Ορθόδοξη πίστη

Ιστορία της Εκκλησίας της Κύπρου (1)

16 Σεπτεμβρίου 2009
apostoloi pavlos kai varnavas

Οι Απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας, ιδρυτές της Εκκλησίας της Κύπρου.

Όπως μας αναφέρουν οι «Πράξεις Αποστόλων», οι Κύπριοι ήταν από τούς πρώτους που δέχτηκαν το Χριστιανισμό και που δίδαξαν αυτόν έξω από την Ιερουσαλήμ. «Ήσαν δε τινές εξ αυτών άνδρες Κύπριοι…». Σ’ αυτούς συγκαταλέγονται και ο Απόστολος Βαρνάβας και ο ανεψιός του Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης – Μάρκος. Το 45 μ.Χ. ο Παύλος, ο Βαρνάβας και ο Μάρκος δίδαξαν το Χριστιανισμό και στην Κύπρο. Αποβιβάσθηκαν στη Σαλαμίνα και διέσχισαν τη νήσο μέχρι την Πάφο, κηρύττοντας τη νέα Θρησκεία. Άξιο παρατήρησης είναι ότι στην Πάφο έγινε Χριστιανός ο πρώτος επίσημος Ρωμαίος, ο Ανθύπατος Σέργιος Παύλος. Το 50 μ.Χ. ο Βαρνάβας επέστρεψε στην Κύπρο με τον ανεψιό του Μάρκο και έχοντας ως έδρα του τη Σαλαμίνα παρακολουθούσε την εξάπλωση του Χριστιανισμού σ’ όλες σχεδόν τις πόλεις και τις κοινότητες της Κύπρου. Ο Βαρνάβας, ο οποίος θεωρείται και ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, λιθοβολήθηκε από τούς Εβραίους και πέθανε το 57 μ.Χ. ολίγο έξω από τη Σαλαμίνα, όπου σώζεται ο τάφος του. ΄Ετσι έγινε ένας από τούς πρώτους μάρτυρες του Χριστού. Κατά τη διάρκεια της παραμονής των Αποστόλων Παύλου, Βαρνάβα και Μάρκου στην Κύπρο χειροτονήθηκαν ο φίλος του Χριστού Λάζαρος, ο οποίος μετά το διωγμό που κήρυξαν οι Ιουδαίοι κατά των Χριστιανών ήλθε στην Κύπρο ως Επίσκοπος Κιτίου, και ο Ηρακλείδιος ως eπίσκοπος Ταμασού. Αυτοί και οι Επίσκοποι Νεαπόλεως Τυχικός, Κουρίου Φιλάγριος και Φιλωνίδης, Ταμασού Μνάσων και Ρόδων, Σόλων Αυξίβιος και Κυρηνείας Θεόδοτος, καθώς και οι Τίμων, Αρίστων, Αριστοκλειανός, Επαφράς και Νικάνωρ συνέβαλαν στη διάδοση και εδραίωση του Χριστιανισμού στην Κύπρο. Μερικοί από αυτούς, όπως και οι Αθανάσιος, Δημητριανός, Δίδυμος, Διομήδης, Κόνων, Λούκιος, Νεμέσιος, Ποτάμιος και άλλοι πολλοί, ομολόγησαν το Χριστό θαρραλέα κατά τη διάρκεια των διωγμών και υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο.

Η Εκκλησία της Κύπρου μετέσχε σ’ όλους τούς αγώνες ενάντια στις αιρέσεις. Θεήλατοι Επίσκοποι την εξεπροσώπησαν σ’ όλες τις Οικουμενικές Συνόδους: Στην Α’ οι Επίσκοποι Πάφου Κύριλλος ή Κυριακός, Σαλαμίνας Γελάσιος και Τριμυθούντος Σπυρίδων ο θαυματουργός, στη Β’ οι Επίσκοποι Πάφου Ιούλιος, Τριθυμούντος Θεόπομπος, Ταμασού Τύχων και Κιτίου Μνήμιος, στην Γ’ ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντίας Ρηγίνος, οι Επίσκοποι Πάφου Σαπρίκιος, Κουρίου Ζήνων και Σόλων Ευάγριος και ο Χωρεπίσκοπος Καισάριος, στην Δ’ ο ‘Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντίας Ολύμπιος, οι Επίσκοποι Σόλων Επιφάνιος, Θεοδοσιανής (= Νεαπολέως;) Σωτήρ, Ταμασού Επαφρόδιτος και Αμαθούντος Θεοδόσιος και ο Διάκονος Διονύσιος, στην Στ’ οι Επίσκοποι Σόλων Στρατόνικος, Κιτίου Τύχων και Τριμυθούντος Θεόδωρος και στην Ζ’ ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντίας Κωνσταντίνος, οι Επίσκοποι Κύθρων Σπυρίδων, Σόλων Ευστάθιος, Κιτίου Θεόδωρος, Τριμυθούντος Γεώργιος και Αμαθούντος Αλέξανδρος και ο Ηγούμενος Κάλλιστος.

Περί το τέλος του 4ου αιώνα η επικράτηση του Χριστιανισμού σ’ όλη τη νήσο ήταν πια οριστική. Επιφανής Αρχιεπίσκοπος της περιόδου αυτής με έδρα τη Σαλαμίνα, πού μετονομάστηκε σε Κωνσταντία, ήταν ο Άγιος Επιφάνιος που διακρινόταν για την ευρυμάθεια του, τη βαθύτητα της σκέψεώς του και τον ορθόδοξο ζήλο του.

