Ορθόδοξη πίστη

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΟ ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ (8)

28 Σεπτεμβρίου 2009
Άγιος Μακάριος Κορίνθου. Φορητή εικόνα Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου (19ος αι.). Από το βιβλίο του Μωυσέως Μοναχού Αγιορείτου, Οι Άγιοι του Αγίου Όρους, εκδ. Μυγδονία (σ. 526).

Άγιος Μακάριος Κορίνθου. Φορητή εικόνα Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου (19ος αι.). Από το βιβλίο του Μωυσέως Μοναχού Αγιορείτου, Οι Άγιοι του Αγίου Όρους, εκδ. Μυγδονία (σ. 526).

Συνέχεια από (7)

Αγίου Μακαρίου Νοταρά

«Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν»

Ο Κύριος μας παραγγέλλει να παρακαλούμε τον Θεό και Πατέρα μας να μην παραχωρήσει να μπούμε σε πειρασμό. Και ο προφήτης Ησαΐας ως εκπρόσωπος του Θεού, λέει: «Εγώ δημιούργησα το φως και το σκότος. Εγώ είμαι εκείνος που δίνω την ειρήνη και παραχωρώ να γίνονται τα κακά». Και ο προφήτης Αμώς παρομοίως λέει: «Δεν υπάρχει κάποιο κακό στην πόλη, που να μην έγινε με την παραχώρηση του Κυρίου ».

Από αυτά λοιπόν τα λόγια, πολλοί από τους αμαθείς και ακατάρτιστους πέφτουν σε διάφορους λογισμούς για τον Θεό. Ότι δήθεν μας ρίχνει ο Θεός στους πειρασμούς. Πάνω σ’ αυτό το θέμα μας ομιλεί ο απόστολος Ιάκωβος και μας λύνει τις απορίες. Μας λέει λοιπόν: «Κανένας, απ αυτούς που μπαίνουν σε πειρασμό, να μη λέει· ο Θεός με βάζει σε πειρασμό. Γιατί ο Θεός ούτε μπαίνει σε πειρασμό από το κακό ούτε βάζει σε πειρασμό κανέναν. Καθένας μπαίνει σε πειρασμό από δική του επιθυμία. Αυτή τον παρασύρει και τον εξαπατάει· έπειτα, η επιθυμία αυτή συλλαμβάνει το κακό και γεννάει την αμαρτία· και η αμαρτία, όταν ολοκληρωθεί, φέρνει θάνατο».

Οι πειρασμοί που έρχονται στους ανθρώπους είναι δύο ειδών. Το ένα είδος των πειρασμών προέρχεται από την ηδονή και γίνονται με το θέλημα μας, αλλά και με τη συνεργία των δαιμόνων. Το άλλο είδος των πειρασμών προέρχεται από τις λύπες, τα βάσανα και τους πόνους της ζωής, γι’ αυτό μας φαίνονται και πικροί και καταθλιπτικοί αυτοί οι πειρασμοί. Σ’ αυτούς τους πειρασμούς δεν συνεργεί το θέλημά μας, αλλά συνεργεί ο διάβολος.

Αυτά τα δύο είδη των πειρασμών τα υπέστησαν στην πράξη οι Εβραίοι. Εκείνοι όμως, επειδή διάλεξαν με το θέλημα τους τους πειρασμούς που προέρχονται από τις ηδονές και επιδίωξαν τα πλούτη, τη δόξα, την ελευθερία στο κακό και την ειδωλολατρία, γι’ αυτό ο Θεός παραχώρησε να τους έλθουν όλα τα αντίθετα, δηλαδή φτώχεια, ατιμία, αιχμαλωσία και τα λοιπά. Και μ’ αυτά τα ίδια κακά πάλι τους φοβέριζε ο Θεός, για να επιστρέψουν στη θεία ζωή με τη μετάνοια.

Τα διάφορα αυτά είδη των τιμωριών του Θεού, τα ονομάζουν οι προφήτες «κακά» και «κακίες». Όπως είπαμε προηγουμένως, επειδή όσα προξενούν πόνο και θλίψη στους ανθρώπους, συνηθίζουν οι άνθρωποι να τα ονομάζουν κακά. Όμως αυτό δεν είναι αληθινό. Απλά έτσι το αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι. Οι συμφορές αυτές γίνονται, όχι σύμφωνα με το «προηγούμενο» θέλημα του Θεού, αλλά σύμφωνα με το «επόμενο» θέλημα Του, για το σωφρονισμό και το καλό των ανθρώπων.

