Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΓέρ. Εφραίμ ΒατοπαιδινόςΓέρ. Ιωσήφ Ησυχαστής

Αίσθησις Ζωής Αθανάτου (11) – Ομιλίες για τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή

20 Οκτωβρίου 2009

15_EldIosif

Συνέχεια από (10)
Αρχιμ. Εφραίμ, Καθηγουμένου Ι. Μ. Μονής Βατοπαιδίου

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΝΟΕΡΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ

Ο ησυχαστής Γέροντας είναι από τους σύγχρονους οσίους Αθωνίτες Γέροντες που δίδαξαν με λεπτομέρεια τον τρόπο της πρακτικής της νοεράς προσευχής και στους μοναχούς, αλλά και στους λαϊκούς. Όλοι οι άνθρωποι κατά τον Γέροντα, ανεξάρτητα από τον τρόπο ζωής τους, όπου και αν ευρίσκονται, ό,τι και αν κάνουν, μπορούν να αποδώσουν πνευματικά ασχολούμενοι με την νοερά προσευχή. Γράφει περί τούτου ο μακάριος Γέροντας: «Η πράξις της νοεράς προσευχής είναι να βιάσης τον εαυτόν σου να λέγη συνεχώς την ευχήν, με το στόμα αδιαλείπτως. Να προσέχης μόνον στα λόγια: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Όταν αυτό πολυχρονίση, το συνηθίζει ο νους και το λέγει. Και γλυκαίνεσαι, ωσάν να έχης μέλι στο στόμα σου».

Αυτός που θέλει να ασχοληθεί συστηματικά με την νοερά προσευχή δεν πρέπει να περιμένει τις συγκεκριμένες στιγμές που προγραμμάτισε να αφιερώνει στην προσευχή. Ο όσιος Γέροντας ως καθηγητής της ευχής τονίζει: «Παντού λέγε την ευχή· και καθήμενος και στο κρεβάτι και περπατώντας και όρθιος. “Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε”, λέγει ο Απόστολος. Δεν πρόκειται όμως μόνον όταν πλαγιάζης να προσεύχεσαι. Θέλει αγώνα· όρθιος-καθήμενος. Όταν κουράζεσαι κάθεσαι και πάλιν όρθιος». «Και είτε τρώγεις, είτε εργάζεσαι, την ευχήν να μην παύης».

Η ευχή κατά τον μακάριο Γέροντα είναι πνοή ζωής για την ψυχή. Και συμβουλεύει σχετικώς: «Το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, ας είναι η αναπνοή σου».

Βασική προϋπόθεση του ασχολουμένου με την νοερά εργασία είναι ο πόθος, η αγάπη και η δίψα του Θεού, αλλά και η επιμονή του ευχομένου, ώστε να προσκαρτερεί στην ευχή. Γι’ αυτό και το τυπικό, που εφάρμοζε ο μακάριος Γέροντας και όλη η συνοδία του, είναι ότι δεν διάβαζαν ακολουθία καθώς είθισται στις Μονές. Αντί ακολουθίας ασχολούνταν με την ευχή του Ιησού, και αυτό το έκαναν, για να τους γίνει η ευχή μία αγαθή συνήθεια. Με αυτό τον ησυχαστικό τρόπο προσπαθούσαν να πιέσουν τον “αλήτη νου” –δηλαδή τον νου που έχει συνηθίσει να μετεωρίζεται, να διαχέεται μέσω των αισθήσεων προς τα έξω– να στραφεί εξ ολοκλήρου προς τον Θεό.

Πολλή σημασία έδινε ο μακάριος Γέροντας στην καθαρά προσευχή. Και τούτο φαίνεται σε μία νουθετική επιστολή του, που γράφει σχετικά: «Θα κουρασθής πολύ, έως να εννοήσης ότι προσευχή χωρίς προσοχήν και νήψιν είναι απώλεια χρόνου· κόπος χωρίς πληρωμή. Πρέπει εις όλας τας αισθήσεις μέσα και έξω να στήσης άγρυπνον φύλακα την προσοχήν. Διότι χωρίς αυτής ο νους και της ψυχής αι δυνάμεις διαχέονται στα μάταια και συνήθη, ωσάν το άχρηστο νερό που τρέχει εις τους δρόμους. Ουδείς ποτέ εύρεν προσευχήν, χωρίς προσοχήν και νήψιν. Ουδείς ποτέ ηξιώθη να ανεβή προς την άνω Ιερουσαλήμ χωρίς πρώτον να καταφρονήση τα κάτω. Πολλάκις εσύ εύχεσαι και ο νους σου περισπάται εδώ και εκεί, όπου αρέσκεται, εις όσα εκ συνηθείας έλκεται. Και θέλει βίαν πολλήν να τον αποσπάσης εκείθεν, να προσέξη τους λόγους της προσευχής».

Ένας λόγος, που ο μακάριος Γέροντας συνιστούσε να λέγει κανείς διαρκώς την ευχή, είναι για να πιεσθεί ο νους διά της θείας Χάριτος να εντρυφά αδιαλείπτως στο πάντιμο όνομα του Ιησού και έτσι να αποβάλλει τους πονηρούς και αισχρούς και ακαθάρτους λογισμούς. Γράφει σχετικώς ο άγιος Γέροντας σε μία μοναχή περί τούτου: «Όπως εργάζεσαι, λέγε διαρκώς την ευχήν ή με το στόμα ή με τον νούν. Όταν την λέγης συνεχώς με το στόμα, κατόπιν την συνηθίζει ο νους με τον ενδιάθετον λόγον. Ακολούθως ο νους την κατεβάζει εις την καρδίαν. Εκεί πλέον είναι ο κόπος και το έργον της νήψεως: Να κρατήσης εκεί διά της βίας τον νουν ασχημάτιστον, καθαρόν, προσέχοντα μόνον εις την ανακύκλισιν της ευχής. Τότε μη προλαμβάνων ο νους να σχηματίση λογισμόν μετεωρισμού, καθαρίζει –χάριτι της ευχής– συν τω χρόνω. Και δεν ευχαριστείται πλέον εις πονηράς ενθυμήσεις, μήτε θέλει να μένη τελείως αργός. Αλλά γίνεται όλος πυριφλεγής εις την ενθύμησιν του Θείου Ονόματος και εις την αγάπην του Σωτήρος Χριστού».

