Ορθόδοξη πίστη

Από την σοφία της Κυριακής Προσευχής (1)

27 Αυγούστου 2009

Maria_Magdalene_praying+Ανδρέα Θεοδώρου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών

Προσευχή είναι η νοερή επικοινωνία του ανθρώπου με το Θεό. Είναι έργο σαφώς πνευματικό. Ο Θεός είναι πνεύμα καθαρό και αμιγές, με το οποίο μπορεί να έλθει σε επικοινωνία μόνο ένα άλλο πνεύμα μικρό έστω και πεπερασμένο. Τα φυσικά κτίσματα δεν προσεύχονται στο Θεό, γιατί δεν νοιώθουν καμιά ανάγκη να το κάνουν. Ο άνθρωπος είναι μεν και αυτός ον αισθητό, όμως στη φύση του υπάρχει και το νοερό στοιχείο, η άϋλη ψυχή, η οποία είναι κτισμένη κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού. Έτσι είναι το μόνο ον που μοιάζει με το Θεό (έχει λογικότητα και ελευθερία) και προσεύχεται στο Θεό, εκφράζοντας τα πολλά προς αυτόν συναισθήματα που κάθε φορά κατακλύζουν τη ψυχή του.

Η προσευχή δεν είναι έργο εύκολο. Όπως δε είναι δύσκολο – μάλλον αδύνατο – να εισχωρήσει κανείς στην απειρία του μυστηρίου της θείας ουσίας, έτσι είναι δύσκολο να βρει τον τρόπο επίτευξης μιας σωστής προσευχής. Στην προσευχή συνομιλείς νοερά με τον Θεό. Το εγχείρημα είναι άνισο. Ζώντας οι μαθητές στους μυστικούς κυματισμούς του μυστηρίου του Χρίστου και συναισθανόμενοι το συντριπτικό βάρος της προσευχής, ζήτησαν κάποτε από το Διδάσκαλο να τους μάθει να προσεύχονται. Κι εκείνος τους παρέδωσε τήν Κυριακή προσευχή (Λουκ. ια’ 1-4).

Ο Κύριος είχε και πολλές άλλες αφορμές να διδάξει περί προσευχής. Έτσι:

α) Η προσευχή πρέπει να γίνεται στην ησυχία και τη μόνωση. Πρέπει να γίνεται στο ταμιείον της ψυχής με αυτοσυγκέντρωση και περισυλλογή (Ματθ. ς’ 6), αγγίζοντας τον εσώτερο πυρήνα της ψυχής, ώστε αυτή, ελεύθερη από ό,τι εξωτερικό, από τις βιοτικές μέριμνες και τους περισπασμούς της καθημερινής ζωής, άσαρκη και άϋλη, ν’ ανυψωθεί στο θρόνο της θείας μεγαλοσύνης. Γιατί, όταν την ώρα της προσευχής τα νοήματα σου συμπλέκονται με τις παραστάσεις και το φόρτο των εντυπώσεων του εξωτερικού κόσμου, τότε η προσευχή σου δύσκολα μπορεί να πετύχει το στόχο των προσπαθειών της. Την ησυχία, σαν το κατάλληλο πλαίσιο μιας καρποφόρας προσευχής, ένοιωθε συχνά και ο Κύριος. Μετά το θόρυβο του χορτασμού των πεντακισχιλίων, αφού απέλυσε τους όχλους, ανέβη μόνος στο όρος «κατ’ ιδίαν προσεύξασθαι» (Ματθ. ιδ’ 23).

β) Η προσευχή πρέπει να είναι ολιγόλογη και περιεκτική. Ο Κύριος επέκρινε έντονα τη βαττολογία, δηλαδή τα πολλά και φλύαρα λόγια με την οποίαν προσεύχονταν οι εθνικοί (ειδωλολάτρες), που αγνοούσαν την αληθινή φύση του Θεού (Ματθ. ς’ 7). Νόμιζαν ότι με την πολυλογία τους θα έκαμπταν τον Θεό να εκπληρώσει τα αιτήματα τους. Η αντίληψη αυτή είναι αφελής και παιδαριώδης. Ο Θεός δεν είναι σαν τον άνθρωπο, που κολακεύεται από τα πολλά και επιδεικτικά λόγια. Δεν έχει καν ανάγκη ν’ ακούσει τα λόγια των ανθρώπων. Ως παντογνώστης γνωρίζει εκ των προτέρων τα αιτήματα μας. Ζητά λίγα λόγια μόνο μεστά και περιεκτικά. Υπάρχουν βέβαια και οι περιπτώσεις πολύ μακρών και παρατεταμένων προσευχών. Σ’ αυτές όμως δεν προφέρονται λόγια, αλλά το πνεύμα χάνεται εκστατικά στην απειρία του μυστηρίου της Τριαδικής θεότητας.