Ο Κύριός μας, συνδέοντας το πρώτο αίτιο των πειρασμών με το δεύτερο, δηλαδή τους πειρασμούς που προέρχονται από την ηδονή και τους πειρασμούς που προέρχονται από τις πίκρες και τα βάσανα, δίνει και στους δύο ένα όνομα, τους αποκαλεί «πειρασμούς», γιατί εξαιτίας τους πειράζεται και δοκιμάζεται η προαίρεση των ανθρώπων. Όμως, για να κατανοήσουμε καλύτερα την υπόθεση αυτή, πρέπει να ξέρουμε ότι όσα μας συμβαίνουν χωρίζονται σε τρία είδη: Στα καλά, στα κακά και στα ενδιάμεσα. Και καλά μεν είναι, η σωφροσύνη, η ελεημοσύνη, η δικαιοσύνη και όλα τα παρόμοια, τα οποία ποτέ δεν μπορούν να μετατραπούν σε κακά. Τα δε κακά είναι, η πορνεία, η απανθρωπιά, η αδικία και όλα τα ομοειδή, τα οποία ποτέ δεν μπορούν να γίνουν καλά. Τα δε ενδιάμεσα είναι, ο πλούτος και η φτώχεια, η υγεία και η αρρώστια, η ζωή και ο θάνατος, η δόξα και η καταφρόνια, η ηδονή και ο πόνος, η ελευθερία και η δουλεία και άλλα παρόμοια, τα οποία άλλοτε μεν λέγονται καλά, άλλοτε πάλι λέγονται κακά, ανάλογα πως τα μεταχειρίζεται η προαίρεση του ανθρώπου.

Οι άνθρωποι λοιπόν διαιρούν τα ενδιάμεσα σε δύο είδη και άλλα απ’ αυτά τα ονομάζουν καλά, γιατί τα αγαπούν, όπως π.χ. τον πλούτο, τη δόξα, την ηδονή και τα υπόλοιπα. Ενώ άλλα απ’ αυτά τα ονομάζουν κακά, διότι τα αποστρέφονται, όπως είναι η φτώχεια, ο πόνος, η ατιμία και τα παρόμοια. Γι’ αυτό, αν θέλουμε να μη μας έλθουν τα θεωρούμενα κακά, ας μην κάνουμε τα πραγματικά κακά, καθώς μας συμβουλεύει και ο προφήτης : «Άνθρωπε, μην μπεις με τη θέλησή σου μέσα σε κανένα κακό ούτε σε καμιά αμαρτία και τότε ο Άγγελος που σα προστατεύει, δεν θα σε αφήσει να πάθεις κανένα κακό».

Και ο προφήτης Ησαΐας λέει: «Αν θέλετε να με ακούσετε και να εφαρμόσετε τις εντολές μου, θα απολαύσετε τα αγαθά της γης. Αν όμως δεν θελήσετε να με ακούσετε, θα σας θανατώσει το σπαθί των εχθρών σας». Και πάλι, αν δεν υπακούουμε στις εντολές Του, μας ξαναλέει με τον ίδιο Προφήτη: «Πηγαίνετε στη φωτιά και στη φλόγα των κακών της κολάσεως, την οποία φλόγα εσείς ανάψατε με τις αμαρτίες σας».

Ο διάβολος βέβαια πρώτα επιχειρεί να μας πολεμήσει με τους ηδονικούς πειρασμούς, επειδή γνωρίζει ότι κλίνουμε προς την ηδονή. Κι αν βρει το θέλημά μας να είναι υπήκοο προς το θέλημά του, μας ξεμακρύνει από τη Χάρη του Θεού, η οποία μας φυλάττει. Και τότε ζητά άδεια από τον Θεό να ξεσηκώσει εναντίον μας τον πικρό πειρασμό, δηλαδή τις θλίψεις και τις συμφορές, για να μας αφανίσει εντελώς, από το πολύ μίσος που έχει εναντίον μας και για να μας κάνει από τις πολλές θλίψεις να πέσουμε σε απελπισία. Αν πάλι δεν βρει το θέλημά μας να είναι ακόλουθο στο δικό του θέλημα, στο να εκτελέσουμε δηλαδή τον ηδονικό πειρασμό, πάλι ξεσηκώνει τον δεύτερο πειρασμό των θλίψεων, για να μας βιάσει με τις θλίψεις να πέσουμε στον ηδονικό πειρασμό.

