Ορθόδοξη πίστη

Από την σοφία της Κυριακής Προσευχής (2)

28 Αυγούστου 2009

επι του ορους ομιλια

Συνέχεια από (1)

+Ανδρέα Θεοδώρου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το δεύτερο αίτημα της προσευχής περιορίζεται στα επίγεια και τα εγκόσμια: «Τον αρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον».

Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο πνεύμα, ώστε ν’ αρκείται αποκλειστικά στα πνευματικά και επουράνια, αλλά και σώμα το οποίο έχει ανάγκες υλικές. Και αυτό ο άνθρωπος έχει υποχρέωση να το φροντίζει και να το περιποιείται. Το σώμα είναι δώρο του Θεού στον άνθρωπο κι ο άνθρωπος οφείλει να αγαπά και φροντίζει το δώρο του Θεού (Εφεσ. ε’ 29). Το σώμα για να ζήσει έχει ανάγκη υλικής διατροφής. Αν δεν την έχει, μαραίνεται και πεθαίνει. Τη διατροφή αυτή η προσευχή χαρακτηρίζει «άρτον επιούσιον». Ο άρτος, που συντηρεί την ανθρώπινη ζωή, εδώ έχει έννοια περιληπτική. Δεν είναι μονάχα το ψωμί, αλλά και ό,τι άλλο έχει σχέση με τη σωματική μας συντήρηση. Το αίτημα αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι εμείς, από την πλευρά μας, πρέπει να είμαστε απαθείς, περιμένοντας μοιρολατρικά από το Θεό την υλική μας διατροφή. Πρέπει κι εμείς να δουλέψουμε. Αλλιώτικα δεν υπάρχει ψωμί καθημερινό. Το δικό μας μόχθο ευλογεί ο Θεός με τη χρηστότητα και τη χάρη του.

Περιεχόμενο του τρίτου αιτήματος είναι η άφεση των αμαρτιών μας από το Θεό, με την υπόσχεση ότι κι εμείς συγχωρούμε όσους μας φταίνε: «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Η εχθρότητα και η μνησικακία είναι σατανική σπορά στη ψυχή. Τη σκοτώνουν κυριολεκτικά και την αφανίζουν, παρεμποδίζοντας την ενέργεια της λυτρωτικής χάριτος του Θεού. Οφείλημα είναι κάθε παράβαση του νόμου του Θεού. Οφειλέτης δε είναι εκείνος που τον παραβαίνει και τον καταπατεί. Στην περίπτωση αυτή ο παραβάτης καθίσταται ένοχος και πρέπει να τιμωρηθεί από το Θεό για την ανάρμοστη συμπεριφορά του. Ηθικά δε οφειλήματα και χρέη δεν υπάρχουν μόνο απέναντι στο Θεό, αλλά και στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ο ένας φταίει στον άλλο. Στο σώμα όμως της Εκκλησίας τα πταίσματα αυτά κάνουν μεγάλο κακό. Η εμπάθεια και το μίσος σκοτώνουν την αγάπη, που είναι ο συνεκτικός δεσμός του σώματος του Χριστού. Ατομικά η κατάσταση αυτή, αν παραμείνει και γιγαντωθεί, μπορεί να οδηγήσει τη ψυχή στον αιώνιο πνευματικό θάνατο. Το μόνο φάρμακο είναι η συγγνώμη, η παροχή συγχώρησης στους αδελφούς μας που μας φταίνε. Τη συγγνώμη τη δίδαξε ο άγιος Θεός, ο όποιος πέθανε για τ’ αμαρτήματα όλων των ανθρώπων. Τα συγχωρεί, κάτω όμως από μια προϋπόθεση, να συγχωρούν και αυτοί τα προς αυτούς αμαρτήματα των άλλων. Αν δεν το κάνουν, δεν πρέπει να περιμένουν από το Θεό άφεση των δικών τους αμαρτημάτων, που σημαίνει κόλαση αιώνια. Τη μεγάλη αυτή αλήθεια διατύπωσε άριστα ο Σωτήρας στην παραβολή του κακού δούλου. Και αυτός μεν ζήτησε με συντριβή παράταση αποπληρωμής του δικού του μεγάλου χρέους. Και ο γενναιόδωρος Δεσπότης του χάρισε ολόκληρο το χρέος, βλέποντας τον να κλαίει απεγνωσμένα και να συντρίβεται κάτω από τη μεγάλη συμφορά. Κι όμως· δεν πρόλαβε να λάβει τη μεγάλη δωρεά, και απέπνιγε ένα φτωχό σύνδουλό του, που του χρωστούσε ένα ασήμαντο χρηματικό ποσό, απειλώντας να τον ρίψει στη φυλακή. Το αποτέλεσμα; Ρίχτηκε αυτός στη φυλακή μέχρις ότου αποδώσει και τον έσχατον κοδράντην (Ματθ. ε’ 26), δηλαδή στα δεσμωτήρια της αιώνιας κόλασης. Αλλά και σε άλλα σημεία της λυτρωτικής διδαχής του ο Σωτήρας μας τόνισε τη μεγάλη σημασία να συγχωρούμε τα αμαρτήματα των αδελφών μας (Ματθ. ς’ 14-15). Η μοχθηρία, η κακότητα και η μνησικακία εμποδίζουν την είσοδο στη βασιλεία των ουρανών.