Η Εκκλησία της Κύπρου είναι μία από τις αρχαιότερες αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Όταν ο Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας, στο θέμα της οποίας πολιτικά υπαγόταν η Κύπρος, επεδίωξε να καταργήσει το αυτοκέφαλό της, οι Κύπριοι Αρχιερείς κατήγγειλαν την επέμβαση στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο, πού συνήλθε το 431 μ.Χ. στην Έφεσο. Η Οικουμενική αυτή Σύνοδος κατοχύρωσε το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου με τον 8ο κανόνα της. Το 478 μ.Χ. ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Ανθέμιος κατόπιν οράματος βρήκε τον τάφο και το λείψανο του Αποστόλου Βαρνάβα, στο στήθος του οποίου υπήρχε αντίγραφο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου. Το Ευαγγέλιο τούτο πρόσφερε ο Αρχιεπίσκοπος Ανθέμιος στον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ζήνωνα, ο οποίος και παραχώρησε τα γνωστά τρία αυτοκρατορικά προνόμια στον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο Κύπρου: Να υπογράφει με κιννάβαρι (κόκκινο μελάνι), να φέρει κατά τις ιεροτελεστίες πορφυρούν μανδύα και να κρατεί αντί της επισκοπικής πατερίτσας αυτοκρατορικό σκήπτρο.

Κατά τις αραβικές επιδρομές (7ο, 8ο και ’39ο αιώνα) η Εκκλησία Κύπρου υπέστη πολλές δοκιμασίες. Η Κωνσταντία, το Κούριο και η Πάφος μετατράπηκαν σε ερείπια. Για το λόγο αυτό και για άλλα κακά, πού έπληξαν την Κύπρο, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, για να σώσει το ποίμνιό του από τη σφαγή και την ερήμωση, κατόπιν συμβουλής και βοήθειας του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού Β’ του Ρινότμητου, μετέφερε όσους διασώθηκαν στην περιοχή της Κυζίκου, κοντά στον Ελλήσποντο. Η περιοχή αυτή ονομάσθηκε Νέα Ιουστινιανή, από το όνομα του Αυτοκράτορα.

Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος το 691 μ.Χ. αναγνώρισε με τον 39ο κανόνα της τη νέα αυτή έδρα του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, ως και τα δίκαια και τα προνόμια, που εκάστοτε απολάμβανε η Εκκλησία Κύπρου. Μετά την εκδίωξη των Αράβων και αφού σταμάτησαν οι αραβικές επιδρομές, ο Aρχιεπίσκοπος επανήλθε μαζί με το ποίμνιό του στην Κύπρο το 698 μ.Χ., Φέροντας έκτοτε τον τίτλο «Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου».

Κατά την εποχή αυτή παρατηρείται μία αναγέννηση και άνθιση της Εκκλησίας Κύπρου σ’ όλους τους τομείς: Ανοικοδόμηση των πόλεων, των κοινοτήτων και των ναών πού καταστράφησαν, επανεδραίωση του Χριστιανισμού και ανάπτυξη του μοναχικού βίου.

Την άνθιση αυτή της Εκκλησίας της Κύπρου ήλθε να ανακόψει η κατάληψη της νήσου από τούς Φράγκους, από το 1192 μέχρι το 1571. Ο Αρχιεπίσκοπος και οι Επίσκοποι εκδιώχθηκαν από τις επισκοπικές έδρες τoυς, τις οποίες κατέλαβε η Λατινική Ιεραρχία. ΄Ετσι για μια αρκετά μεγάλη περίοδο η Oρθόδοξη Εκκλησία Κύπρου μπορεί κανείς να πει πώς έμμεσα έχασε την ανεξαρτησία της, γιατί οι Λατίνοι κατακτητές επενέβαιναν στις εκλογές των Επισκόπων και σ’ αυτές ακόμη τις εκλογές των Ηγουμένων των Ορθοδόξων Μονών. Οι μέχρι τότε 14 Oρθόδοξες Επισκοπές της Κύπρου περιορίστηκαν σε 4, όσες δηλαδή ήταν και οι Pωμαιοκαθολικές Eπισκοπές.

Τούτο δεν έγινε χωρίς τη μαχητική αντίδραση τόσο του ορθόδοξου κλήρου, όσο και του λαού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου αντιμετώπιζε για μία ακόμη φορά διωγμούς, όχι πια από αλλοθρήσκους, αλλά από ετεροδόξους. Χαρακτηριστικό είναι το μαρτύριο των 13 ορθόδοξων μοναχών της Μονής Καντάρας το 1231, πού προκάλεσε ζωηρή συγκίνηση όχι μόνο μεταξύ των Κυπρίων, αλλά και μεταξύ των άλλων Oρθοδόξων Χριστιανών.

Οι διωγμοί, οι πιέσεις, η αρπαγή των περιουσιών των ορθοδόξων, ως και των Μονών, και τα τόσα αλλά μέσα που χρησιμοποίησαν οι εκπρόσωποι της Λατινικής Εκκλησίας, δεν μπόρεσαν να ξεριζώσουν την ορθόδοξη πίστη και παράδοση από τις ψυχές των Ορθοδόξων Ελλήνων Κυπρίων. Γι’ αυτό ευθύς, μόλις οι Φράγκοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Κύπρο, η Ορθόδοξη Εκκλησία έγινε και πάλι η κυρίαρχη Εκκλησία από τη μία ως την άλλη άκρη της νήσου μας.

Συνεχίζεται…

Από το Εορτολόγιον Εκκλησίας Κύπρου

Πηγή: www.gerontas.com