Γι’ αυτό μας παραγγέλει ο απόστολος Πέτρος λέγοντας : «Έχετε νήψη, αδελφοί μου, προσέχετε καλά και αγρυπνείτε, διότι, ο εχθρός σας διάβολος περπατάει και σαν το θυμωμένο και πεινασμένο λιοντάρι ψάχνει να βρει κάποιον, για να τον καταπιεί». Επιτρέπει δε ο Θεός να πέσουμε σε πειρασμούς, ή κατ’ οικονομία προς δοκιμασία μας, όπως στον δίκαιο Ιώβ και τους άλλους Αγίους, καθώς το είπε ο Κύριος προς τους μαθητές Του: «Σίμων, Σίμων, να ο Σατανάς ζήτησε άδεια να σας κοσκινίσει, όπως το σιτάρι, δηλαδή να σας ταράξει με πειρασμούς». Ή επιτρέπει ο Θεός να πέσουμε στους πειρασμούς κατά παραχώρηση, όπως στον Δαβίδ, που παραχώρησε να πέσει στην αμαρτία και στον απόστολο Πέτρο που επέτρεψε να πέσει στην άρνηση, επειδή είχε κάποια έπαρση. Υπάρχουν επίσης και πειρασμοί που προέρχονται από τη Θεοεγκατάλειψη, όταν δηλαδή ο Θεός εγκαταλείπει κάποιον, όπως λ.χ. τον Ιούδα και τους Ιουδαίους.

Και οι πειρασμοί που γίνονται κατ’ οικονομία Θεού στους Αγίους, έρχονται από το φθόνο του διαβόλου, για να αναδειχθούν οι Άγιοι δίκαιοι και τέλειοι και να λάμψουν περισσότερο με τη νίκη τους εναντίον του αντίπαλου διαβόλου. Οι πειρασμοί που γίνονται κατά παραχώρηση, επιτρέπονται για να σταθούν εμπόδιο στην αμαρτία, η οποία έγινε ή γίνεται ή πρόκειται να γίνει. Εκείνοι δε οι πειρασμοί που γίνονται κατά Θεία εγκατάλειψη, έχουν αιτία την αμαρτωλή ζωή του ανθρώπου και την κακή του προαίρεση και επιτρέπονται για την ολοσχερή του καταστροφή και απώλεια.

Έτσι λοιπόν εμείς, όχι μόνο πρέπει να αποφεύγουμε τους πειρασμούς που προέρχονται από τις ηδονές σαν να είναι φαρμάκι του πονηρού όφεως, αλλά, αν μας έλθει τέτοιος πειρασμός χωρίς το θέλημα μας, να μην τον δεχθούμε καθόλου.

Όσον αφορά τώρα στους πειρασμούς, που δοκιμάζεται το σώμα μας, να μη ριψοκινδυνεύουμε τους εαυτούς μας με υπερηφάνεια και αυθάδεια, αλλά να παρακαλούμε τον Θεό να μη μας έλθουν, αν είναι θέλημά Του. Και είθε να Τον ευαρεστήσουμε, χωρίς να περάσουμε μέσα απ’ αυτό το είδος των πειρασμών. Αν πάλι έλθουν τέτοιοι πειρασμοί, να τους δεχθούμε με χαρά και με ευχαριστία ως μεγάλα χαρίσματα. Αυτό μόνο να παρακαλούμε, να μας ενδυναμώνει να νικήσουμε μέχρι τέλους τον πειραστή μας, γιατί τούτο μας λέει το «μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν». Τον παρακαλούμε δηλαδή να μη μας αφήσει, να πέσουμε νικημένοι στο φάρυγγα του νοητού δράκοντα, καθώς και σε άλλο σημείο μας λέει ο Κύριος: «Να είστε νηφάλιοι και πάντοτε να προσεύχεσθε, για να μην εισέλθετε σε πειρασμό». Δηλαδή να μην νικηθείτε από τον πειρασμό, γιατί το πνεύμα είναι πρόθυμο, αλλά η σάρκα είναι ασθενής.