Στο τέταρτο αίτημα θίγεται το ζήτημα των πειρασμών, που είναι τόσο βασικό για την πνευματική εξέλιξη των πιστών. Είναι το ζήτημα των δοκιμασιών, με τις οποίες είναι στενότατα συνυφασμένη η ζωή των ανθρώπων. Είναι δύσκολες και γεμάτες οδύνη περιπτώσεις του βίου, που δοκιμάζουν τη δύναμη της πίστης και τις πνευματικές αντοχές των ανθρώπων και κυρίως την ηθική ολοκλήρωσή τους. Ορισμένο είδος πειρασμών προέρχεται από την απειράγαθη πρόνοια του Θεού. Φυσικά ο Θεός δεν δοκιμάζει τον άνθρωπο για να μάθει τις όποιες ηθικές αντοχές και την πίστη του. Αυτό μόνον οι ατελείς άνθρωποι το κάνουν, των οποίων το γνωστικό πεδίο είναι μικρό και περιορισμένο. Ο Θεός είναι παντογνώστης και προγνωρίζει την έκβαση όλων των πραγμάτων και των καταστάσεων του ανθρώπινου βίου. Οι πειρασμοί έχουν άλλη σημασία. Ο άνθρωπος είναι εκείνος που πρέπει να δοκιμαστεί, για να έχει επίγνωση της φύσης και των αντοχών του και με προοπτική να γίνει καλύτερος και τελειότερος. Αύτη την έννοια δεν είχε η απαγόρευση βρώσης του καρπού του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού, που έδωσε ο Θεός στους πρωτοπλάστους στην Εδέμ; Ο Θεός προγνώριζε την έκβαση της δοθείσης εντολής. Ο Αδάμ όμως ήταν εκείνος που έπρεπε να λάβει αίσθηση της ηθικής φύση του, κατά πόσον αγαπούσε αληθινά το Θεό και ήταν αφοσιωμένος στο θέλημά του. Στην περίπτωση του δυστυχώς η δοκιμασία λειτούργησε αρνητικά. Η πτώση έκτοτε είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην αντιμετώπιση των ποικίλων του βίου πειρασμών. Ο Θεός φυσικά δεν επιτρέπει τους πειρασμούς πέρα από τις φυσικές και ηθικές δυνατότητες του άνθρωπου, δίνοντας του τη δύναμη να υπερκεράσει τη δυσκολία του (Α’ Κορ. Γ 13).