γ) Η προσευχή πρέπει να είναι ταπεινή και όχι επιδεικτική. Ο Χριστός εμακάρισε τους «πτωχούς τω πνεύματι» (Ματθ. ε’ 3), δηλαδή τους ταπεινούς, οι οποίοι αισθανόμενοι τη δική τους ασημαντότητα, πτύσσουν μπροστά στην απειρία της θεότητας. Μετανοιωμένοι δε για τα πολλά τους αμαρτήματα, ζητούν απεγνωσμένα το έλεος και τη χάρη του Θεού. Αυτό ακριβώς έκανε ο τελώνης της παραβολής (Λουκ. ιη’ 14). Αντίθετα η επιδεικτικότητα στην προσευχή είναι σατανική σπορά στις ψυχές. Έτσι έκαναν οι φαρισαίοι της εποχής του Κυρίου (Ματθ. ς’ 5). Δεν προσεύχονταν αληθινά στον Θεό. Αυτό λίγο τους ένοιαζε. Όντας ανθρωπάρεσκοι, ήθελαν να φαίνονται προς τα έξω ότι προσεύχονται για ν’ αποσπούν τον έπαινο των ανθρώπων, να κερδίζουν το σεβασμό τους και να κάνουν καλύτερα τη δουλίτσα τους. Τον τελειότερο τύπο μιας τέτοιας επιδεικτικής και εωσφορικής προσευχής μάς περιέγραψε ο Σωτήρας στο πρόσωπο του φαρισαίου της ομώνυμης παραβολής (Λουκ. ιη’ 11-13).

δ) Η προσευχή έχει μεγάλη δύναμη όταν ζωογονείται από θερμή πίστη και αγάπη. Ό,τι ζητάει ο άνθρωπος στο πνεύμα μιας τέτοιας προσευχής, είναι βέβαιο ότι θα το πάρει από το Θεό. Από την άλλη η αληθινή προσευχή είναι θαυματουργική. Ο Χριστός είπε ότι και με λίγη αληθινή πίστη (σαν ένα κόκκο σινάπεως) μπορεί ο άνθρωπος να μετακινήσει τα βουνά και να τα ρίψει στις θάλασσες. Όσο ο Πέτρος πίστευε στη δύναμη του Διδασκάλου, περπατούσε στην αφρισμένη θάλασσα. Όταν όμως τον κυρίεψε ο φόβος, άρχισε να καταποντίζεται. Η αληθινή προσευχή είναι όπλο δυνατό και ακαταμάχητο στον πνευματικό αγώνα των πιστών. Το γένος των δαιμόνων δεν φεύγει από τον άνθρωπο παρά μόνο με προσευχή και νηστεία (Μαθτ. ιζ’ 21). Τους πειρασμούς, τα βάσανα και τα πολλά προβλήματα της ζωής και γενικά τη δύναμη της αμαρτίας ο άνθρωπος καταγωνίζεται με τη δύναμη της προσευχής. Ο προσευχόμενος έχει στήριγμα και σύμμαχο το Θεό. Από τί έχει να φοβηθεί;

Στο Πάτερ ημών ο Κύριος αποτύπωσε την ουσία και το αληθινό νόημα της προσευχής. Πρόκειται για μια λιτή και πολύ πυκνή προσευχή. Είναι η προσευχή που μας δίδαξε ο ίδιος ο Θεός, το πρότυπο της ατομικής και συλλογικής προσευχής της Εκκλησίας. Η Κυριακή Προσευχή περιλαμβάνει έξι βασικά αιτήματα.

