Συναξαριακές Μορφές

Φώτης Κοντογλου, 44 χρόνια από την κοίμηση του

14 Ιουλίου 2009
Φώτης Κόντογλου (Αποστολέλης) 1896-1965

Φώτης Κόντογλου (Αποστολέλης) 1896-1965

Σήμερα συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από την κοίμηση ενός μεγάλου νεοέλληνα, του μακαριστού φίλου και διδασκάλου Φώτη Κόντογλου (+13 Ιουλίου 1965). Γι’ αυτο και μαζευτήκαμε σ΄ αυτή τη σύναξη, όπως στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, να τελέσουμε το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και να προσευχηθούμε για την ανάπαυση της ωραίας και ηρωϊκής ψυχής του Κόντογλου. Ευτυχισμένη συγκυρία, να είναι μέρα Σάββατο, και να έχουμε συνευχομένους και συλλειτουργοϋντας και όλους τους άγιους Κολλυβάδες, πού αυτή ή προσωνυμία τους στην αρχή εθεωρείτο σκωπτική και υβριστική, επειδή αυτοί οι άγιοι (Νικόδημος Αγιορείτης, Μακάριος Κορίνθου, Αθανάσιος Πάριος κ.ά.) ήθελαν τα μνημόσυνα-κόλλυβα των κεκοιμημένων να τελούνται μόνο Σάββατο, μα σήμερα η λέξη Κολλυβάδες αποτελεί τίτλο τιμής και δίκαιο έπαινο κ΄ εγκώμιο για τους φανατικούς αυτούς τηρητάς των ορθοδόξων λειτουργικών Παραδόσεων και της ακριβούς εφαρμογής της εκκλησιαστικής τάξεως. Και ο Κόντογλου, ως γνήσιος υϊός και μαθητής του Παπαδιαμάντη και των Αγιορειτών Κολλυβάδων, μπορεί να θεωρηθεί απόγονος και συνεχιστής των νεωτέρων αυτών Πατέρων και Συγγραφέων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, «εν λόγω και έργω». Τονίζουμε το «εν λόγω και έργω» κατά το γραφικό «ο ποιήσας και διδάξας, ούτος μέγας κληθήσεται». Σ΄ αυτό διαφέρει ο Κόντογλου από το πλήθος των συγχρόνων ορθοδοξολογούντων -με όλα τα κανάλια της δημοσιότητας- πού, ωστόσο, βρίσκονται πολύ μακρυά, φευ, από το πνεύμα της γνήσιας Όρθοδόξου πνευματικότητος, η οποία είναι εναρμόνιση λόγου και έργου, διδασκαλίας και ζωής, ορθοδοξίας λόγων και ορθοπραξίας.

Τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσαμε σήμερα να επαναλάβουμε τον ωραίο λόγο του ιερού Χρυσοστόμου: «τιμή Μάρτυρος, μίμησις Μάρτυρος». Δηλαδή, όλες οι τιμές και οι πανηγυρικοί τόμοι και τα συνέδρια και οι διατριβές και οι διάφορες μελέτες, πού γίνονται τελευταία για τον Κόντογλου, για να είναι αληθινές και να έχουν πνευματικό αποτέλεσμα, πρέπει να είναι από ανθρώπους πού ακολουθούν τα ίχνη και τα βήματα του προφήτου και διδασκάλου Φωτίου. Αλλιώς, είναι όλο θέατρο και υποκρισία, πού δεν οδηγεί σε κανένα θετικό αποτέλεσμα. Ο κόσμος, δηλαδή ό αναγνώστης, διαβάζοντας ένα σχετικό άρθρο ή βιβλίο του Κόντογλου, καταλαβαίνει αν ο συγγραφέας συμμετέχει, με το νου και την καρδιά του, σε όσα πίστευε και δίδασκε, με την πέννα και τον χρωστήρα του, ο αείμνηστος αγιογράφος και λογοτέχνης. Δεν θέλουμε να κατακρίνουμε κανέναν, γιατί το βάθος της καρδίας και τις προθέσεις μας μονάχα ο Κύριος τα γνωρίζει. Απλώς, επιθυμούμε να σημειώσουμε ότι παρατηρείται συχνά, και στην περίπτωση του Κόντογλου, τούτο το παράδοξο· πολλοί συγγραφείς πού καθόλου δεν συμφωνούν με τις ιδέες του, πού δεν πάνε παρά σπάνια στην εκκλησία, πού δεν έχουν ιδεί από κοντά ούτε μια εκκλησία εικονογραφημένη απ΄ το τίμιο χέρι του, μόλις φανεί στον ορίζοντα κάποια ευκαιρία παρουσίας του προσώπου και του έργου του, τρέχουν να μιλήσουν, να γράψουν και να… ερμηνεύσουν τις ιδέες του και τις καλλιτεχνικές τάσεις του. Μερικοί, μάλιστα, τώρα πού ο Κόντογλου αναγνωρίζεται και δοξάζεται ως συγγραφέας και αγιογράφος στα πέρατα της οικουμένης, θέλουν να παρουσιάζονται ως στενοί φίλοι, μαθητές ή συνεργάτες του, κι ας μην τον γνώρισαν ποτέ από κοντά, κι ας μή συνομίλησαν ποτέ μαζί του! Είναι κοσμικά τερτίπια όλ’ αυτά και φιλολογικοί τρόποι, πού λειτουργούν σε όλα σχεδόν τα επίπεδα της σύγχρονης ζωής, για να βρίσκεται ο άνθρωπος στην επικαιρότητα, και να βλέπει την εικόνα του ή την υπογραφή του στο «γυαλί», στο χαρτί και όπου άλλου μπορεί…

Ευτυχώς, όμως, μέσα στα τόσα αφιερώματα (του «Αστέρος», της «Ευθύνης», του «Ακρίτα» και του «Αρμού», με τα Πρακτικά του Συνεδρίου πού έγινε στην Αθήνα, για τα 100 χρόνια από τη γέννηση και τα 30 χρόνια από την κοίμηση του Κόντογλου), παρουσιάζονται και μερικά μελετήματα και άρθρα νέων συγγραφέων, πού μας γεμίζουν ελπίδα, και δείχνουν πώς ο σπόρος του Κόντογλου δεν πήγε χαμένος, και πώς τα μηνύματα του για την Παράδοση και την Τέχνη της Ορθοδοξίας καρποφορούν στις καρδιές των νέων όλο και περισσότερο. Οι νέοι αυτοί συγγραφείς, πού διαβάζουν και προσεγγίζουν το έργο του Κόντογλου με αγάπη και θαυμασμό, δεν γράφουν (γιά τον κορυφαίο συγγραφέα και αγιογράφο) για να κερδίσουν κάτι υλικό, ή να γίνουν φίρμες προβάλλοντας το ονομά τους κοντά στ΄ όνομα του μεγάλου διδασκάλου, αλλά το κάνουν από υποχρέωση και ανάγκη να διακηρύξουν και στους άλλους τις ζωντανές αλήθειες πού ανακάλυψαν στα έργα του Κόντογλου. Δεν θέλουν να κρατήσουν τον πνευματικό θησαυρό, πού βρήκαν, μόνο για τον εαυτό τους. Χαιρόμαστε γι΄ αυτό το ζήλο τους και τον επαινούμε· και μακάρι, όλοι όσοι διαβάζουν τα έργα του Κόντογλου κ΄ ενθουσιάζονται, αποφασίζοντας ν΄ αλλάξουν προσανατολισμούς πνευματικής ζωής επί το όρθοδοξότερον, να έχουν και τον ιεραποστολικό ζήλο και το θάρρος να ομολογήσουν τις αλήθειες αυτές και στους άλλους, ο καθένας στον κύκλο του. Να γίνουν κι αυτοί προφήτες και διδάσκαλοι, όπως ο Κόντογλου, πού, όταν ξεκίνησε, ήταν μια μονάδα, μα έφτασε καιρός πού οι αναγνώστες και οι φίλοι του έγιναν φάλαγγες ολόκληρες! Στην άρχή, βέβαια, τον λοιδορούσαν και τον ειρωνεύονταν, άλλα ο προφήτης και ο ιεραπόστολος στο χώρο των λειτουργικών τεχνών και των ορθοδόξων παραδόσεων δεν κάμπτεται και δεν υποχωρεί, γιατί πιστεύει στο θεό, πιστεύει στο Ευαγγέλιο, πιστεύει στην Παράδοση της Εκκλησίας οπού, σαν σε θείο καμίνι, ρίχνει πρόθυμα τον εαυτό του, πραγματική κ΄ ευλογημένη «θυσίαν αινέσεως»! Τα μεγάλα του τάλαντα στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική τ΄ αφιερώνει (όπως λέει στον «Μυστικό κήπο») σ΄ ένα νέο σκοπόν, «καλόν κ’ εύλογημένον», και όχι στη ματαιότητα του κόσμου και στη δόξα, πού σήμερα υπάρχει και αύριο χάνεται. Και ο Θεός τον ευλόγησε πλούσια, δίνοντας του τη χάρη και τη δύναμη για να εικονογραφήσει τόσες εκκλησίες, διακονώντας με τη θεολογία των χρωμάτων την πάντιμη τέχνη της Αγιογραφίας, άλλα και να συγγράφει τόσα θεοτερπή συγγράμματα όρθοδόξου διδαχής και οικοδομής.