Κανείς όμως, ακούοντας ότι πρέπει να αποφεύγουμε τους πειρασμούς, ας μην προφασίζεται «προφάσεις εν αμαρτίαις» και να προβάλλει ότι είναι αδύνατος και άλλα παρόμοια, όταν έλθουν οι πειρασμοί. Διότι, την ώρα τη δύσκολη, όταν κάποιος φοβηθεί τον πειρασμό και δεν αντισταθεί, γίνεται αρνητής της αλήθειας. Λόγου χάριν: Αν έλθει κανείς σε περίσταση να βιασθεί και να απειληθεί για την πίστη του, ή για να αρνηθεί την αλήθεια, ή για να καταπατήσει τη δικαιοσύνη, η να αρνηθεί την ευσπλαχνία προς τους αδελφούς ή κάποια άλλη εντολή του Χριστού, αν σ’ αυτές τις περιπτώσεις παραιτηθεί, από φόβο για να διασώσει τη σωματική του ακεραιότητα, και δεν αντισταθεί γενναία, ας ξέρει αυτός ο άνθρωπος ότι δεν έχει μέρος με τον Χριστό και μάταια ονομάζεται Χριστιανός. Εκτός αν μετανοήσει μετά απ’ αυτά με πικρά δάκρυα. Και πρέπει να μετανοήσει γιατί δεν μιμήθηκε τους αληθινούς Χριστιανούς, δηλαδή τους μάρτυρες, που έπαθαν τόσα για την πίστη τους. Εννοώ τον ιερό Χρυσόστομο, που πέρασε τόσα μαρτύρια για τη δικαιοσύνη, τον όσιο Ζωσιμά που κακοπάθησε για την ευσπλαχνία προς τους αδελφούς και άλλους πολλούς, που δεν είναι ώρα τώρα να αναφέρουμε, και οι οποίοι υπέμειναν πολλά βάσανα και πειρασμούς,για να εκπληρώσουν το νόμο και τις εντολές του Χριστού. Τις εντολές αυτές πρέπει να φυλάττουμε και εμείς, για να μας ελευθερώσουν, όχι μόνο από τους πειρασμούς της αμαρτίας, αλλά και από τον Πονηρό, σύμφωνα με την Κυριακή Προσευχή.

«Αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού»

Πονηρός κυρίως, αδελφοί μου, είναι αυτός ο διάβολος, διότι είναι αίτιος και γεννήτορας κάθε αμαρτίας και δημιουργός κάθε πειρασμού. Από τις ενέργειες και τις επιβουλές του Πονηρού, διδασκόμαστε και παρακαλούμε τον Θεό να μας ελευθερώσει και πιστεύουμε ότι δεν θα μας αφήσει να πειρασθούμε πάνω από τη δύναμη μας, καθώς το λέει και ο Απόστολος, ότι «θα μας δώσει μαζί με τον πειρασμό και τη δύναμη, ώστε να μπορέσουμε να τον σηκώσουμε και να τον υπομείνουμε». Είναι όμως αναγκαίο και απαραίτητο να μην αμελήσουμε να Τον παρακαλούμε και να Τον ικετεύουμε με ταπεινό φρόνημα.

«Ότι σου εστιν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα εις τους αιώνας αμήν».

Γνωρίζοντας ο Κύριός μας ότι η ανθρώπινη φύση πάντοτε διστάζει, σαν ολιγόπιστη που είναι, γι’ αυτό μας παρηγορεί λέγοντας: Επειδή έχετε έναν τέτοιο Πατέρα και Βασιλέα δυνατό και υπερένδοξο, μην αμφιβάλετε για όσα Του ζητάτε κατά καιρούς. Μόνο μην αμελήσετε να Τον ενοχλείτε, όπως ενοχλούσε η χήρα εκείνη τον άρχοντα και κριτή της αδικίας, λέγοντας προς Αυτόν: Κύριε, λύτρωσε μας από τον αντίδικό μας, διότι δική Σου είναι η αδιάδοχη Βασιλεία, η ανίκητη δύναμη, και η δόξα η ακατάληπτη. Και ως δυνατός Βασιλιάς που είσαι, προστάζεις και τιμωρείς τους εχθρούς μας· ως Θεός δε υπερένδοξος, δοξάζεις και μεγαλύνεις εκείνους που Σε δοξάζουν και ως Πατέρας φιλάνθρωπος και φιλόστοργος, περιθάλπεις και αγαπάς εκείνους που αξιώθηκαν με το Άγιο Βάπτισμα να γίνουν υιοί σου και Σε αγαπούν με όλη τους την καρδιά, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

( Πάτερ ημών κατά τους Πατέρες, Εκδ. «Ετοιμασία», Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας σ. 41- 91).