Για την επιτυχή έκβαση της νοεράς προσευχής καθίσταται αναγκαία η πνευματική σχέση με έμπειρο Γέροντα, ο οποίος είναι γνώστης και συνάμα κάτοχος αυτής της πνευματικής καταστάσεως. Ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής ήταν τέλειος καθηγητής και διδάσκαλος της προσευχής του Ιησού. Σε ένα νέο που τον ρώτησε περί της ευχής έγραφε: «Αι πληροφορίες, όπου ζητείς, δεν απαιτούσιν καιρόν και κόπον διά να σκεφθώ να σε απαντήσω. Η νοερά προσευχή εις εμένα είναι όπως η τέχνη του καθενός, καθότι εργάζομαι αυτήν τριανταέξ και επέκεινα χρόνια».

Γνωρίζοντας την πνευματική εργασία του Γέροντος πολλοί μοναχοί Αγιορείτες και λαϊκοί τον επισκέπτονταν και του ζητούσαν συμβουλές για την νοερά αυτή εργασία, που ο Γέροντας ευχαρίστως έδινε. Έγραφε δε περί αυτής της προσφοράς: «Έρχονται από διαφόρους Μονάς και Σκήτας του Όρους και θεία Χάριτι, λέγομεν τα χορηγούμενα παρά του Κυρίου». Η προσφορά του αγίου Γέροντος πάνω στο θέμα της νοεράς προσευχής δεν ήταν μόνο εντός του Αγίου Όρους, ούτε εντός μόνο της Ελλάδας. Ο ίδιος αφηγείται περί τούτου εκφράζοντας συνάμα και τον πόνο του για την αμέλεια που επικρατεί: «Εγώ τον καιρόν ετούτον όλον γράφω εις όσους αρωτούν. Εφέτος ήλθαν από την Γερμανίαν μόνον και μόνον να μάθουν διά την νοεράν προσευχήν· από την Αμερικήν μου γράφουν με τόσην προθυμίαν. Από το Παρίσι είναι τόσοι όπου θερμώς ζητούν. Ημείς εδώ εις τα πόδια μας, διατί αμελούμε; Μήπως είναι σκάψιμο να φωνάζωμεν διαρκώς το όνομα του Χριστού να μας ελεήση»;

Επειδή γνώριζε ο Γέροντας την μεγάλη σημασία της παρουσίας του εμπείρου περί τα τοιαύτα πνευματικού πατρός έγραφε σχετικώς: «Ταύτα πάντα λοιπόν εσύ θα γευθής όταν προσκολληθής εις Γέροντα έμπειρον, πνευματικόν και αδολεσχήσης εις την νοεράν προσευχήν».

Για να καταπιασθεί επιτυχώς ο αγωνιζόμενος με την ευχή οπωσδήποτε αναγκαία είναι η καθαρή εξομολόγηση που σχετίζεται ακριβώς και με την συμπαράσταση πνευματικού πατρός καθώς προανεφέρθηκε. «Δεν είδα –τονίζει ο μακάριος Γέροντας– ψυχήν ευχομένην να προοδεύση χωρίς καθαράν εξομολόγησιν των κρυπτών λογισμών. Θέλεις, παιδί μου, να συντρίψης την κεφαλήν του όφεως; ειπέ τους λογισμούς σου καθαρά στην εξομολόγησιν».

Εννοείται ότι ο εραστής της ευχής πρέπει να έχει ως θεμέλιο του πνευματικού του αγώνα την ταπεινοφροσύνη και τον συντριμμό της καρδίας. Η τεταπεινωμένη και η συντετριμμένη καρδία είναι αδύνατο να μην γίνει μονή του Ιησού. Ο όσιος Γέροντας έφθασε σε τέτοιο βαθμό ταπεινοφροσύνης ώστε πολλές φορές με έμφαση αναφέρει στις επιστολές του: «Αυτό είναι το ύψος και η ανάβασις· να κατέβης εις το μηδέν, να γίνης χώμα… Ιδού η καταγωγή σου. Μη λησμονής πόθεν συνελήφθης. Είσαι πηλός. Μην επαίρεσαι. Είσαι λάσπη». Αν η ταπεινοφροσύνη είναι δογματική προϋπόθεση κάθε πνευματικής εργασίας και αρετής, πόσο μάλλον είναι αναγκαία γι’ αυτήν την παναρετή της προσευχής! «Έστω λοιπόν (γράφει ο οσιώτατος Γέροντας σε ένα μοναχό) η ταπείνωσις ως ένδυμα εις όλας σου τάς κινήσεις και γίνου σπόγγος τη συνοδία καθαρίζων πάντα ονειδισμόν και εξουδένωσιν· ποτίζων την ψυχήν σου όχι με τιμάς και επαίνους αλλά με ονειδισμούς και κατηγορίας, ων ανεύθυνος».

Συνεχίζεται…