Κλασσικά παραδείγματα πειρασμών του είδους αυτού έχουμε στην Π. Διαθήκη τη δοκιμασία του Αβραάμ και του δικαίου Ιώβ. Ο Αβραάμ ήταν πιστός άνθρωπος, αφοσιωμένος στον Θεό και τα άγια προστάγματά του. Όλα αυτά βέβαια τα γνώριζε ο Θεός. Έπρεπε όμως να δημοσιευτούν για να γίνουν παράδειγμα εποικοδομητικό και σε άλλους ανθρώπους. Ο δρόμος δεν ήταν άλλος από την ηθική δοκιμασία Μια μέρα ο Θεός ζήτησε από τον Αβραάμ να του προσφέρει θυσία το μοναχογιό του Ισαάκ. Ο Ισαάκ ήταν υιός επαγγελίας (υπόσχεσης). Από το σπέρμα του θα προερχόταν ο Σωτήρας του κόσμου. Ξαφνιάστηκε ο Αβραάμ από την απαίτηση του Θεού. Ράγισε η καρδιά του. Το μυαλό του μπήκε σε ένα άγριο στροβιλισμό. Πώς μπόρεσε να του ζητήσει κάτι τέτοιο ο Θεός; Πώς μπορούσε ο ίδιος να γίνει παιδοκτόνος; Ο άλλος όμως Αβραάμ, ο άνθρωπος της θερμής πίστης και της αγάπης, δεν μπορούσε να προσπεράσει την εντολή του Θεού, έστω κι αν δεν την κατανοούσε. Πάλεψε με τον εαυτό του φοβερά. Η πίστη στο Θεό νίκησε τελικά. Ο Θεός εμπόδισε το φιλόστοργο πατέρα να σκοτώσει το παιδί του. Με τη συμπεριφορά του αύτη ο Αβραάμ έγινε πατέρας των πιστών!

Το άλλο παράδειγμα είναι ο πολύαθλος Ιώβ. Κι αυτός ήταν δίκαιος, σε τέτοιο μάλιστα σημείο που τον ζήλεψε ο διάβολος και ζήτησε να τον ανατρέψει. Υπό το πρόσχημα ότι ο Ιώβ ήταν δίκαιος, γιατί όλα του ήσαν ευνοϊκά στη ζωή και καλά, ζήτησε την άδεια από το Θεό να τον δοκιμάσει. Κι αφού την πήρε, βάλθηκε με όλη την κακουργία της σκοτεινής φύσης του να τον εξοντώσει. Σκότωσε τα παιδιά του, φόνευσε τα ζώα του και πλήγωσε ελεεινά το σώμα του. Τη ψυχή του μόνο δεν έβλαψε. Ο δίκαιος κατέστη θέαμα αλγεινό και σπαραξικάρδιο. Όλοι τον αποστρέφονταν και τον περιφρονούσαν. Κι όμως εκείνος δεν παραπονέθηκε. Δέχτηκε με καρτερία και υπομονή την επίσκεψη του Θεού, αφοσιωμένος στην αγάπη του ουρανίου Πατέρα. Ο Θεός αντάμειψε πλουσιοπάροχα την πίστη του δούλου του, του οποίου η υπομονή έμεινε παροιμιώδης στην πνευματική ιστορία του κόσμου.

Στους πειρασμούς είναι ανοικτοί όλοι οι άνθρωποι. Αφού και ο ίδιος ο Θεάνθρωπος δεν τους απέφυγε. Πειράσθηκε από το πνεύμα της πονηρίας στην έρημο (Ματθ. δ’ 1-11) με επίκεντρο το φαγητό, τη μάταιη δόξα και την κατάκτηση όλων εκείνων που συγκροτούν το μαμωνά και την κοσμική κατάκτηση και κατίσχυση. Επίσης δοκιμάσθηκε στις δύσκολες ώρες της ζωής του (Εβρ. β’ 18), κυρίως δε κατά το μαρτυρικό πάθος του (Ματθ. κς’ 39· κζ’ 46). Πρέπει όμως να σημειωθεί, ότι οι πειρασμοί αυτοί του Σωτήρα ήσαν πειρασμοί εξωτερικοί, μη έχοντας το παραμικρό έρεισμα στην καθαρή και πανάσπιλη φύση του Κυρίου, ο οποίος ευχερώς τους απέκρουε. Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει και με τον αμαρτωλό άνθρωπο. Εδώ οι πειρασμοί αναβλύζουν εσωτερικά από τη φθαρμένη και αμαρτωλή φύση του (Ιακ. α’ 14-15). Στους πειρασμούς αυτούς καμιά αναφορά δεν έχει ο Θεός, ο οποίος είναι «απείραστος κακών» (Ιακ. α’ 13). Ο άνθρωπος αυτοπειράζεται, παρωθούμενος από τις πολλές επιθυμίες και τα πάθη του. Επομένως πρέπει να είμεθα πολύ προσεκτικοί, να μην ανάγουμε στο Θεό τις δικές μας αδυναμίες και τα δικά μας ολισθήματα. Κάνοντας αυτό αμαρτάνουμε.

Συνεχίζεται…