Το πρώτο, που είναι και το εναρκτήριο, είναι:

«Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς• αγιασθήτω το όνομά σου ελθέτω η βασιλεία σου γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γης».

Εδώ γίνεται αναφορά στο Θεό, που είναι ο ουράνιος Πατέρας των ανθρώπων και στη βασιλεία του, που πρέπει ν’ απλωθεί σ’ ολόκληρη τη γη.

Ο χριστιανικός Θεός, όπως μας τον φανέρωσε ο σαρκωθείς Λόγος Του, δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα όπως τη φαντάζονται πολλοί, ψυχρή και αδιάφορη για τα συμβαίνοντα στον κόσμο και κυρίως στον άνθρωπο. Ένας τέτοιος Θεός δεν υπάρχει. Κι αν υπήρχε, θα ήταν άχρηστος. Ο δικός μας Θεός είναι Πατέρας, γεμάτος στοργή και αγάπη για τα πλάσματα του, τα όποια προστατεύει και φροντίζει. Είναι Θεός τρισυπόστατος και πολυδύναμος. Όταν δε εμείς απομακρυνθήκαμε από κοντά του με την αποστασία του Αδάμ, αυτός ήλθε κοντά μας, ντύθηκε τη σάρκα μας και μας έσωσε από τη δυνάστευση της αμαρτίας με το λυτρωτικό και σωτήριο έργο του.

Στην προσευχή λέμε ότι ο Θεός είναι Πατέρας που κατοικεί στους ουρανούς. Ο λόγος φυσικά είναι μεταφορικός. Ο Θεός, ως το άπειρο πνεύμα δεν μπορεί να έχει την κατοίκηση του στον ουρανό, που δεν υπάρχει πραγματικά, άλλ’ είναι «πανταχού παρών» και πληροί κάθε τόπο και κάθε χρόνο. Λέμε δε ότι κατοικεί στον ουρανό, για να τον απομακρύνουμε από την κακότητα της γης και να τονίσουμε την άπειρη δόξα και το μεγαλείο της θεότητας.

Η βασιλεία του δε είναι ο πνευματικός χώρος στον οποίο αγιάζεται το όνομά του και τελείται το θείο του θέλημα. Είναι βασιλεία καθαρά πνευματική, από την οποία απουσιάζει κάθε αισθητό και ένυλο και απλώνεται στις καρδιές και τα αμόλυντα πνεύματα των ανθρώπων (Ματθ. ε’ 8). Είναι βασιλεία καθαρή και αγία, η οποία αντίκειται στην σκοτεινή βασιλεία του διαβόλου, που είναι μιαρή και άναγνη. Ζώντας στη βασιλεία του Θεού ο άνθρωπος καταξιώνει τη ζωή και την ύπαρξη του στα μέτρα της θεότητας, πετυχαίνοντας τη σωτηρία του. Με την προσευχή μας ζητάμε από το Θεό την εγκατάσταση της βασιλείας του στη γη, όπου δυστυχώς βασιλεύουν το θέλημα του Σατανά, η φθορά και ο θάνατος. Προσευχόμαστε η βασιλεία του Θεού, που το πλήρωμα της βρίσκεται στον ουρανό, να μεταφερθεί και εγκατασταθεί στον αμαρτωλό πλανήτη μας. Σαν να λέμε, οι αμαρτωλοί άνθρωποι να γίνουν άγγελοι. Όσοι πιστεύουν αληθινά στο Θεό αγαπούν αυτό που είναι δικό τους, τη θεία βασιλεία. Θλίβονται για την κακότητα που επικρατεί στη γη, για την ανομία των ανθρώπων που βλαστημάνε το Θεό και καταπατούν το νόμο και τα θεία του προστάγματα. Και αγωνίζονται με τα όπλα του φωτός (Ρωμ. ιγ’ 12,Εφεσ. ς’ 11) ενάντια στην ποικιλόμορφη αμαρτία, για να γίνει πραγματικότητα στη γη η βασιλεία του Θεού. Αγωνίζονται με όλες τις δυνάμεις τους υπέρ του αγαθού του Θεού, την εξάπλωση του μυστηρίου του Χριστού στη γη.

Συνεχίζεται….