Μακάρι, τέτοιες μέρες μνήμης και τιμής του αειμνήστου Κόντογλου, οι άνθρωποι της Εκκλησίας και της Θεολογίας της να πλησιάσουν ειλικρινέστερα το έργο του, να το γνωρίσουν και να το διαδώσουν στο εκκλησιαστικό πλήρωμα, το όποιο σήμερα, με τα φουσκωμένα λόγια τόσων ανευθυνοϋπευθύνων για τη μεγάλη Ευρώπη, κινδυνεύει θανασίμως από τα ψυχρά ρεύματα του «Μέλανος Δρυμού» και της ξενομανίας. Να υπογραμμίσουν θαρρετά την ανάγκη επιστροφής μας στις ρίζες και την παράδοση, όχι με λόγια, αλλά με πράξεις και έργα: γνήσια βυζαντινή αρχιτεκτονική για τους ναούς μας· ζωντανή βυζαντινή εικονογράφηση στις εκκλησίες μας· κατανυκτική βυζαντινή μουσική στη λατρεία της Εκκλησίας μας, όπου κινδυνεύουμε να γίνουμε προτεσταντική όπερα, ρωμαιοκαθολική οργανική παράσταση και καντάδες μουσικών θιάσων σε ταβέρνες της Επτανήσου! Να προβάλουν το ορθόδοξο ήθος της απλής ζωής και τέχνης, πού ο Κόντογλου ζούσε και δίδασκε σ’ όλο τον βίο του, με τα βιβλία και τα άρθρα του. Αυτή η τιμή στη μνήμη του μεγάλου φίλου και διδασκάλου, πού θα συνιστά και τη μίμηση του πνευματικού του παραδείγματος και της προφητικής αυτοθυσίας του, ίσως να είναι το καλύτερο μνημόσυνο, για έναν ακέραιο Χριστιανό και απόστολο των ήμερων μας, όπως υπήρξε ο Φώτης Κόντογλου».

 

Επιμνημόσυνος λόγος

Καθηγητού Π.Β. Πάσχου

ο οποίος ελέχθη στις 13 Ιουλίου 1996

στον Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου Διονύσου Αττικής