του Σωτήρα, περίμεναν ακόμα τ’ αγαθά εκείνα, «ά οφθαλμός ουκ είδε και ούς ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη»103.

Τότε όμως μπήκε ο χορός των ανθρώπων που σώθηκαν μέσα στον κόσμο – φτωχοί και πλούσιοι, κυβερνήτες και υπήκοοι, δούλοι και ελεύθεροι. Στάθηκαν όλοι μπροστά στον θείο Νυμφίο, τον Κύριο.

Πρώτα-πρώτα Εκείνος ξεχώρισε αυτούς που ήταν ελεήμονες 104, και τους χάρισε την τρυφή του παραδείσου της Εδέμ, παλάτια ουράνια κι ολόφωτα, στεφάνια πολύτιμα, αγιασμό ευφρόσυνο, θρόνους και σκήπτρα και αγγέλους φωτεινούς να τους υπηρετούν.

Ακολούθησαν όσοι έγιναν για το Χριστό «πτωχοί τω πνεύματι»105. Αυτοί υψώθηκαν τώρα υπερβολικά. Πήραν από το χέρι του Κυρίου στεφάνια πανέμορφα και κληρονόμησαν τη βασιλεία των ουρανών.

Ηρθαν έπειτα «οι πενθουντες»106, αυτοί που έκλαψαν για τις αμαρτίες τους με μετάνοια θερμή, και τους δόθηκε ή μεγάλη παρηγοριά της Αγίας Τριάδος και η πάντερπνη χαρά του παραδείσου.

Να τώρα κι «οι πραείς»107 και άκακοι, που κληρονόμησαν τη γή της επαγγελίας, όπου το Πνεύμα του Θεού αποστάζει το γλυκασμό και την ευωδία Του. Πόση τέρψη και αγαλλίαση δοκίμασαν, βλέποντας πως κέρδισαν τη μακαριότητα! Και πώς σκίρτησε από ηδονή η ψυχή τους, όταν ο Κύριος τους στόλιζε με στεφάνια ροδόχρωμα, περίτεχνα, αστραφτερά!

Μετά απ’ αυτούς ήρθαν «οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην»108. Τους δόθηκε ο μισθός της δικαιοσύνης πλούσιος, για να χορτάσουν. Και με την αγαθή τους προαίρεση ευφράνθηκαν, βλέποντας το βασιλιά Χριστό να υμνείται και να τιμάται και να δοξάζεται από τους άγιους αγγέλους. Τα δικά τους στεφάνια ήταν περίλαμπρα και καλαίσθητα, καμωμένα με πολλή τέχνη.

Ύστερα ξεχωρίστηκαν από τον Κύριο «οι καθαροί τη καρδία»109. Σ’ αυτούς έδωσε πανίσχυρα μυστικά μάτια και όραση πνευματική, πιο δυνατή κι από το φως, για να βλέπουν καθαρά το πρόσωπο του Θεου στους αιώνες των αιώνων. Τους έδωσε και στεφάνια ιδιόμορφα, που πίσω και μπροστά είχαν κρυστάλλινους σταυρούς, ενώ δεξιά κι αριστερά ζωγραφισμένους χερουβικούς οφθαλμούς.

Έπειτα μαζεύτηκαν σε μια ομάδα «οι ειρηνοποιοί»110. Τους δόθηκαν η ειρήνη και η σοφία και το Πνεύμα του Θεού και ευδοκία και έλεος και φωτισμός από το φώς του Χριστού. Έν’ αόρατο χέρι, που κρατουσε μιαν ουράνια γραφίδα, τους πλησίασε κι έγραψε στα μέτωπα τους: Ιησούς Χριστός, Υιός του Θεου του ζώντος. Τέλος, τους δόθηκαν και στεφάνια αστραφτερά, που είχαν πάνω τους γραμμένα τα ονόματα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Μετά ήρθαν «οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης»111. Τους δόθηκαν θείος αίνος και πολυθαύμαστη ζωή και θρόνοι άφραστοι της βασιλείας των ουρανών. Τα στεφάνια τους ήταν από θεϊκό, άυλο χρυσάφι, που η λάμψη του έκανε τους χορούς των αγγέλων να ευφραίνονται.

98. Ψαλμ. 23:7.
99. Ψαλμ. 117:26-27.
100. Ψαλμ. 94:1-2.
101. Ψαλμ. 94:3-4.
102. Ησ. 6:3.
103. A’ Kop. 2:9.
104. Ματθ. 5:7.
105. Ματθ. 5:3.
106. Ματθ. 5:4.
107. Ματθ. 5:5.
108. Ματθ. 5:6.
109. Ματθ. 5:8.
110. Ματθ. 5:9.
111. Ματθ. 5:10.